«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη. / Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζει / και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της / κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Ενας γέροντας στην ακροποταμιά», από την ποιητική συλλογή του «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β΄».
Αυτή η καθάρια απλότητα στη δομή, η υπαινικτική αναφορά σε κακώς κείμενα του τόπου και η υποδόρια συγκινησιακή διάσταση του σεφερικού λόγου απαντώνται και στη γραφή του συγγραφικού διδύμου Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη, στην πιο φωτεινή εκδοχή της φυσικά, αλλά όχι και στη σκηνική απόδοση του έργου τους «Τζένη – Τζένη» από τον Νίκο Καραθάνο, του οποίου οι σκηνοθετικές επιλογές παλινωδούν από την παρωδία στη νοσταλγία της αναπόλησης της ταινίας και τανάπαλιν.
Η συνεργασία Πρετεντέρη – Γιαλαμά ξεκίνησε το 1962, διήρκεσε μία δεκαετία και παρέδωσε στο κοινό 20 κωμωδίες που διαμόρφωσαν τη θεατρική και κινηματογραφική αισθητική της εποχής, αγαπήθηκαν πολύ από μικρούς και μεγάλους θεατές και παίχτηκαν από τους σημαντικότερους θιάσους της εποχής.
Το συγγραφικό ύφος τους διακρίθηκε για τη θεατρική του οικονομία, τους ευφυείς σπινθηροβόλους διαλόγους του με μνημειώδεις ατάκες που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, τους καλογραμμένους ρόλους αναγνωρίσιμων χαρακτήρων, τον εύστοχο κοινωνικό σχολιασμό, την κομψή διακωμώδηση χρόνιων ελληνικών παθογενειών.
Τα έργα τους λειτουργούν ως κοινωνικά ντοκουμέντα της εποχής, καθώς καταγράφουν τη μεταπολεμική ελληνική αστική και μεσοαστική κοινωνία, μια κοινωνία που αλλάζει ραγδαία μέσα στην πολυτάραχη δεκαετία του ’60, η οποία πήρε τη σκυτάλη της ελπίδας για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου από την προηγούμενη δεκαετία, για να οδηγηθεί σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, που σηματοδοτήθηκε από την αποστασία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τον Ιούλιο του 1965 και τη δημιουργία πέντε θνησιγενών κυβερνήσεων μέχρι τον Απρίλιο του 1967, όταν ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος κατέλαβαν την εξουσία.
Η ταινία «Τζένη -Τζένη» βγήκε στους κινηματογράφους το 1966, εκείνη ακριβώς τη μεταβατική πολιτικά και κοινωνικά περίοδο και αναπόφευκτα σχολιάζει την πολιτική πατρωνία, τον νεποτισμό, την κυριαρχία των κραυγαλέα ιδιοτελών κομματαρχών, αλλά και τον νεοπλουτισμό, την κοινωνική αναρρίχηση, τη μίμηση του ευρωπαϊκού ή αμερικανικού τρόπου ζωής.
Βάση για το κινηματογραφικό σενάριο αποτέλεσε η θεατρική κωμωδία του Λουί Βερνέιγ «Κρατικές υποθέσεις» που ανέβασε το 1963 ο θίασος Τζένης Καρέζη και Λάμπρου Κωνσταντάρα στο θέατρο Διονύσια, όπου ένας υποψήφιος υπουργός παντρεύεται με λευκό γάμο μια δυναμική και χειραφετημένη δασκάλα και στη συνέχεια ερωτεύονται. Ο πυρήνας της πλοκής διατηρείται και στο «Τζένη Τζένη», μόνο που εδώ μεταφερόμαστε από τον Λευκό Οίκο στις Σπέτσες, με έμφαση στο νησιωτικό τοπίο και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, και φυσικά οι αστραφτεροί διάλογοι των Πρετεντέρη – Γιαλαμά κάνουν τη διαφορά και το θαύμα τους.
