Στην τελική της φάση έχει εισέλθει η διαμόρφωση του πολιτικού μας συστήματος. Απομένει ίσως να ολοκληρωθεί η αναγγελία της δημιουργίας κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό κ. Σαμαρά, ωστόσο μετά και την αποκάλυψη των κομμάτων του πρώην πρωθυπουργού κ. Τσίπρα όπως και της κυρίας Καρυστιανού έχουμε πλέον μια πλήρη εικόνα για το πώς διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό.
Κοιτάζοντας προσεκτικά αυτή την εικόνα, έχουμε έναν αδιαφιλονίκητο πρώτο, που είναι η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη, και τρία κόμματα τα οποία ανταγωνίζονται για την επίζηλη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και τι είναι αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη αναμέτρηση πιο σημαντική και οπωσδήποτε πιο σπουδαία σε σχέση με αυτή που θα ανέμενε κανείς ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κόμμα;
Το γεγονός ότι το κόμμα που θα καταφέρει να κερδίσει τη δεύτερη θέση στις εκλογές, όποτε και αν αυτές πραγματοποιηθούν, θα καταφέρει στη συνέχεια να συσπειρώσει εν πολλοίς τις περισσότερες από τις δυνάμεις του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου, σε μια προσπάθεια να υπάρξει πολιτική αλλαγή στη χώρα.
Αν και οι εκτιμήσεις αυτές προσιδιάζουν περισσότερο σε ασκήσεις επί χάρτου και υποθέσεις εργασίας στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής συζήτησης, η αλήθεια είναι ότι όλα εκκινούν από την εδραία βάση πως σήμερα ο κατακερματισμός του εκλογικού σώματος δεν επιτρέπει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Οσες «εκτιμήσεις ψήφου» κι αν γίνονται από τις εταιρείες δημοσκοπήσεων, καμία δεν προσεγγίζει το μαγικό ποσοστό του 36,5% που θεωρείται ως το ελάχιστο όριο για την επίτευξη αυτοδυναμίας από μια πολιτική δύναμη. Αντιθέτως, όλα δείχνουν πως θα απαιτηθούν περισσότερες από δύο εκλογικές αναμετρήσεις, όσα διλήμματα και αν προταθούν από την πλευρά της ΝΔ, παραλλαγές του κλασικού «Μητσοτάκης ή χάος».
Η παραδοχή αυτή δημιουργεί την αίσθηση ότι θα πρέπει να συμβούν κατακλυσμιαίες εξελίξεις για να ανατραπεί. Εξελίξεις οι οποίες αναμφίβολα συμπεριλαμβάνουν ακόμη και τις αλλαγές εν κινήσει πολιτικών αρχηγών προκειμένου να αποφευχθούν περιπέτειες για τη χώρα, όπως θα επέφερε μια μακρά περίοδος αστάθειας και ακυβερνησίας εν μέσω της παρατεινόμενης γεωπολιτικής αναταραχής στα στενά όρια του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και ευρύτερα.
Τούτων δοθέντων γίνεται κατανοητό ότι όσα σήμερα θεωρούνται ως δεδομένα, πολύ πιθανόν σε μερικές εβδομάδες ή και μήνες να μην ισχύουν. Να έχουν ανατραπεί από καινούργια δεδομένα, τα οποία με τη σειρά τους να επιβάλουν αλλαγές συσχετισμών και αναπροσαρμογές στρατηγικών. Μπορεί πάλι, η σκόνη που σηκώθηκε από τη δημιουργία των κομμάτων της κυρίας Καρυστιανού και του κ. Τσίπρα να αποδειχθεί απλώς… σκόνη και τίποτε περισσότερο, και τα πράγματα να βαδίσουν με βάση τους αρχικούς σχεδιασμούς των μεγάλων κομμάτων.
Για παράδειγμα, το Μέγαρο Μαξίμου έχει καταλήξει από καιρό σε έναν σχεδιασμό ο οποίος είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τη μια πλευρά θέλει (όχι μόνο με την έννοια της επιθυμίας, αλλά και της επιδίωξης) στην κούρσα των τριών κομμάτων κερδισμένος να είναι ο κ. Τσίπρας. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα να υπάρξει όχι μόνο η αναμενόμενη σύγκριση μεταξύ των δύο, αλλά και κάτι ακόμη: η κινητοποίηση της συλλογικής μνήμης για τα έργα και τις ημέρες της συγκυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου με τα γνωστά αποτελέσματα. Αν μάλιστα το κόμμα του κ. Τσίπρα καταφέρει να πλησιάσει τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 ή και να τα ξεπεράσει, αυτό θα είναι πραγματικά βούτυρο στο ψωμί του κ. Μητσοτάκη. Θα τον εμφανίσει ως τον «μπαμπούλα» που απειλεί τη σταθερότητα της χώρας.
Η άλλη πλευρά αυτού του σχεδίου θέλει το ΠαΣοΚ στην 3η θέση, και εξ αυτού του λόγου τον κ. Ανδρουλάκη στριμωγμένο στα σχοινιά. Οι επιλογές που θα έχει μεταξύ πρώτης και δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης δεν θα είναι πολλές, καθώς θα πιέζεται εκατέρωθεν – και από τον κ. Τσίπρα: να επανεξετάσει την άρνησή του απέναντι σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με τη ΝΔ ή να συρθεί σε συνεργασία με το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο κίνδυνος μιας δεινής εσωκομματικής κρίσης, παραμονές μιας εκλογικής αναμέτρησης, θα είναι τεράστιος. Οπως και για τον ίδιο τον κ. Ανδρουλάκη, να βρεθεί αντιμέτωπος με μια οργανωμένη απόπειρα αλλαγής του, από την ηγεσία του ΠαΣοΚ. Είναι φανερό ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο κίνδυνος για το ιστορικό κόμμα θα είναι υπαρξιακός.
Η δύσκολη εξίσωση δεν έχει λύση, τώρα τουλάχιστον. Η λύση, όπως και όλα όσα προαναφέρθηκαν, θα προκύψει από το αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών. Για το ΠαΣοΚ όμως ήδη το τοπίο γίνεται δυσοίωνο. Η ομοιομορφία των «εναρμονισμένων» με τους σχεδιασμούς του Μεγάρου Μαξίμου δημοσκοπήσεων, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Το κλίμα που φτιάχνεται με επιμέλεια, θέλει το ΠαΣοΚ να συμπιέζεται και τελικά να χάνει τη μάχη. Το ερώτημα είναι ποιες αντοχές διαθέτει προκειμένου να αντεπεξέλθει στην πίεση και κόντρα στο ρεύμα να ανατρέψει τα σενάρια. Είναι το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου…
