Στις 2 Αυγούστου 1776 εγκρίθηκε από το Κογκρέσο η Ιδρυτική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Την είχαν συντάξει τρεις σπουδαίοι άνδρες της εποχής: ο Τόμας Τζέφερσον, ο Τζον Ανταμς και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος.
Μαζί με το κείμενο του Συντάγματος του 1787 και τη Διακήρυξη Xειραφέτησης του 1832 είναι τα τρία σημαντικότερα πολιτικά κείμενα της χώρας. Ομως τεράστια υπήρξε και η πολιτισμική τους σημασία. Οχι μόνο ως κείμενα αυτά καθαυτά αλλά και ως αφετηρία της πορείας απογαλακτισμού της αμερικανικής λογοτεχνίας από την ευρωπαϊκή της μητέρα, δηλαδή τη Μεγάλη Βρετανία.
Η πορεία ήταν μακρά κι εξόχως συναρπαστική· και εξηγεί ένα πρωτοφανές ιστορικό φαινόμενο: πώς μια κουλτούρα που προέκυψε από τις παραδόσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού κατάφερε να τις μεταμορφώσει με απίστευτη ταχύτητα. Οταν στη δεκαετία του 1830 ο κορυφαίος συγγραφέας των υπερβατιστών της Νέας Αγγλίας Ραλφ Γουάλντο Εμερσον ζητούσε τη δημιουργία μιας «Νέας Ιερουσαλήμ» στον Νέο Κόσμο, ούτε και ο ίδιος θα φανταζόταν ίσως πως σήμερα η παλιά αποικία των Βρετανών θα κυριαρχούσε πολιτισμικά παγκοσμίως· για να θυμηθώ τον ποιητή Καρλ Σαπίρο (και μεταφορικά μιλώντας πάντα), πως η νέα πολιτισμική αποικία θα ήταν η Ευρώπη.
Σε καμιά άλλη χώρα δεν εκδίδονται 60.000 περιοδικά και εφημερίδες, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ, ενώ και οι συγγραφείς που παγκοσμίως διαβάζονται περισσότερο είναι Αμερικανοί. Επιπλέον, η διεθνής καθιέρωση ενός συγγραφέα από την Ευρώπη – και όχι μόνο – προϋποθέτει την ανάδειξη και την καθιέρωσή του πρώτα στις ΗΠΑ.
Η γλώσσα των παλαιών αποίκων μεταμορφώθηκε όχι απλώς σε ό,τι αφορά τον χειρισμό της, αλλά κι εν μέρει γραμματικά και συντακτικά, ενώ πλήθος αγγλοσαξονικές λέξεις αντικαταστάθηκαν από λατινογενείς. Τα αγγλικά είναι μία γλώσσα ασφαλώς (και η αγορά τους είναι μία άλλωστε) αλλά επί της ουσίας άλλη γλώσσα είναι τα αμερικανικά και άλλη τα βρετανικά.
Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες έχουμε εθνικούς ποιητές, όχι όμως στις ΗΠΑ. Ο Γουόλτ Γουίτμαν υπήρξε ο γενάρχης της νεότερης αμερικανικής ποίησης, δεν ήταν όμως εθνικός ποιητής όπως τον εννοούμε στην Ευρώπη. Είναι ο ποιητής της δημοκρατίας, αυτός που, όπως είπε πολύ ωραία ο Σαπίρο, μετέφερε στο μεγάλο έργο του «Φύλλα χλόης» το Σύνταγμα της χώρας του.
Βοστώνη, Νέα Υόρκη, Σικάγο, Νέα Ορλεάνη
Δεν είναι δυνατόν έστω και να σκιαγραφήσει κανείς σε ένα κείμενο την πορεία και τις μεταμορφώσεις της αμερικανικής λογοτεχνίας. Μπορούμε όμως να αναφέρουμε κάποιες πτυχές της που την καθιστούν μοναδική.
Και αυτές ορίζονται από τέσσερις περιοχές: τη Βοστώνη των υπερβατιστών, το Σικάγο του Αβραάμ Λίνκολν και του κορυφαίου συγγραφέα του 20ού αιώνα Σολ Μπέλοου, τη Νέα Υόρκη των αμέτρητων πεζογράφων και ποιητών (την πιο ευρωπαϊκή πόλη της χώρας, που είναι όμως και μια σύνοψη της οικουμένης), τη Νέα Ορλεάνη και τον βαθύ Νότο μεγάλων μορφών, όπως ο Γουίλιαμ Φόκνερ, ο Μαρκ Τουέιν, ο Τενεσί Γουίλιαμς, ο Εντγκαρ Αλαν Πόου και ο Τρούμαν Καπότε. Αναφέρω ελάχιστους από τους πιο γνωστούς στη χώρα μας.
