Επαμεινώνδας Γονατάς: Ο ονειροποιός και παραδοξογράφος

Τη ζωή και το έργο του μεταπολεμικού συγγραφέα αναδιφά γλαφυρά στο νέο της βιβλίο η νεοελληνίστρια Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου

Επαμεινώνδας  Γονατάς: Ο ονειροποιός και παραδοξογράφος

Μεταπολεμικός συγγραφέας ο οποίος δεν καταπιάνεται με το βίωμα της Κατοχής και του Εμφυλίου σε ρεαλιστικές αφηγήσεις και μένει μακριά από ιδεολογικές κατασκευές της πραγματικότητας, ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (1924-2006) αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Η πρώτη (ψευδώνυμη) λογοτεχνική του εμφάνιση γίνεται με το ποίημα «Η μικρή εξοχική μας πόλη» στο περιοδικό «Παλμός» το 1944.

Θα εκδώσει το αφήγημα Ο ταξιδιώτης το 1945, τα ποιητικά πεζά Η κρύπτη (1959) και τις συλλογές σύντομων πεζογραφημάτων με ποιητικά χαρακτηριστικά Το βάραθρο (1963) και Οι αγελάδες (1963) προκαλώντας αμηχανία στην κριτική με τις ασυνήθιστες, αλλόκοτες εικόνες και ιστορίες του: «Ο ήλιος γέμισε πορτοκάλια το δωμάτιο. Απ’ τα χαλιά ξεκόλλησαν πουλιά· καθώς πετούν ολόγυρα, τα έπιπλα καθρεφτίζουν τις ωραίες τους φτερούγες που διώχνουν μακριά το θάνατο» (Η κρύπτη, «Ανασκαφή»). Θα μείνει στο παρασκήνιο και θα σιωπήσει λογοτεχνικά για δεκαετίες. Τα μεταγενέστερα πεζά του, ο Φιλόξενος καρδινάλιος (1986) και η Προετοιμασία (1991), είχαν καλύτερη τύχη. Η γενιά του τον αγνόησε, αλλά «σήμερα είναι ένας συγγραφέας που εκφράζει τις νεότερες γενιές, αποκτά φανατικούς αναγνώστες και θαυμαστές ανάμεσα στους πιο απαιτητικούς και προβληματισμένους».

Σε αυτή τη διαπίστωση βασίζεται το βιβλίο Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες (εκδ. Πατάκη) της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, ομότιμης καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τους νέους αναγνώστες έχει στο μυαλό της παρουσιάζοντας τη ζωή και το έργο του Γονατά με τη σειρά, ακολουθώντας τη γραμμή του βίου. Μικρασιατικής καταγωγής, από το Αϊβαλί, ανιψιός του βενιζελικού στρατιωτικού και πολιτικού Στυλιανού Γονατά, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα σε ένα σπίτι φιλόξενο, με μορφωμένους γονείς και καλή βιβλιοθήκη. Οι σχέσεις ζωής που τον διαμορφώνουν ως λογοτέχνη ανιχνεύονται ήδη στα πρώτα χρόνια και στο οικείο περιβάλλον.

Ο αθηναιογράφος, εκδότης και ακαδημαϊκός Δημήτριος Καμπούρογλους, γείτονας στην εξοχική κατοικία της οικογένειας στην Κηφισιά, θα διαβάσει τα εφηβικά γραπτά του Γονατά και θα τον παροτρύνει να μελετήσει τους γάλλους και τους ρώσους κλασικούς συγγραφείς. Στο ιδιωτικό Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον Δ. Ν. Μακρή που φοιτά θα γνωρίσει τον μετέπειτα ποιητή Γιώργο Μακρή. Φοιτητής της Νομικής, στη διάρκεια του πολέμου, στέλνει δύο διηγήματά του στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» και έτσι θα γνωρίσει τον ηπειρώτη ποιητή και αγωνιστή Γιώργο Κοτζιούλα, που εργάζεται στη σύνταξη του περιοδικού, ο οποίος θα ενθαρρύνει θερμά τον νεαρό συγγραφέα και θα συνδεθούν με φιλία ζωής.

