Στη Γερμανία, αρχές δεκαετίας του ’60, η δωδεκάχρονη Κάρλα το σκάει από το σπίτι της για να καταγγείλει την εδώ και χρόνια κακοποίησή της από τον ίδιο της τον πατέρα. Ο ηλικιωμένος δικαστής που αναλαμβάνει την υπόθεση έρχεται αντιμέτωπος με την ενίοτε αδιαπέραστη στάση του τραυματισμένου, φοβισμένου και διστακτικού παιδιού.
Αυτή η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Κάρλα και τον δικαστή, ο οποίος μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς και ελπίδας επιλέγοντας την προστασία της, είναι ο καμβάς της ταινίας «Kάρλα», που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και χάρισε στην ελληνικής καταγωγής πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτρια Κριστίνα Τουρνατζή το βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Σεναρίου στο Φεστιβάλ του Μονάχου. Μήνες μετά την ελληνική της πρεμιέρα στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όπου κέρδισε τρία βραβεία (Κοινού, Σεναρίου, Fipresci), η ταινία προβάλλεται στις αίθουσες σε διανομή Rosebud21.
Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει αρκετά τον κινηματογράφο. Τι καινούργιο θα θέλατε να προσθέσει η δική σας ταινία;
«Η αρχική μου ιδέα ήταν να εστιάσω έντονα στην οπτική γωνία της Κάρλα: την οπτική γωνία τού επιζώντος. Οταν αρχίσαμε να μιλάμε με την Ιβόν Γκέρλαχ, τη συγγραφέα του σεναρίου, ανακαλύψαμε ότι υπάρχουν πολλές ταινίες που ασχολούνται με τη σεξουαλική επίθεση, αλλά η εστίαση δεν ήταν στην οπτική γωνία του επιζώντος. Ισως επειδή είναι δύσκολο να βρεις μια γλώσσα χωρίς να αναπαράγεις φρικτές εικόνες. Αλλά ακριβώς αυτός ο περιορισμός με ενδιέφερε ως καλλιτέχνη. Πώς κινηματογραφείς κάτι που δεν μπορεί να προβληθεί; Η γλώσσα της κάμερας δεν πρέπει ποτέ να προδίδει την αξιοπρέπεια του παιδιού. Είναι σαφές ανά πάσα στιγμή ότι η Κάρλα ηγείται της αφήγησης. Γι’ αυτό και η φωνή της είναι πολύ δυναμική».
Η ηθοποιός που υποδύεται την Κάρλα είναι η Ελίζε Κριπς, κόρη της Βίκι Κριπς, που είναι επίσης ηθοποιός, επομένως ξέρει τη δουλειά σας. Πιστεύετε ότι θα ήταν δύσκολο για εσάς να πείσετε τους γονείς μιας κοπέλας που θα σας ταίριαζε για τον ρόλο αλλά δεν θα ήταν του επαγγέλματός σας;
«Ναι, νομίζω πως ναι, επειδή η κύρια πλοκή είναι η ανάκριση μεταξύ του δικαστή και της Κάρλα. Η βασική αρχή της Κάρλα είναι να μη μιλάει για τίποτα που δεν μπορεί να ειπωθεί. Και αυτή έγινε η βασική μας αρχή στο πλατό. Ημασταν πολύ προσεκτικοί και ευαίσθητοι στο ποιες εικόνες θα δείχναμε. Για παράδειγμα, πήραμε την απόφαση να δείξουμε μόνο αναδρομές στο παρελθόν από την οπτική γωνία της Κάρλας. Θυμάμαι τη συζήτηση με τον Φλόριαν Εμεριχ, τον διευθυντή φωτογραφίας, επειδή είναι μια πολύ ριζοσπαστική επιλογή. Σημαίνει ότι η κάμερα βλέπει μόνο ό,τι βλέπει η Κάρλα και εμείς δεν βλέπουμε την Κάρλα στο κάδρο. Δεν ήθελα να δημιουργήσω μια εικόνα που να δείχνει την Κάρλα στο δωμάτιό της, όπου έχει συμβεί σεξουαλική επίθεση. Γυρίσαμε αυτές τις σκηνές χωρίς την Ελίζ, η οποία ήταν η καλύτερη επιλογή».
