Ολοι λένε πως η ιστορία κάνει κύκλους. Αν υπάρχει ένας τόπος που το αποδεικνύει αυτό κάθε μέρα, αυτός είναι ο νομός Γρεβενών. Από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα, οι άνθρωποί του έβλεπαν συχνά τον δρόμο που οδηγεί μακριά. Αλλοι έφευγαν με βαλίτσες από χαρτόνι, άλλοι με ένα εισιτήριο στο χέρι και ένα όνειρο. Κι εμείς, οι μαθητές και μαθήτριες του σήμερα, βλέπουμε πως – όσο κι αν πέρασαν δεκαετίες – το ίδιο δίλημμα επιστρέφει μπροστά μας: φεύγουμε ή μένουμε;
Οταν ξεκινήσαμε να γράφουμε αυτό το άρθρο ως ομάδα, ανακαλύψαμε ότι σχεδόν όλοι έχουμε έναν παππού, μια γιαγιά, έναν θείο ή ακόμα και έναν γονιό που δούλεψε στο εξωτερικό. Οι ιστορίες μοιάζουν μεταξύ τους, παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια. Από τη δεκαετία του ’50 και του ’60, τα Γρεβενά έχαναν κόσμο. Οι νέοι τότε δεν έφευγαν επειδή δεν τους άρεσε ο τόπος – έφευγαν επειδή η ζωή εδώ ήταν πολύ δύσκολη.
Λίγες δουλειές, μικρά εισοδήματα, μεγάλοι χειμώνες. Ετσι, χιλιάδες Γρεβενιώτες πήραν τον δρόμο για τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αυστραλία και την Αμερική. Κάποιοι δούλεψαν στα εργοστάσια, άλλοι στα ορυχεία, άλλοι σε οικοδομές και χειρωνακτικές εργασίες που εμείς σήμερα ούτε καν φανταζόμαστε.

Παραδοσιακό άρμεγμα από νομάδες κτηνοτρόφους πριν από πολλά χρόνια
Υπνος με βάρδιες στη Γερμανία
Και όσο ψάχναμε πληροφορίες, ακούγαμε και οικογενειακές ιστορίες. Μια συμμαθήτριά μας είπε ότι ο παππούς της περιέγραφε τη Γερμανία σαν «έναν τόπο που δουλεύεις και δεν ξέρεις αν είναι μέρα ή νύχτα». Ενας άλλος από εμάς θυμάται τον θείο του να μιλά για σπίτια γεμάτα εργάτες που κοιμόντουσαν με βάρδιες γιατί δεν χωρούσαν όλοι στα δωμάτια.
Αυτές οι ιστορίες δεν είναι παλιές ταινίες· είναι η πραγματικότητα των ανθρώπων του τόπου μας. Ομως, το πιο εντυπωσιακό – και ίσως το πιο συγκινητικό – είναι ότι όπου κι αν πήγαν, οι Γρεβενιώτες κρατούσαν πάντα τα Γρεβενά μέσα τους.
Εφτιαξαν συλλόγους, έστησαν παρεΐστικες βραδιές, μάζευαν χρήματα για το χωριό, για την εκκλησία, για τους ανθρώπους τους που έμειναν πίσω. Μερικοί επέστρεψαν μετά από χρόνια και έφτιαξαν σπίτια, άνοιξαν μικρές επιχειρήσεις, έφεραν νέες ιδέες. Αλλά όλοι είχαν μια κοινή φράση: «Οπου κι αν πήγα, το μυαλό μου ήταν εδώ».
Και τώρα περνάμε στο σήμερα. Εμείς, η δική μας γενιά, μεγαλώνουμε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Εχουμε Ιντερνετ, ταξιδεύουμε πιο εύκολα, μιλάμε με ανθρώπους σε άλλες χώρες κάθε μέρα. Αλλά παρά την πρόοδο, η συζήτηση στο σχολείο μας μοιάζει κάπως… γνώριμη.
Πολλοί συμμαθητές μας σκέφτονται να φύγουν μόλις τελειώσουν. Αλλοι για σπουδές, άλλοι για δουλειά, άλλοι γιατί θέλουν περισσότερες ευκαιρίες από όσες προσφέρει ο τόπος μας. Το πιο περίεργο είναι ότι τα κίνητρα μοιάζουν με αυτά των παππούδων μας, απλώς σε πιο σύγχρονη μορφή. Θέλουμε μια δουλειά που να πληρώνει αξιοπρεπώς, μια προοπτική να εξελιχθούμε, μια ζωή χωρίς το άγχος τού «τι θα κάνω αύριο;». Και πολλοί νιώθουν ότι αυτά είναι πιο εύκολο να τα βρουν αλλού. Δεν είναι λίγοι οι συμμαθητές μας που έχουν ήδη συγγενείς στο εξωτερικό και τους λένε «έλα εδώ, θα τα καταφέρεις».
Αυτοί που επιμένουν
Από την άλλη, υπάρχουν κι αυτοί που θέλουν να μείνουν. Που αγαπούν τον τόπο, τη φύση, την ηρεμία των Γρεβενών, την ασφάλεια του να μεγαλώνεις σε μια μικρή πόλη. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο νομός μπορεί να αναπτυχθεί, ότι μπορεί να προσφέρει δυνατότητες, ότι αξίζει να μείνεις και να παλέψεις εδώ. Αλλά δεν κρύβουν ότι είναι δύσκολο. Κι εμείς συμφωνούμε: το να μείνεις στα Γρεβενά σήμερα θέλει κουράγιο, όπως κουράγιο ήθελε και για να φύγεις παλιότερα.
Γράφοντας αυτό το άρθρο, καταλάβαμε πως το ερώτημα «να φύγω ή να μείνω;» δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι προσωπικό. Είναι συναισθηματικό. Είναι οικογενειακό. Δεν υπάρχει σωστή ή λάθος απάντηση. Υπάρχει μόνο ο δρόμος που θα διαλέξει ο καθένας.
Τελικά καταλάβαμε ότι δεν είμαστε απλώς παρατηρητές μιας παλιάς ιστορίας· είμαστε μέρος της συνέχειάς της. Η γενιά μας μεγαλώνει σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, γεμάτο ευκαιρίες αλλά και αβεβαιότητα. Κάποιοι από εμάς θα φύγουν, κάποιοι θα μείνουν, και κάποιοι ίσως φύγουν για λίγα χρόνια και επιστρέψουν. Ομως όλοι μοιραζόμαστε τον ίδιο προβληματισμό: θέλουμε να χτίσουμε μια ζωή που θα μας κάνει περήφανους, είτε βρίσκεται μέσα στα Γρεβενά είτε κάπου μακριά.
Αυτό που ελπίζουμε είναι ότι στο μέλλον κανένας νέος από τον νομό μας δεν θα νιώσει ότι η μόνη του λύση είναι η ξενιτιά. Θέλουμε επιλογές, προοπτική, χώρους δημιουργίας, δουλειές που μας επιτρέπουν να μείνουμε αν το θέλουμε. Και, ποιος ξέρει, ίσως κάποια στιγμή να γίνουμε εμείς η γενιά που θα φέρει πίσω ζωή στα χωριά και στις πόλεις μας. Γιατί η μετανάστευση μπορεί να είναι μέρος της ιστορίας των Γρεβενιωτών, αλλά το μέλλον γράφεται τώρα από εμάς.