Η κοινότοπη διάβρωση της δημοκρατίας

Γράφουν στο ΒΗΜΑ οι ιστορικός, πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου, Χριστίνα Κουλούρη, επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης στο ΕΚΠΑ, Τζένη Λιαλιούτη, διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Κατερίνα Λαμπρινού.

Η κοινότοπη διάβρωση της δημοκρατίας

Περνώντας κάτω από το ραντάρ της αντίληψης

Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης

Το 1995, σε μια στιγμή άνθησης των σπουδών του εθνικισμού που τροφοδότησαν η πτώση του Τείχους και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Λοουμπόροου Μάικλ Μπίλιγκ εξέδωσε μία από τις πιο πρωτότυπες προσεγγίσεις πάνω στο ζήτημα. Σε αντίθεση με εκείνες άλλων διάσημων μελετητών του αντικειμένου όπως οι Μπένεντικτ Αντερσον, Ερνεστ Γκέλνερ, Αντονι Ντ. Σμιθ, ο Μπίλιγκ δεν επεδίωξε να διαμορφώσει μια συνολική θεωρία ως προς τη γένεση και τη διάδοση της εθνικής ιδεολογίας αλλά προτίμησε να εστιάσει στην καθημερινή της υπόσταση, τα μέσα και τα σύμβολα της αναπαραγωγής της επισημαίνοντας ότι η ταυτότητα και η ιδεολογία του έθνους είναι πανταχού παρούσες υπόρρητα γύρω μας μέσα από ρητορικούς τρόπους, σημαίες, εθνικούς ύμνους.

Εκτός από καθημερινό δημοψήφισμα, στον σύγχρονο κόσμο το έθνος είναι και μια καθημερινή παρουσία που κατά κανόνα περνά απαρατήρητη από τον πληθυσμό. Η συλλογιστική του Μάικλ Μπίλιγκ περί «κοινότοπου εθνικισμού» (Banal Nationalism, κατά τον τίτλο του βιβλίου) είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για εμάς σήμερα γιατί υπαινίσσεται ότι ένα σύνολο ιδεών, το οποίο αποκτά την απαραίτητη κρίσιμη μάζα ώστε να αποκτήσει σημαντική διάδοση εντός μιας κοινότητας, κανονικοποιείται και περνά πλέον κάτω από το ραντάρ της αντίληψης.

Από αυτή την άποψη η προηγούμενη δεκαετία θα μπορούσε να θεωρηθεί άσκηση παρατήρησης του φαινομένου αυτού σε πραγματικό χρόνο: η αργή διάχυση του τραμπισμού και διάφορων άλλων παραλλαγών αυταρχισμού έχουν λειάνει ακμές που το 2016 έμοιαζαν ιδιαίτερα αιχμηρές με αποτέλεσμα σήμερα να εκλαμβάνονται ως μέρος του πολιτικού φόντου.

Το λεγόμενο «παράθυρο του Οβερτον», το οποίο περιλαμβάνει τις αποδεκτές προς διαπραγμάτευση ιδέες στον δημόσιο διάλογο, έχει ανοίξει στις ΗΠΑ και την Ευρώπη για έννοιες που προηγουμένως θεωρούνταν εκτός κάθε συζήτησης, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί των καθεστώτων Ορμπαν, Πούτιν, Ερντογάν συνιστούν πλέον τμήμα του φυσικού τοπίου, η προβολή της φιγούρας του «ισχυρού άνδρα» που επιτυγχάνει, υποτίθεται, αποτελέσματα ανεξαρτήτως μεθόδων, ενοχλεί λιγότερο από ό,τι στο παρελθόν. Εισχωρώντας μέσα από τις ρωγμές της μεταψυχροπολεμικής συνθήκης ο αυταρχισμός αποκτά σταδιακά μια επιθυμητή για τον ίδιο ποιότητα: γίνεται όλο και πιο κοινότοπος, άρα όλο και πιο αόρατος.

