«Πολλά κακά μας κυνηγούν συγχρόνως και είμαστε τόσο απελπιστικά γυμνοί. Μέσα στα τόσα περιττά εμβόλια, τα μόνα απαραίτητα είναι τα μεταφυσικά, που ανακαλύφθηκαν σε πολύ μακρινούς καιρούς και είναι πια δυσεύρετα. Μπολιαστείτε με τη μεταφυσική κι αφήστε τη φωτιά να ‘ρθει και να κρίνει» γράφει το 1979 ο ιταλός στοχαστής Γκουίντο Σερονέτι στο φιλοσοφικό του δοκίμιο «Η σιωπή του σώματος».
Μεταφυσική αλληγορία
Η λιτή, βαθιά στοχαστική και καθηλωτικά ποιητική παράσταση του Ιάπωνα ψυχιάτρου, εικαστικού και δραματουργού Κουρό Τανίνο «Sleeping Fires» συναρμονίζεται με τη σκέψη του Σερονέτι. Ο τίτλος της, «Φωτιές που κοιμούνται», είναι μια μεταφυσική αλληγορία. «Ο θυμός φωλιάζει σαν φωτιά που κοιμάται στην ψυχή και στο σώμα των ανθρώπων. Αυτή η φωτιά δε σβήνει ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν. Κοιμάται μέχρι τη μέρα που θα ξυπνήσει και θα αναζωπυρωθεί» εξηγεί η Ικου, η τυφλή, σοφή χειροπράκτης – και κεντρικό πρόσωπο της παράστασης – που αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω της «διαφορετικά» και σίγουρα πιο ολιστικά. Οπως άλλωστε πρεσβεύει ο Σερονέτι στη «Σιωπή του σώματος», «το σώμα δεν αποκαλύπτεται παρά στους αληθινούς φιλοσόφους» και η Ικου – alter ego του δημιουργού της – είναι μια αληθινή φιλόσοφος της ζωής.
Η αρχαία Γη της Ιαπωνίας
«Σε μια χώρα του παρελθόντος ζούσε μια γυναίκα που ανίχνευε το περίγραμμα του κόσμου με μάτια που δεν μπορούσαν να δουν. Αντικατέστησε το φως με τον ήχο ακούγοντας μελωδίες, καθοδηγούμενη από τα ίχνη που άφηναν πίσω τους οι μυρωδιές και διαβάζοντας την αλήθεια μέσα από το άγγιγμα του δέρματος. Αυτή είναι μια ιστορία του χειμώνα που γεννήθηκε από τις μνήμες οι οποίες κρατήθηκαν στα χέρια μιας γυναίκας». Η εισαγωγή στο σύμπαν του Κουρό Τανίνο γίνεται από την Αφηγήτρια, που εδώ δεν είναι πρόσωπο, αλλά η Γη. Η αρχαία Γη της Ιαπωνίας, η Μητέρα Γη, η οποία έχει γεννήσει ανθρώπους, έθιμα, παραδόσεις, δοξασίες, θρύλους. Η Μητέρα Γη η οποία με σοφία περιποιεί τα πάντα.
Θεραπευτικό χάρισμα σαν προσευχή
Βρισκόμαστε στο 1840, στα τέλη της περιόδου Τέμπο (Tenpō), που σηματοδοτείται από σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην Ιαπωνία (1840-1843), οι οποίες επέβαλαν στον λαό οικονομική λιτότητα και απαγόρευση κοινωνικής κινητικότητας ανάμεσα στις τέσσερις τάξεις (πολεμιστές, αγρότες, τεχνίτες, έμποροι). Αμέσως μετά θα ακολουθήσουν εξεγέρσεις και η Ιαπωνία θα δεχθεί έντονες επιρροές από τη Δύση. Σε αυτή την ιστορική ρωγμή, ο Κουρό Τανίνο εστιάζει σε ένα ορεινό χωριό, στο φτωχικό σπίτι της Ικου, μιας τυφλής γυναίκας, η οποία «ασκεί τη χειροπρακτική σαν προσευχή στον Βούδα» και μοιράζεται γενναιόδωρα το θεραπευτικό της χάρισμα αλλά και τη σοφία της ζωής, όπως την έχει διδαχθεί αγγίζοντας και «διαβάζοντας» τα σώματα και τις ψυχές των ανθρώπων.