Η Αμερική σήμερα είναι ό,τι και το Παρίσι του 19ου αιώνα. Κι άλλωστε από το Παρίσι πέρασαν οι μείζονες αμερικανοί πεζογράφοι: ο Χέμινγκγουεϊ, ο Φόκνερ, ο Τζον Ντος Πάσος, η γενιά των μπιτ ποιητών, που όλοι τους υπήρξαν Αμερικανοί έως μυελού οστέων. Η κίνηση των συγγραφέων εντός και εκτός της χώρας είναι ομόλογη των εσωτερικών μετακινήσεων του γενικού πληθυσμού. Ουδείς ήταν γηγενής. Ολοι υπήρξαν μέτοικοι που ήθελαν να γίνουν έποικοι. Γηγενείς ήταν θα λέγαμε μόνο οι Ινδιάνοι και οι μαύροι.
Αντίστοιχα των μεγάλων αμερικανικών μυθιστορημάτων δεν έχουμε στην Ευρώπη – όχι βέβαια από πλευράς αξίας αλλά θεματολογίας, στάσης ζωής και πρωταγωνιστών. Στην Ευρώπη μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις με την Ευγενία Γκραντέ, την Εμα Μποβαρί και την Αννα Καρένινα αλλά με τίποτε δεν συγκρίνεται ο καπετάνιος Αχαάβ του Χέρμαν Μέλβιλ, που κυνηγώντας τη λευκή φάλαινα στον Μόμπι Ντικ βυθίζεται μαζί με το πλοίο του, δηλαδή το φέρετρο ενός πολιτισμού ο οποίος του ήταν ξένος. Σαν τον Γουίτμαν, τον καπετάνιο που από το πλοίο του «αποχαιρετά» τον Παλαιό Κόσμο.
Κανείς σχεδόν από τους μείζονες αμερικανούς συγγραφείς δεν ήθελε να επιστρέψει στον Παλαιό Κόσμο. Οι μόνοι που το έκαναν ήταν ο Τ. Σ. Ελιοτ, ο Εζρα Πάουντ και ο Χένρι Τζέιμς. Οχι όμως για να βρουν τις πολιτισμικές τους ρίζες, αλλά για να γίνουν Ευρωπαίοι. Αυτοί αποτελούν παρένθεση μέσα στην αμερικανική κοινωνία, σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον όπου η κουλτούρα των ριζών έπαψε να υπάρχει.
Η «νέα δημοσιογραφία»
Οι Ευρωπαίοι απορούμε συχνά με την ευχέρεια με την οποία οι αμερικανοί συγγραφείς ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς έχουν καταθέσει σημαντικό έργο για πρόσωπα της λεγόμενης μαζικής κουλτούρας. Τα χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο Νόρμαν Μέιλερ, το μεγαλύτερο ταλέντο της γενιάς του, κατά τη Σούζαν Σόνταγκ, που πήρε συνέντευξη από τη Μαντόνα ή έγραψε βιβλίο για τη Μέριλιν Μονρόε.
Αυτός ο γαργαντούας της γραφής όμως έγραψε κι ένα θαυμάσιο βιβλίο για την αποστολή στη Σελήνη, το Μια φωτιά στο φεγγάρι, και υπήρξε από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της λεγόμενης «νέας δημοσιογραφίας», όρο που τον καθιέρωσε τον 19ο αιώνα στην Αγγλία ο Μάθιου Αρνολντ. Και αξεπέραστο μυθιστόρημα της νέας δημοσιογραφίας είναι ασφαλώς το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε. Τα παραδείγματα είναι απλώς ενδεικτικά της μεταμορφωτικής δύναμης της αμερικανικής κουλτούρας και της παγκόσμιας απήχησής της.
Με το πολιτικό περιεχόμενο της αμερικανικής πεζογραφίας (αλλά σε μεγάλο βαθμό και της ποίησής της) δεν υπάρχει ευρωπαϊκό παράδειγμα ικανό σήμερα να αντιπαρατεθεί. Η δυτική κουλτούρα μιμείται πλέον την αμερικανική – και όχι πάντα με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Το Παρίσι δεν είναι πια η πρωτεύουσα του αιώνα μας, όπως συνέβαινε πριν από 150 χρόνια, το Βερολίνο δεν αποτελεί σημειακό τόπο της δυτικής λογοτεχνίας, αλλά η Νέα Υόρκη είναι σημαντική και κρίσιμη για το μέλλον του κόσμου όσο και η Σίλικον Βάλεϊ.
Πολλοί ανησυχούν για το χτύπημα που έχει επιφέρει ο τραμπισμός στις ΗΠΑ. Αλλά αυτός δεν είναι ικανός να ανατρέψει την ιλλιγγιώδη πορεία της χώρας του Λίνκολν, του Τζέφερσον, των μεγάλων αφηγήσεων και της οικουμενικής σημασίας τους. Παρόμοια φαινόμενα είχαν παρουσιαστεί και στο παρελθόν. Μένει να δουμε πώς θα πορευθεί η υπερατλαντική δημοκρατία στο μέλλον, γιατί το παρελθόν της δεν ακυρώνεται, όπως το είχε τονίσει ο μέγας Φόκνερ: «Το παρελθόν δεν είναι ποτέ παρελθόν». Αυτή η πολυδιάστατη κληρονομιά είναι το μέλλον. Και προς το παρόν, άλλο μέλλον δεν υπάρχει.