Ο «μπανάλ» αυταρχισμός

Γράφει η Χριστίνα Κουλούρη

Ο βρετανός καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας Μάικλ Μπίλιγκ δημοσίευσε το 1995 το βιβλίο με τίτλο Banal Nationalism (Ο κοινότοπος εθνικισμός εκδ. SAGE) όπου ανέλυε τον εθνικισμό της καθημερινότητας, την αθόρυβη υπενθύμιση της εθνικής ταυτότητας από επαναλαμβανόμενες πρακτικές και εν τέλει «τις δυνάμεις μιας ιδεολογίας που είναι τόσο οικεία ώστε δύσκολα γίνεται αντιληπτή».

Ο Μπίλιγκ χρησιμοποίησε τη μεταφορά του κινητού τηλεφώνου για να αποδώσει τη λειτουργία – με υλικούς όρους – της αφηρημένης έννοιας της εθνικής ταυτότητας. Οπως και το κινητό, η εθνική ταυτότητα μπορεί να είναι σιωπηλή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οταν όμως συμβεί μια κρίση, το τηλέφωνο χτυπά και οι πολίτες συνειδητοποιούν ότι τους καλεί το πατριωτικό καθήκον. Οπως γράφει, «η μετωνυμική εικόνα του κοινότοπου εθνικισμού δεν είναι μια σημαία που ανεμίζεται συνειδητά με φλογερό πάθος· είναι η σημαία που κρέμεται απαρατήρητη σε ένα δημόσιο κτίριο».

Με αφετηρία την ανάλυση του Μπίλιγκ, μπορούμε να μιλήσουμε και για έναν «κοινότοπο αυταρχισμό», έναν «τετριμμένο» αυταρχισμό της καθημερινότητας που διαβρώνει απαρατήρητος τις κοινωνικές σχέσεις και ταυτόχρονα και τα θεμέλια της δημοκρατίας. Ηδη οι αμερικανοί καθηγητές Στίβεν Λεβίτσκι και Ντάνιελ Ζίμπλατ στο βιβλίο τους Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες (εκδ. Μεταίχμιο, 2018) έχουν επισημάνει ότι, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τα δημοκρατικά πολιτεύματα δεν κινδυνεύουν από πραξικοπήματα, στρατηγούς και δικτάτορες αλλά από δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες που μάλιστα χρησιμοποιούν τους ίδιους τους θεσμούς της δημοκρατίας για να τη «σκοτώσουν», σταδιακά και υπόγεια.

Ωστόσο, δεν αναφέρουν μια σημαντική προϋπόθεση: για να πετύχει η υπονόμευση της δημοκρατίας, χρειάζεται να έχει διαβρώσει την κοινωνία ο μπανάλ αυταρχισμός, έτσι ώστε ο αυταρχικός ηγέτης να έχει λαϊκή υποστήριξη και πολιτική νομιμοποίηση. Ποια είναι όμως τα συστατικά στοιχεία αυτού του μπανάλ ή κοινότοπου αυταρχισμού;

Το πρώτο στοιχείο αφορά την ασυνείδητη κανονικότητα του καθημερινού αυταρχισμού: υπάρχει χωρίς να γίνεται αντιληπτός, ως μέρος καθημερινών συμπεριφορών στο σπίτι, στο σχολείο, στη δημόσια σφαίρα. Λόγος και πρακτικές που διακρίνονται από έλλειψη δημοκρατικού ήθους και που παραβιάζουν δημοκρατικές αξίες δεν περιγράφονται και δεν ερμηνεύονται ως συμπτώματα ενός ενδημικού αυταρχισμού.

Το δεύτερο στοιχείο ανευρίσκεται ακριβώς στο αντιδημοκρατικό ήθος όχι όμως ως ευθεία και ρητή απόρριψη του δημοκρατικού πολιτεύματος αλλά ως υιοθέτηση στάσεων και συμπεριφορών που είναι αντιδημοκρατικές. Για παράδειγμα, ο διάχυτος ρατσισμός εναντίον κάθε διαφορετικότητας, θρησκευτικής, εθνοτικής ή έμφυλης και η έλλειψη ανοχής στη διαφορετική άποψη. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν πλημμυρίσει από λόγο μίσους και τοξικότητα.