Ο Γονατάς τον θεωρούσε «πρώτο του δάσκαλο στη λογοτεχνία», σχολιάζει η Αμπατζοπούλου, είναι εκείνος που θα τον μυήσει στις «μυστηριακές και υποβλητικές ατμόσφαιρες» της ηθογραφίας, στα μικρά παράξενα διηγήματα γερμανών και ρώσων συγγραφέων. Αργότερα ο Γονατάς θα αφοσιωθεί στην προώθηση του έργου και των δύο αυτών, θα εκδώσει τα Γραπτά (εκδ. Εστία, 1986) του Μακρή, που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του μετά την αυτοχειρία του το 1968, και επιστολές που του είχε στείλει ο Κοτζιούλας από τα Τζουμέρκα το 1941-1943 (Ανέκδοτα γράμματα, εκδ. Κείμενα, 1980) με σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή και την προσωπικότητά του.

Παπαδίτσας, «Πρώτη Υλη» και Καχτίτσης

Η Αμπατζοπούλου αναφέρεται στις σχέσεις αυτές ως ευτυχείς συναντήσεις. Συνδεόμενη και η ίδια με τον συγγραφέα με μακρόχρονη φιλία, μεταφέρει εδώ την ευγνώμονα δική του διάθεση απέναντι σε δασκάλους και συνομιλητές. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ξεχωρίζει ο ποιητής Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, γνώριμος κι αυτός από παλιά, όταν εργάζονταν και οι δύο στον Ερυθρό Σταυρό στην Κατοχή, με τον οποίο εξέδωσε ο Γονατάς το 1959 το βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό «Πρώτη Υλη». Μέσα από τις σελίδες του περιοδικού θα συστήσει στο ελληνικό κοινό τον γαλλο-γερμανό υπερρεαλιστή Ιβάν Γκολ, την ποίηση του οποίου γνώρισε ο Γονατάς σε μια από τις επισκέψεις του στην αδελφή του στο Παρίσι. Θα μελετά και θα μεταφράζει την ποίησή του ως το τέλος της ζωής του, με τελευταίο βιβλίο του το Ποιήματα (επιλογή, μετάφραση Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Στιγμή, 2003). Από τον Γκολ, κι από έναν άλλον φίλο και δάσκαλο, τον Εγγονόπουλο, ο Γονατάς θα διδαχθεί τη σημασία της εικόνας. Το περιοδικό θα σταθεί αφορμή για τη γνωριμία με τον Νίκο Καχτίτση που ζει στον Καναδά, την πυκνή αλληλογραφία και τη βαθιά φιλία τους – παρότι δεν συναντήθηκαν ποτέ –, η οποία οδήγησε στην έκδοση του Εξώστη (1964) του Καχτίτση με την επωνυμία της «Πρώτης Υλης» και, μεταφρασμένων στα αγγλικά, κειμένων του Γονατά από τον Καχτίτση στο Μόντρεαλ το 1968.