Πώς καθοδηγήσατε την Ελίζε Κριπς, στο πλαίσιο της απαραίτητης προστασίας που επιβάλλει το θέμα;
«Δεν την υπερφόρτωσα με πληροφορίες. Για παράδειγμα, αποφασίσαμε ότι η Ελίζε δεν έπρεπε να διαβάσει το σενάριο στην αρχή. Της είπα την ιστορία με δικά μου λόγια και μετά προετοιμάστηκε μόνο για τις σκηνές που ήταν προγραμματισμένες για τις επόμενες μέρες. Καταφέραμε να κάνουμε τα γυρίσματα χρονολογικά. Αυτή η φιλοσοφία βήμα προς βήμα ήταν πολύ χρήσιμη για εκείνη συναισθηματικά και της επέτρεψε να κάνει την εξέλιξη του να ανοιχτεί περισσότερο, εμβαθύνοντας στην ιστορία και την ψυχοσύνθεση της Κάρλας. Σαν ένα κρεμμύδι που ξεφλουδίζεται – μέχρι την αναμέτρηση στο δικαστήριο στο τέλος, όπου έπρεπε να αντιμετωπίσει “τον πατέρα της”, κάτι που για εκείνη ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι».
Η χημεία ανάμεσα στην Κάρλα και τον δικαστή είναι κομβικής σημασίας για μια τέτοια ταινία που στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα two people show. Χρειάστηκαν πρόβες για να την πετύχετε ή ήταν εκεί από την αρχή;
«Δεν κάναμε καθόλου πρόβα. Στη Γερμανία υπάρχουν πολύ αυστηροί κανόνες για τα γυρίσματα με παιδιά, τρεις ώρες μπροστά στην κάμερα, πέντε ώρες στο πλατό – την ημέρα. Αυτό μας έθεσε περιορισμούς. Ετσι, το σχέδιό μας ήταν να συζητάμε με ακρίβεια κάθε βήμα της σκηνής, ώστε όλοι να ξέρουν από πριν ακριβώς τι να κάνουν. Φυσικά, αποκαλέσαμε την πρώτη λήψη “καυτή πρόβα”. Αυτή η μέθοδος δημιούργησε μεγάλη ένταση μεταξύ του δικαστή και της Ελίζε και έκανε την υποκριτική μεταξύ τους πολύ άμεση και ρεαλιστική. Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων γυρίσαμε τη σκηνή στο αστυνομικό τμήμα. Η Κάρλα συναντά τον δικαστή για πρώτη φορά. Ηταν επίσης η ίδια μέρα που η Ελίζε γνώρισε για πρώτη φορά τον Ράινερ Μποκ, τον ηθοποιό που υποδύεται τον δικαστή».
Μιλήστε λίγο για τις επιστημονικές συμβουλές που δεχτήκατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου ή και των γυρισμάτων.
«Εκανα κάποια έρευνα και διάβασα περισσότερα για το θέμα. Ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι κάθε παιδί ή άτομο που έχει υποστεί κακοποίηση βιώνει την κακοποίηση ξεχωριστά και αντιμετωπίζει επίσης αυτό το τραύμα πολύ ξεχωριστά. Γι’ αυτό η έρευνα σε μεγαλύτερη κλίμακα δεν ήταν τόσο χρήσιμη, καθώς ήθελα να επικεντρωθώ σε αυτή τη μία ιστορία και να ασχοληθώ με την πολύ ατομική φύση αυτού του κοριτσιού. Ηταν η πλούσια φαντασία της που την έσωσε. Αυτή η ικανότητα να ονειρεύεται τον εαυτό της σε έναν άλλο κόσμο και να αντλεί δύναμη από αυτόν ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την απεικόνιση αυτού του χαρακτήρα».
Πώς ερμηνεύετε την άρνηση της Κάρλα να μιλήσει για ό,τι έζησε, ακόμα και σε έναν άνθρωπο που ενστικτωδώς εμπιστεύεται, τον «άλλο πατέρα», που είναι ο δικαστής;
«Εμπιστεύεται τον δικαστή, ναι, αλλά αρνείται να μιλήσει για λεπτομέρειες επειδή είναι ντροπιαστικές και τραυματικές. Αυτή η ιδέα προέρχεται από την πραγματική Κάρλα, η οποία επίσης αρνήθηκε να μιλήσει για λεπτομέρειες. Είπε: “Δεν θέλω να μιλήσω για την επίθεση λεπτομερώς, αλλά θέλω να μιλήσω για το πώς με κάνει να νιώθω όταν συμβαίνει”».
Τι ήταν εκείνο που προσωπικά σας έκανε εντύπωση από την εμπειρία της δημιουργίας αυτής της ταινίας;
«Είναι τόσες πολλές, έμαθα τόσα πολλά – κυρίως να εμπιστεύομαι τη διαίσθησή μου ως καλλιτέχνη».