Ενα τρίτο στοιχείο είναι η βία, σωματική και λεκτική, όπως καταγράφεται καθημερινά μεταξύ εφήβων, με την κακοποίηση γυναικών και παιδιών και τις γυναικοκτονίες. Το θέαμα της βίας κανονικοποιείται εξάλλου μέσω της αναπαραγωγής του ως καθημερινής είδησης στην τηλεόραση και στο Διαδίκτυο. Οπως και στην περίπτωση του «κοινότοπου εθνικισμού», η πλειονότητα της κοινωνίας θεωρεί ότι τα φαινόμενα αυτά είναι εξαίρεση και ότι δεν την αφορούν, ότι υπάρχει ένα «εμείς» απέναντι στους αυταρχικούς «αυτούς». Ενα τελευταίο στοιχείο αφορά το πρότυπο του ισχυρού ηγέτη με χαρακτηριστικά κινηματογραφικού σταρ, που χαίρει μεγάλης δημοφιλίας.

Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου κυριαρχεί η εικόνα έναντι του λόγου και το εύπεπτο σύνθημα έναντι του σύνθετου επιχειρήματος, αυταρχικές προσωπικότητες που εργαλειοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα γίνονται της «μόδας», δημιουργώντας συνθήκες ευρύτερης αποδοχής των αυταρχικών πολιτικών που εφαρμόζουν. Η επιβολή του πολιτικού αυταρχικού προτύπου συντονίζεται με την άνοδο της ακροδεξιάς στις δυτικές δημοκρατίες και διευκολύνεται από τη διάχυση του αυταρχισμού στην κουλτούρα της καθημερινότητας.

Ο κοινότοπος αυταρχισμός είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παγκόσμιο φαινόμενο. Και είναι επικίνδυνο ακριβώς επειδή περνά απαρατήρητο και δεν γίνεται αντιληπτό ότι συνδέεται με την εξασθένιση των δημοκρατικών πολιτευμάτων.

Οπως μας θυμίζει η Χάνα Αρεντ, η κοινοτοπία δεν είναι συνώνυμη με το ακίνδυνο και το αβλαβές. Συνεπώς η ανθεκτικότητα της δημοκρατίας εξαρτάται από την ικανότητά μας να τη θωρακίσουμε απέναντι στον κοινότοπο αυταρχισμό. Στην κατεύθυνση αυτή, οφείλουμε πρωτίστως να εντοπίσουμε τις εκφάνσεις του, κυρίως εκείνες που κρύβονται σε καθημερινές πρακτικές που διέπουν τις διαπροσωπικές και τις κοινωνικές σχέσεις. Η μάχη με τον μπανάλ αυταρχισμό ξεκινά από εμάς τους ίδιους.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι ιστορικός, πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου.

Οι πολλαπλές πηγές του τραμπισμού

Γράφει η Τζένη Λιαλιούτη

Καθώς ένα μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης μάθαινε σοκαρισμένο την είδηση της δολοφονίας μιας άοπλης γυναίκας στις ΗΠΑ από τις δυνάμεις ασφαλείας, συγχρόνως, στον ευρωπαϊκό και στον ελληνικό δημόσιο λόγο διατυπώνονταν εγκώμια του τραμπισμού. Λίγες μέρες νωρίτερα, το διεθνές ακροατήριο παρακολουθούσε τον αμερικανό πρόεδρο να πανηγυρίζει τη στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα.

Αυτή τη στιγμή, και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, αρθρώνεται ένας αντιφιλελεύθερος λόγος, ο οποίος κανονικοποιεί τη χρήση βίας, χωρίς ερείσματα νομιμότητας, και επιτίθεται στα κεκτημένα της μεταπολεμικής συναίνεσης. Πώς μπορεί όμως να εξηγηθεί η διάδοση αυτού του λόγου;

Πολλοί μελετητές ερμηνεύουν τη ροπή προς τον αυταρχισμό, έτσι όπως αναδύεται στις δυτικές κοινωνίες, μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων. Επισημαίνουν πως ηγέτες, όπως ο Τραμπ, είναι σε θέση να κινητοποιούν ταυτίσεις εργαλειοποιώντας συναισθήματα φόβου, θυμού και μνησικακίας. Κοινός παρονομαστής θεωρείται η έντονη ανασφάλεια, που πυροδοτείται όχι μόνο από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, αλλά και από την αποδιάρθρωση δομών που νοηματοδοτούν την ταυτότητα των υποκειμένων, όπως η εμπειρία της εργασίας ως ενός πλέγματος σχέσεων.

