Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τις ειδικές μορφές τουρισμού στα νησιά σκοντάφτει συνήθως σε δύο εύκολες υπερβολές: στο ισοπεδωτικό «όχι σε όλα» και στο άκριτο «ναι σε όλα». Και οι δύο προσεγγίσεις είναι βολικές, αλλά και ανεπαρκείς. Ο σοβαρός χωρικός σχεδιασμός δεν λειτουργεί με συνθήματα. Λειτουργεί με πραγματικά δεδομένα, με φυσικά χαρακτηριστικά, με θεσμικές πράξεις και με καθαρή στάθμιση ανάμεσα στην προστασία και στην αξιοποίηση.
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν σε μια περιοχή υπάρχει επίσημα αναγνωρισμένος ιαματικός φυσικός πόρος. Σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος δεν μπορεί να αναγνωρίζει θεσμικά την ύπαρξή του και ο σχεδιασμός να τον αντιμετωπίζει σαν μια αδιάφορη λεπτομέρεια. Η αναγνώριση δεν σημαίνει αυτόματα ελεύθερη δόμηση. Δεν σημαίνει λευκή επιταγή. Σημαίνει όμως ότι ο συγκεκριμένος πόρος αποτελεί σοβαρό χωρικό δεδομένο, το οποίο ο σχεδιασμός οφείλει να λάβει υπόψη.
Αυτό δεν είναι πίεση υπέρ μιας επένδυσης. Είναι βασική αρχή του σύγχρονου χωρικού σχεδιασμού: κάθε τόπος πρέπει να αντιμετωπίζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και όχι με πρόχειρους, ενιαίους κανόνες. Τα νησιά δεν είναι λευκά χαρτιά πάνω στα οποία εφαρμόζεις γενικές συνταγές. Εχουν συγκεκριμένα όρια, συγκεκριμένες αντοχές, συγκεκριμένα πλεονεκτήματα. Και ακριβώς πάνω σε αυτά πρέπει να στηρίζεται η αναπτυξιακή και πολεοδομική λογική.
Στη Σαντορίνη το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο. Δεν μιλάμε για έναν προορισμό που αναζητεί ακόμη τουριστική ταυτότητα. Μιλάμε για έναν τόπο που έχει ήδη πιεστεί έντονα από το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη τουρισμού. Είναι ότι επικράτησε ένα μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης που επιβαρύνει υπέρμετρα τον χώρο, οξύνει την εποχικότητα και ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση στη φέρουσα ικανότητα του νησιού.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για θερμαλισμό και ευεξία έχει ουσία. Δεν μιλάμε για μία ακόμη τυπική δραστηριότητα «ήλιος και θάλασσα». Μιλάμε για μία μορφή χρήσης που μπορεί να λειτουργήσει πιο ήπια, πιο ελεγχόμενα, με μεγαλύτερη διάρκεια μέσα στο έτος και με υψηλότερη αξία ανά επισκέπτη. Σε έναν κορεσμένο προορισμό, αυτό έχει σημασία. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να προστεθούν περισσότερες αφίξεις τουριστών, αλλά να αλλάξει σταδιακά το μοντέλο.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα. Οχι αν πρέπει να επιτραπεί «μια τουριστική επένδυση ακόμη», αλλά ποιοι όροι μπορούν να θεωρηθούν επιστημονικά και χωρικά συμβατοί με τη συγκεκριμένη ιαματική πηγή και με το νησί συνολικά. Η σοβαρή απάντηση είναι η εξέταση ενός ειδικού πλαισίου ήπιας θερμαλιστικής και ευεξιακής αξιοποίησης: χαμηλή ένταση δόμησης, σαφή όρια, αυστηρούς όρους για το νερό, τα λύματα και την ενέργεια, ισχυρή προστασία του τοπίου και απόλυτο σεβασμό στους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η πραγματική προστασία δεν είναι να απαγορεύεις τα πάντα αδιακρίτως. Είναι να επιτρέπεις μόνο εκείνο που σέβεται τον τόπο και βελτιώνει το αναπτυξιακό του υπόδειγμα αντί να το εξαντλεί. Σε ένα νησί όπως η Σαντορίνη, ένας θεσμικά αναγνωρισμένος ιαματικός πόρος δεν είναι εμπόδιο προς απόκρυψη. Είναι στοιχείο φυσικού κεφαλαίου που, υπό αυστηρούς όρους, μπορεί να υπηρετήσει μια πιο ώριμη ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και στην ανάπτυξη. Αυτό δεν είναι παραχώρηση. Είναι σοβαρός σχεδιασμός.
Ο κ. Σωτήρης Βαρελάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Τουριστικών Σπουδών – διευθυντής Εργαστηρίου Τουριστικής Αριστείας Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