Αρχαία τραγωδία και κάθαρση
«Ολα σε αυτόν τον κόσμο φορούν μια μάσκα ψεύδους. Μόνο ο θάνατος είναι ειλικρινής». «Το στήθος είναι η φωλιά της φωνής. Εδώ βρίσκονται φωνές σιωπηλές, φωνές σιγασμένες, φωνές πεθαμένες». «Η μέση είναι η έδρα της ζωής. Ο πόνος εκεί αντιστοιχεί σε κάτι που πονάει στη ζωή». Ο φτωχικός της οίκος είναι ένα απάγκιο ψυχής, όπου απλόχερα βρίσκουν καταφύγιο, θαλπωρή και κατανόηση νέοι και γέροι, δίκαιοι και άδικοι, θύτες και θύματα του σκληρού, αφιλόξενου κόσμου που παραμονεύει απ’ έξω, στις πολυπληθείς, απρόσωπες πόλεις. Η βία και η τοξικότητα της πόλης, όμως, κάποια στιγμή εισβάλλει και στο ησυχαστήριο της Ικου με τη μορφή μιας νέας όμορφης κοπέλας, της Σάγιο, η οποία τυφλώθηκε όταν ήταν 12 ετών από τον δολοφόνο της μητέρας της. Με αυτόν τον άνθρωπο, τον Μανκίτσι, μοιράζεται τη ζωή της εδώ και χρόνια η Ικου, αγνοώντας το παρελθόν του, αλλά γνωρίζοντας τη «φωτιά που κοιμάται μέσα του» μέσα από τη σωματική επαφή τους. Το τέλος αυτής της χειμωνιάτικης ιστορίας, όπου «το χιόνι καλύπτει τους ήχους του κόσμου», θυμίζει αρχαία τραγωδία, όπου η Κάθαρση συντελείται με φυσικό τρόπο και αφήνει στη συνέχεια τη ζωή να αναλάβει τον επουλωτικό της ρόλο. Εχουν προηγηθεί η Υβρις (φόνος), η Ατη (τυφλότητα κυριολεκτική και μεταφορική) και η Τίσις (εκδίκηση και τιμωρία).
Παράσταση βάλσαμο στην ψυχή του θεατή
Ο πολυσχιδής Κουρό Τανίνο φέρει στο έργο του τη λιτότητα, την ποιητικότητα και τη σοφία της προφορικής και γραπτής παράδοσης του ιαπωνικού πολιτισμού αλλά και τα δομικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ενώ η παραστατική του πρόταση είναι συμπεριληπτική με σύγχρονους όρους (ενσωμάτωση καλλιτεχνών με οπτική αναπηρία), ταυτόχρονα διατηρεί μικρά διαχρονικά πολιτισμικά τελετουργικά (άναμμα φωτιάς, προετοιμασία τσαγιού, παπούτσια εκτός σπιτιού, άγγιγμα στα καμπανάκια εξώπορτας κατά την είσοδο και έξοδο), όπως και ήχους παραδοσιακών οργάνων (σαμισέν, φλάουτο, κουδουνάκια, ηχογαβάθα, τύμπανα) ως παράλληλες σημάνσεις του σκηνικού του αφηγήματος (σχεδιασμός ήχου: Κότζι Σάτο).
Η ιαματική δύναμη της καλοσύνης και της αλληλεγγύης
Το «Sleeping Fires» είναι μια παράσταση βάλσαμο στην ψυχή του θεατή. Μια ποιητική αλληγορία που εστιάζει στη βίαιη φύση του ανθρώπου αλλά και στην ιαματική δύναμη της καλοσύνης και της αλληλεγγύης για να μιλήσει αντίστοιχα για τις ανεξέλεγκτες βιαιοπραγίες που σαρώνουν τις σύγχρονες κοινωνίες αλλά και για τη θεραπευτική διάσταση της επαφής του ανθρώπου με τη φύση, όπως και με την τέχνη.
Ο Κουρό Τανίνο αξιοποιεί τον ισχυρό συμβολισμό της φωτιάς μέσα από την έννοια του Uzumibi (της θαμμένης στάχτης που σιγοκαίει), όπως και την παρουσία του τανούκι (του μυθικού ιαπωνικού ασβού) για να προσθέσει μια απόκοσμη, μεταμορφωτική διάσταση στο σκηνικό του αφήγημα. Η άρτια παραστατική του πρόταση είναι τόσο λεπτομερώς δουλεμένη και εκτελεσμένη που θυμίζει κινηματογραφικές σεκάνς.
Αξίζουν συγχαρητήρια στη δημιουργική ομάδα του Μιτσίκο Ινάντα (σκηνικά), Μασαγιούκι Αμπε (σχεδιασμός φωτισμών), Μαρίκο Τομογιόσι (κοστούμια), στους ηθοποιούς του Σουσούμου Ογκάτα, Ινέκο Καουάι, Τακάο Σιμπάτα, Ρίο Σεκίμπα, Νατσούε Χιακουμότο, όπως και στον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Μιχαήλ Μαρμαρινό για την άριστη επιλογή.