Οι διεργασίες αυτές δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο η ρητορική του μίσους και η κατασκευή εχθρών ανακουφίζει από αισθήματα ντροπής και ταπείνωσης. Η ακροδεξιά αφήγηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τραμπισμό, κερδίζει οπαδούς καθώς επιτρέπει την αποκατάσταση μιας απολεσθείσας αξιοπρέπειας (Αρλι Ράσελ Χόουκσιλντ, Stolen Pride, εκδ. New Press, 2024). Είναι χαρακτηριστική η έμφαση που δίνει αυτός ο λόγος στην έννοια του συνόρου, είτε ως αντιμεταναστευτική στάση, η οποία στις τρέχουσες εκδηλώσεις της στις ΗΠΑ παραπέμπει σε φασιστικές πρακτικές, είτε στους δασμούς ως μέσου προστασίας του έθνους από οικονομικές απειλές.

Πέρα όμως από τις συναισθηματικές προϋποθέσεις, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένους μετασχηματισμούς, κατά τη μεταψυχροπολεμική εποχή, στα πεδία της πολιτικής και της επικοινωνίας, που τροφοδοτούν την πλευρά της ζήτησης.

Ο πρώτος αφορά τα χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης, είτε στο επίπεδο του εθνικού κράτους είτε στο επίπεδο υπερεθνικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι πρακτικές της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η εγκατάλειψη της ιδεολογίας ως στοιχείου οργάνωσης του πολιτικού λόγου και η επικράτηση ενός τεχνοκρατικού προτύπου στη μορφή της πολιτικής ηγεσίας αποδυνάμωσαν την πολιτική εξουσία ως παραγωγό νοήματος.

Η μεταψυχροπολεμική διακυβέρνηση απώλεσε, σε μεγάλο βαθμό, τη λειτουργία της ως συνεκτικού μηχανισμού των κυβερνωμένων και τον ρόλο της ως αφηγητή της συλλογικής εμπειρίας ο οποίος μπορεί να συνέχει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η πολιτική αφυδατώθηκε, έτσι, από το συναισθηματικό της περιεχόμενο. Αυτή η πολύπλευρη αποδυνάμωση του πολιτικού συνδέεται με την έλξη που ασκούν οι σύγχρονες εκφάνσεις της ακροδεξιάς σε μερίδες της κοινωνίας.

Ο δεύτερος μετασχηματισμός αφορά τον κατακερματισμό της επικοινωνιακής σφαίρας και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Η αποδιάρθρωση του ενιαίου τηλεοπτικού δήμου και η ραγδαία ανάπτυξη των ποικιλόμορφων διαδικτυακών κοινοτήτων, η οποία τροφοδοτεί το φαινόμενο των θαλάμων αντήχησης (echo chambers), συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της ρητορικής του μίσους και θεωριών συνωμοσίας που υπηρετούν την κατασκευή εχθρών. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να αποτιμηθεί και ο ρόλος της μετα-αλήθειας στον πολιτικό λόγο.

Η μη διάκριση μεταξύ ψεύδους και αλήθειας δεν συνιστά μεν ένα καινοφανές φαινόμενο για τις νεωτερικές κοινωνίες, η σημασία του, όμως, σε όσα διαδραματίζονται σήμερα δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η εδραίωση της μετα-αλήθειας στον ψηφιακό κόσμο ενισχύει την υπονόμευση των κανονιστικών προτύπων και του αξιακού κώδικα που αποτελούν προϋποθέσεις μιας δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Η συνθήκη της μετα-αλήθειας βρίσκει προνομιακή εφαρμογή στο μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας που διακρίνει τον Ντόναλντ Τραμπ. Σε αυτό η διάψευση των λεγομένων είναι άνευ σημασίας για τους πολιτικούς στόχους που επιδιώκονται.