Σταθερές φιλίες, λογοτεχνικές εμμονές

Από την αφήγηση της Αμπατζοπούλου προκύπτει ένας Γονατάς προσηνής, ενθουσιώδης και ζεστός, σταθερός στις φιλίες του και στις λογοτεχνικές εμμονές του και παράλληλα φυσιολάτρης και ευδαιμονικά μονήρης στον κήπο του στην Κηφισιά με τα φυτά και τα ζώα του. Γύρω από τις σχέσεις του και τις εμμονές του κινούνται και οι συγγραφικές και εκδοτικές δραστηριότητές του, οι οποίες διακόπτονται μετά το 1963. Οφείλεται στη δικηγορία και στον βιοπορισμό, στη μακρόχρονη ασθένεια της γυναίκας του ποιήτριας Αννας Κατεβαίνη, στην αμήχανη έως αρνητική αντιμετώπιση από την κριτική; Στο αταξινόμητο ειδολογικά έργο του; Είναι ένας συγγραφέας που αναζητεί το μοντέρνο μέσα στο παλιό. Γράφει σουρεαλιστικά διηγήματα για αγελάδες που εκρήγνυνται χωρίς να είναι υπερρεαλιστής, ιστορίες με γίγαντες, σωσίες και μεταμορφώσεις χωρίς να είναι παραμυθάς, και με όνειρα χωρίς να είναι ονειροποιός. Είναι ένας συγγραφέας από τον οποίο απουσιάζει το βίωμα (κατά τον Σινόπουλο) ή μήπως συλλέγει αποσπασματικά εμπειρίες και τις μεταμορφώνει με τους τρόπους του παραμυθιού; Είναι ο συγγραφέας της μικρής παράδοξης ιστορίας, καταλήγει η Αμπατζοπούλου, με ρομαντικά και φανταστικά στοιχεία και ποιητικούς τρόπους γλωσσικής συγκρότησης.

Η συγγραφέας υπενθυμίζει τακτικά ότι το έργο του Γονατά δεν ταξινομείται σε εύκολες κατηγορίες, και θα πούμε το ίδιο για το δικό της βιβλίο που δρασκελίζει τις επικράτειες της βιογραφίας, του φιλολογικού δοκιμίου και των ενθυμήσεων με άνεση και προσφέρεται ως εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα χάρη στη ζωντάνια με την οποία παρουσιάζει τον κεντρικό χαρακτήρα. Ο Γονατάς της είναι χειροπιαστός.

Μυρίζουμε τις γαζίες που ευωδιάζουν στη Μιχαήλ Βόδα του πατρικού σπιτιού, ακούμε τα φθαρμένα ξύλινα πατώματα να τρίζουν στο σπίτι της Κηφισιάς όπου θα περάσει όλη του τη ζωή, τον βλέπουμε να ψάχνει με αγωνία τα κλειδιά του στη μεγάλη δερμάτινη τσάντα που κουβαλούσε πάντα μαζί του, να μαγειρεύει με τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη στην κουζίνα, να γράφει κείμενα με τον Παπαδίτσα για την «Πρώτη Υλη», να ξεχειμωνιάζει απομονωμένος μετά τον θάνατο της γυναίκας του στην Τήνο, να βρίσκει νέους συνομιλητές στη συντροφιά των εκδόσεων «Κείμενα», όταν τον ανακαλύπτει και τον επανεκδίδει ο Φίλιππος Βλάχος, και στο περιβάλλον της «Στιγμής» του Αιμίλιου Καλιακάτσου, να οργανώνει τα ανέκδοτα γραπτά του, να χάνεται στον κήπο με τις πάπιες, τον σκαντζόχοιρο, τις χελώνες και τις γάτες.

Εμφαση δίνεται στις σχέσεις που διαμορφώνουν ή επηρεάζουν το έργο, κι έτσι τα πρόσωπα του οικογενειακού περίγυρου που βλέπουμε στο φωτογραφικό υλικό που περιλαμβάνεται στον τόμο κάνουν σύντομα περάσματα από το βιβλίο, ενώ μένει στην άκρη η επαγγελματική και η λοιπή εξωλογοτεχνική ζωή του Γονατά. Εχοντας πάντα στο μυαλό της τους νέους αναγνώστες, η συγγραφέας εμβολίζει καίρια την αφήγηση της ζωής με ερμηνευτικές αναλύσεις των κειμένων και συνοδεύει με σημειώματα για τη θεωρία του φανταστικού, τη μικρή πρόζα και τους ρώσους συγγραφείς με το παιγνιώδες, ανοίκειο γράψιμο, που ενέπνεαν τον Γονατά. Καταφέρνει όμως να υποτάξει τον δοκιμιακό λόγο στην αφήγηση, σε μια λογοτεχνική βιογραφία όχι μόνο εξόχως χρήσιμη αλλά και απολαυστική.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version