Το Πάσχα της Εκκλησίας είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή στη μέση της άνοιξης. Ο θάνατος του Θεού σήμανε την ανάσταση του ανθρώπου. Ευθύς μετά την Πεντηκοστή, η αρχαία Εκκλησία εξέφραζε αυτή την αναστάσιμη εμπειρία και πίστη στη λειτουργική ζωή της με επίκεντρο την πασχάλια εμπειρία της Θείας Ευχαριστίας.
Με άξονα την εορτή του Πάσχα η Εκκλησία οικοδόμησε σταδιακά ολόκληρη την πλούσια λειτουργική και υμνολογική της παράδοση, αλλά και τη δημόσια μαρτυρία της. Η λατρεία της αναπτύχθηκε με βάση τη συνεχή και επαναλαμβανόμενη λειτουργική βίωση του Σταυρού και της Ανάστασης του Χριστού.
Ο χρόνος της Εκκλησίας είναι πλέον ο λειτουργικός χρόνος, ο οποίος κινείται διαρκώς γύρω από τη βίωση της πασχάλιας πορείας του Χριστού κατά έναν παράδοξο τρόπο. Δεν πρόκειται για γεγονότα που απλώς συνέβησαν στο παρελθόν, αλλά για γεγονότα που διάνοιξαν τον χρόνο προς τα έσχατα της ιστορίας, εγκαινιάζοντας ήδη τη Βασιλεία του Χριστού. Ετσι, η Εκκλησία ζει και μετέχει στα γεγονότα της επίγειας πορείας του Χριστού, τα οποία κορυφώνονται δραματικά στον Σταυρό και στην Ανάσταση, ως να συμβαίνουν τώρα στο λειτουργικό παρόν της και διά του τρόπου αυτού ανακεφαλαιώνει βιωματικά αλλά και προγεύεται ήδη από τώρα την εσχατολογική παρουσία του ένδοξου και αναστημένου Χριστού της Βασιλείας.
Η τέχνη της εικόνας προέρχεται και αυτή από την ευχαριστιακή πρόγευση και εμπειρία των εσχάτων. Η ορθόδοξη εικονογραφία έδωσε μία σειρά λύσεων με το σχέδιο και με το φως, προκειμένου να εκφράσει τα εικονιζόμενα πρόσωπα του Χριστού και των αγίων με εσχατολογική έμφαση, δηλαδή, απελευθερωμένα από τη φθορά του χρόνου και της ιστορίας ως πρόσωπα μοναδικά και ανεπανάληπτα και, συνεπώς, ιστορικά και συνάμα υπερχρονικά.
Οπως ο Χριστός αναγνωριζόταν μετά την Ανάσταση «εν τη κλάσει τού άρτου» (Λουκ. 24,35), έτσι και η εικόνα αναγνωρίζεται και ερμηνεύεται μέσα στην ευχαριστιακή κοινότητα της Εκκλησίας. Η αρχική εμφάνιση της εικονογραφίας στις κατακόμβες υπήρξε ένας εικαστικός υπομνηματισμός της Ευχαριστίας που τελούνταν στους τάφους των μαρτύρων ως υπόμνηση της εσχατολογικής δόξας και πολιτογράφησής τους στη Βασιλεία του Θεού.
Η εικόνα μετασχηματίζει σε εικαστική τέχνη την αλήθεια και εμπειρία της Εκκλησίας για τον αναστημένο Χριστό. Οπως το φως του Χριστού φωτίζει τα όντα, το φως στην εικόνα κάνει τα όντα να αναδύονται στην ύπαρξη «εν ετέρα μορφή» (Μαρκ. 16,12), απελευθερωμένα από τα όρια και τους νόμους της φύσης που προσμετρούν τη φθορά και τον αφανισμό τους. Μολονότι αυτό το εικαστικό φως δεν καταργεί την ιστορικότητα των προσώπων, εν τούτοις τη μεταμορφώνει εσχατολογικά, αποβάλλοντας κατά κάποιον τρόπο μονάχα τη φθορά τους.
Τα πρόσωπα ιστορούνται, όχι όπως είναι μέσα στην ιστορία, αλλά όπως θα διασωθούν στα έσχατα της Βασιλείας. Εδώ συναντούμε σαφώς την εκπληκτική ώσμωση θεολογίας και τέχνης. Οταν η τέχνη αντλεί από τη θεολογία και τη λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας, μπορεί να σαρκώνει την αλήθεια της πίστης με εξαιρετική ρωμαλεότητα και όχι απλώς μιμούμενη στατικά και μονολιθικά τα πρότυπα του παρελθόντος. Βασική προϋπόθεση και εδώ δεν είναι η πιστή αντιγραφή του παρελθόντος, αλλά η εσχατολογική θεώρηση της αλήθειας των όντων, όπως τη βιώνει και προγεύεται η Θεία Ευχαριστία ως εικόνα της Βασιλείας.
Το γεγονός της Ανάστασης δεν είναι ένα αντικειμενικό γεγονός στα όρια της φυσικής νομοτέλειας της φθοράς και του θανάτου, το οποίο συμβαίνει φυσικά ή αποδεικνύεται και κατανοείται με τις φυσικές μας αισθήσεις και ικανότητες. Η Ανάσταση του Χριστού δεν κατανοείται ούτε αποδεικνύεται, αλλά βιώνεται με την πίστη μέσα στη λειτουργική ζωή και εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι υπόθεση της προσωπικής ελευθερίας της πίστης και όχι ένα αντικειμενικό συμβάν έξω από το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας.
Δίχως την ελπίδα και προσδοκία της Ανάστασης, η πίστη της Εκκλησίας είναι μάταιη και ο λόγος της είναι κενός. Αυτή η αναστάσιμη εμπειρία αποτελεί διαχρονικά τη βάση και το θεμέλιο της μαρτυρίας της Εκκλησίας «έως εσχάτου τής γης» (Πρ. 1,8). Η Εκκλησία στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από τον θάνατο του Θεού και την απουσία της αναστάσιμης εμπειρίας στον διαρκώς σπαρασσόμενο κόσμο μας, οφείλει να μεταγράψει και να ερμηνεύσει εκ νέου την πίστη και εμπειρία της στον αναστημένο Χριστό.
Ο Χριστός πέθανε πραγματικά και εκούσια για να συναντήσει τον άνθρωπο εκεί που πραγματικά βρίσκεται, μέσα στην αλογία της φθοράς, της οδύνης και του θανάτου, για να τον αναστήσει στην όντως ζωή.
Ο κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας στο ΕΚΠΑ.