Η πολιτική παρουσία του Τραμπ στηρίζεται αφενός στη διαρκή παραγωγή θεάματος, που κρατά σε εγρήγορση το κοινό, και αφετέρου σε έναν επιθετικό λόγο, ο οποίος επιτρέπει στο ακροατήριο να εκφράσει θυμό και μνησικακία για επιλεγμένους εχθρούς χωρίς να απαιτείται αιτιολόγηση αυτής της στάσης.

Τέλος, ο νέος αυταρχισμός αναπτύσσεται και διαδίδεται επειδή μπόρεσε να υπάρξει. Eχει παρέλθει πλέον η εποχή στην οποία αυταρχικές και ακροδεξιές ηγεσίες, παλιάς και νέας κοπής, θεωρούνταν ένα παράδοξο, μία προσωρινή διαταραχή της κανονικότητας. Η πρόσβαση στην κρατική εξουσία είναι πλέον ένα κεκτημένο, το οποίο παράγει πολιτικά ήθη και συμπεριφορές.

Η κυρία Τζένη Λιαλιούτη είναι επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης στο ΕΚΠΑ.

Υποσχέσεις σε έναν διαρκώς επείγοντα κόσμο

Γράφει η Κατερίνα Λαμπρινού

«Η ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ έδωσε τη χαριστική βολή στην παλιά εποχή. Η προηγούμενη εποχή ήταν η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, με τους παλιούς κανόνες της, οι οποίοι τώρα ανατράπηκαν. […] Η νέα εποχή ονομάζεται εποχή των εθνών». Ο Βίκτορ Ορμπαν μπορεί δικαίως να καυχιέται ότι υπήρξε πραγματικός προάγγελος, ήδη από το 2010, αυτής της νέας εποχής στην οποία αναφέρεται σε πρόσφατη συνέντευξή του.

Η απαρχή της πολιτικής του διαδρομής είχε όλα τα διαπιστευτήρια που συνάρπαζαν τη Δύση κατά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Εμπειρία της σοβιετικής καταπίεσης, αντικαθεστωτικός επικήδειος κατά τη, βαριά συμβολικά, δεύτερη ταφή του Ιμρε Νάγκι το 1989, αντικομμουνιστής, φιλελεύθερος, φιλοδυτικός. Ωστόσο, υπεραπλουστευτικά αφηγήματα περί τέλους της ιστορίας και γραμμικού εκδημοκρατισμού σπάνια επιβεβαιώνονται.

Η μεταστροφή του από κεντροδεξιό πολιτικό σε εμβληματική μορφή του σύγχρονου αυταρχικού εθνικισμού ολοκληρώνεται την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Ο τρόπος που εδραίωσε την κυριαρχία του, με περιορισμό των ΜΜΕ, της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων, μοιάζει να επικαιροποίησε το textbook για το πώς οι θεσμοί εργαλειοποιούνται για την αποδυνάμωση της ουσίας της δημοκρατίας.

Σε ένα επιδραστικό άρθρο του 1997 με τίτλο «Η Ανοδος της Ανελεύθερης Δημοκρατίας», ο Φαρίντ Ζακάρια περιέγραφε καθεστώτα που, ενώ προκύπτουν από δημοκρατικές εκλογές, συστηματικά υπονομεύουν τον φιλελεύθερο πυρήνα της δημοκρατίας: τους συνταγματικούς περιορισμούς της εξουσίας, τα θεσμικά αντίβαρα, τις βασικές ελευθερίες. Ο Ζακάρια δεν περιέγραφε τον αυταρχισμό ως το πιθανό μέλλον των δυτικών δημοκρατιών, αλλά ως παθολογία μεταβατικών καθεστώτων. Βρισκόμασταν ακόμα στα τέλη της δεκαετίας του ’90.

Οχι τυχαία, η σταδιακή γενίκευση του όρου συμπίπτει χρονικά με την αποθέωση της παγκοσμιοποίησης ως διαδικασίας «χωρίς εναλλακτική». Ηταν ακριβώς η στιγμή της διάχυτης αισιοδοξίας των οικονομικών και πολιτικών ελίτ για την τελική επικράτηση ενός ενιαίου, και θεωρητικά ανεξάντλητου, οικονομικού και πολιτικού υποδείγματος, το οποίο θα διέχεε ευημερία, σταθερότητα και δυτικοκεντρικούς θεσμούς διεθνώς.