Μια αμήχανη παράσταση
Το κείμενο των Πρετεντέρη – Γιαλαμά λάμπει και στην παράσταση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, παρά τις βεβιασμένες προσπάθειες του Νίκου Καραθάνου να το θολώσει, να το μουτζουρώσει, να το σκοτεινιάσει. Οι σκηνοθετικές του επιλογές ταλαντεύονται ανάμεσα σε αντικρουόμενες προθέσεις, χωρίς τελικά να καταφέρνει να τις συμφιλιώσει οργανικά. Από τη μία επιχειρεί μια νοσταλγική, σχεδόν κινηματογραφική αναπαράσταση της γνώριμης ατμόσφαιρας του έργου και από την άλλη εισάγει σύγχρονες, πιο αποστασιοποιημένες πινελιές, που όμως μένουν ημιτελείς και ασύνδετες με το συνολικό ύφος.
Αυτές οι αντιφατικές επιλογές δημιουργούν μια αίσθηση σκηνοθετικής αμηχανίας. Οι ρυθμοί αλλάζουν απότομα, οι τόνοι των ερμηνειών δεν εναρμονίζονται πάντα μεταξύ τους, αρκετές σκηνές μοιάζουν να αναζητούν εκ των υστέρων τη λειτουργία τους μέσα στην παράσταση και, αντί να προκύπτει μια δημιουργική ανάγνωση του έργου, διαμορφώνεται συχνά η εντύπωση μιας παράστασης που δεν έχει αποφασίσει με σαφήνεια τι ακριβώς θέλει να είναι.
Την ίδια ασάφεια εκπέμπει και η υπερσυσσώρευση ετερόκλητων και ασύνδετων σκηνικών στοιχείων (Κωνσταντίνος Σκουρλέτης) που επιβαρύνουν το οπτικό πεδίο του θεατή – κόκκινα κινέζικα φανάρια, κινέζικες επιγραφές, το λογότυπο της Φίνος Φιλμς, γιγαντοαφίσες με την Τζένη Καρέζη, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, κόκκινο διάφανο παραπέτασμα που καλύπτει τη δράση στο σπίτι του εφοπλιστή Κασανδρή και ένα έρημο εκκλησάκι που το πάνε και το φέρνουν πέρα δώθε. Πολλή πληροφορία που συσκοτίζει ένα ήδη υπερφορτωμένο σκηνικό σύμπαν. Αντιθέτως, τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη και οι μουσικές του Αγγελου Τριανταφύλλου συνομιλούν δημιουργικά με την ταινία και το συναίσθημα του θεατή.
Ως ηθοποιός ο Νίκος Καραθάνος, στον ρόλο του Κοσμά Σκούταρη, προδίδει τις ψυχικές διακυμάνσεις του χαρακτήρα του με τη συνεχή λυγμική του τονικότητα. Θυμήθηκα αυτό που έγραφε ο Λευτέρης Βογιατζής στις «Σημειώσεις Υποκριτικής»: «Με την υπερβολική συγκίνηση του ηθοποιού δεν διατηρείται η γεωμετρία του τόνου, και αυτό κάνει τις φράσεις να ξεφτίζουν». Η συνήθως αφοπλιστική υποκριτικά Γαλήνη Χατζηπασχάλη, στον κεντρικό ρόλο της Τζένης Σκούταρη, εδώ μάλλον έλαβε συγχυτική σκηνοθετική καθοδήγηση, με αποτέλεσμα να καταφεύγει στον στόμφο και να καρτουνίζει ασταμάτητα.
Ξεχωρίζουν ερμηνευτικά ο Αγγελος Παπαδημητρίου – γλυκύτατος και συγκινητικός στον ρόλο της θείας Ματίνας, ο Χρήστος Λούλης – ευχάριστα ανέμελος ως Νίκος Μαντάς, ο Κώστας Μπερικόπουλος – με κύρος αλλά και σκληρότητα ως άρχων του τόπου εφοπλιστής Κασανδρής που όλα τα αγοράζει με τα χρήματά του, η Χάρις Αλεξίου – λιτή και απέριττη ως Ντιάνα Κασανδρή, και φυσικά η πάντα έξοχη και πληθωρική Ιωάννα Μαυρέα ως Κλάρα Καρίπη.