Η νικηφόρα επέλαση γεννούσε και τη διάψευσή της. Βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, έλλειμμα λογοδοσίας σε υπερεθνικούς θεσμούς, δυσανάλογη ισχύς των αγορών, άνιση κατανομή των ωφελειών της οικονομικής αλληλεξάρτησης και των ανοιχτών συνόρων. Οι κριτικές που διατυπώθηκαν – ριζοσπαστικές, κεϋνσιανές, εθνικιστικές, οικολογικές – ελάχιστα ενσωματώθηκαν στη χαλιναγώγηση των συνεπειών.

Στο επίκεντρο βρέθηκε η αποδυνάμωση των εξουσιών του έθνους-κράτους και η αίσθηση ότι η λαϊκή κυριαρχία παρακάμπτεται συστηματικά. Σε αυτό το έδαφος, ο αυταρχισμός δεν εμφανίστηκε ως άρνηση της δημοκρατίας, αλλά ως η «διόρθωσή» της. Διατεινόταν ότι εξορθολόγιζε κανόνες, δεν υποστήριζε ότι τους καταργούσε. Δεν επικαλούνταν την αυθαιρεσία, αλλά τον ρεαλισμό και την αποφασιστική διακυβέρνηση. Ακόμα και αν το ερώτημα αφορούσε τις ατέλειες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η απάντηση που επικράτησε δεν κινήθηκε στο πεδίο της δημοκρατικής πληρότητας αλλά σε εκείνο της κυβερνησιμότητας. Oχι περισσότερη συμμετοχή αλλά επίσπευση στην ιεράρχηση των αποφάσεων υπέρ «των δικών μας ανθρώπων».

Διά χειρός Ορμπαν, η ανελεύθερη δημοκρατία θα αυτοπροταθεί ως στρατηγικό όραμα συγκέντρωσης ισχύος και εθνικής ευελιξίας. Θα πρόσθετα και ταχύτητας. Ο νέος αυταρχισμός υπόσχεται αποτελεσματικότητα σε έναν κόσμο που βιώνεται ως διαρκώς επείγων. Δύο παράγοντες τη συνέδραμαν καθοριστικά: οι αλλεπάλληλες κρίσεις και η επιτάχυνση του ψηφιακού χρόνου· η συγκέντρωση ισχύος, η παράκαμψη θεσμών, το ανεξέλεγκτο τελικά της εξουσίας εξοικονομεί χρόνο.

Το decision making μοιάζει, σε μια εξιδανικευμένη ανάγνωσή του, πιο αποτελεσματικό. Μαζί με την ταχύτητα παράγει και συναίσθημα. Ανακούφιση από την αβεβαιότητα, από την πολυπλοκότητα, από την αίσθηση ότι «κανείς δεν αποφασίζει έγκαιρα». Η ισχυρή εξουσία υπόσχεται ότι κάποιος επιτέλους αναλαμβάνει, ότι το χάος αποκτά κέντρο βάρους. Η υπόσχεση συχνά αρκεί.

Η ανελεύθερη δημοκρατία λειτουργεί έτσι ως ένα ιδιότυπο πολιτειακό μοντέλο – η  μορφή διακυβέρνησης που καθιστά δυνατή την επιστροφή στην εποχή των εθνών. Επιστρέφει την αίσθηση ελέγχου. Προσφέρει καθαρές ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων. Νοηματοδοτεί τη δημοκρατία όχι ως πεδίο διαβούλευσης αλλά ως πεδίο απόφασης. Επιβεβαιώνει το όραμα της ρήξης με το χάος των υπερεθνικών δεσμεύσεων. Αυταρχικό έθνος όχι ως επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ως φυγή στο μέλλον.

Μόνο τυχαία δεν είναι η επιτυχία του Καποδίστρια ως κινηματογραφικού προτύπου μιας ισχυρής και θρησκευόμενης ηγεσίας· του ηγέτη που θα επιβάλει τάξη σε έναν χαοτικό κόσμο μετατρέποντάς μας σε σύγχρονο εθνικό κράτος.

Η κυρία Κατερίνα Λαμπρινού είναι διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version