Η απόφαση του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών να προχωρήσουν σε δυναμική στρατιωτική δράση εναντίον του θεοκρατικού και αυταρχικού καθεστώτος του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου ήρθε πριν από την ολοκλήρωση της «έμμεσης διαπραγματευτικής διαδικασίας» που διεξαγόταν μέχρι τότε στη Γενεύη μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν και τη διαμεσολάβηση του Ομάν. Είναι ενδιαφέρον ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση της Βενεζουέλας και της απαγωγής του προέδρου της χώρας Μαδούρο, στην περίπτωση του Ιράν αναζητήθηκε κάποιο είδος νομιμοποίησης της στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό η μη-νόμιμη, με βάση τις σχετικές διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν «δικαιολογήθηκε» από τον πρόεδρο Τραμπ ως άμυνα των ΗΠΑ έναντι της «άμεσης απειλής» που συνιστούσε το Ιράν.
Με σαφή στρατηγικό στόχο από την πλευρά του Ισραήλ την πλήρη εξάλειψη της «υπαρξιακής απειλής» που συνιστά το Ιράν με χρήση κάθε μέσου και σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής από την πλευρά του αμερικανού προέδρου (απουσία σαφούς «τελικού στόχου» και «στρατηγικής εξόδου»), ο ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου και ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ ανέλαβαν να «ολοκληρώσουν» όσα ο «πόλεμος των 12 ημερών» μεταξύ Ισραήλ και Ιράν και οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν το καλοκαίρι του 2025 είχαν αφήσει σε εκκρεμότητα.
Το Ιράν επέλεξε από την πρώτη στιγμή τη διεύρυνση του μετώπου και την εξαγωγή του πολέμου στις αραβικές χώρες του Κόλπου μέσω πληγμάτων (με βαλλιστικούς πυραύλους και drones) στις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις σε αυτές τις χώρες (όπως Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Κατάρ) καθώς και σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και άλλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις με στόχο να πιέσει τα κράτη του Κόλπου να παρέμβουν στις ΗΠΑ και να επιδιώξουν τον τερματισμό του πολέμου. Επιπρόσθετα, η ένταξη συγκεκριμένων «αντιπροσώπων» στον ιρανικό «άξονα της αντίστασης», αν και περιοριζόμενη προσώρας στην τρομοκρατική οργάνωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, εξακολουθεί να συμβάλλει στη διατήρηση ενός επιπλέον μετώπου πίεσης, κυρίως έναντι του Ισραήλ.
Ακόμα και εάν υποτεθεί ότι ο «τελικός στόχος» της επίθεσης έχει μετά από δύο εβδομάδες πολέμου καταστεί σαφής και αφορά την αλλαγή του ιρανικού θεοκρατικού και αυταρχικού καθεστώτος, εξακολουθεί εν τούτοις να παραμένει ασαφές πώς αυτός ο – ούτως ή άλλως εξαιρετικά δύσκολος να επιτευχθεί – στόχος συνδέεται με τους τεθειμένους στρατιωτικούς στόχους που αφορούν την ολοσχερή καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και των βαλλιστικών δυνατοτήτων του Ιράν. Λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του γεγονότος ότι η περίπτωση του Ιράν χαρακτηρίζεται από πολύ περισσότερα προβλήματα και επιβαρύνσεις σε σχέση με εκείνη του Ιράκ το 2003, είναι αναμενόμενο ότι η επιχειρούμενη προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος μέσω αεροπορικών βομβαρδισμών μιας μεγαλύτερης σε μέγεθος χώρας, με «δυσκολότερη γεωγραφία», μεγαλύτερο πληθυσμό, καθώς και στρατιωτικά ισχυρότερης του Ιράκ και μακράν ικανότερης να ανταποκριθεί στον σημερινό σύνθετο τύπο πολέμου θα αποτύχει.
Εξαιρετικά δύσκολη – εάν όχι αδύνατη – δείχνει επίσης η προσπάθεια σύνδεσης της εξωτερικής πίεσης που ασκείται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στο σιιτικό καθεστώς με την εσωτερική αντίδραση (αντιπολιτευτικές δυνάμεις στο εσωτερικό του Ιράν) ή με την ένοπλη κινητοποίηση αντιτιθέμενων στο καθεστώς εθνοτικών ομάδων (Κούρδοι σε Ιράκ και Ιράν). Ακόμα και η υφιστάμενη «ασυμμετρία δυνάμεων» υπέρ των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο πεδίο δείχνει μετά από δύο εβδομάδες πολέμου να μετριάζεται ή να εξισορροπείται από την – υπέρ του ιρανικού καθεστώτος – «ασυμμετρία συμφερόντων», καθώς ο στόχος του τελευταίου αφορά την ίδια του επιβίωση, ενώ οι ΗΠΑ επιθυμούν μια γρήγορη νίκη. Προετοιμαζόμενο στρατιωτικά τουλάχιστον κατά την τελευταία εικοσαετία για το ενδεχόμενο επίθεσης από στρατιωτικά και τεχνολογικά υπέρτερες δυνάμεις, το καθεστώς του Ιράν θα συνεχίσει να επιδιώκει για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα «άρνηση της νίκης» κατευθύνοντας την προσπάθειά του στην εξάντληση της αεράμυνας των ΗΠΑ και του Ισραήλ και στην αύξηση του οικονομικού κόστους της σύγκρουσης.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις συνεπάγονται δυστυχώς τη συνέχιση του πολέμου για αρκετές ακόμα εβδομάδες. Η παράταση της σύγκρουσης, συνδυαζόμενη μάλιστα με τα δύο ήδη υφιστάμενα και εξελισσόμενα χαρακτηριστικά του πολέμου, δηλαδή τη γεωγραφική εξάπλωση και την κλιμάκωση της σύγκρουσης και από τις δύο πλευρές, προοιωνίζονται εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις για την παγκόσμια και περιφερειακή ασφάλεια και οικονομική σταθερότητα. Πράγματι κάθε μέρα συνέχισης του διευρυνόμενου και συνεχώς κλιμακούμενου μετώπου στη Μέση Ανατολή περισπά τη διεθνή προσοχή από το μέτωπο του πολέμου στην Ουκρανία, ενισχύει μέσω της αύξησης των τιμών την «οικονομία πολέμου» της Ρωσίας και ανανεώνει τις στρατιωτικές και πολιτικές επιδιώξεις του προέδρου Πούτιν στην Ουκρανία. Παράλληλα, η συνεχώς ενισχυόμενη ένταση στα Στενά του Ορμούζ (από όπου διακινείται το 38% του πετρελαίου, το 29% του υγροποιημένου φυσικού αερίου – LNG και το 30% των χημικών λιπασμάτων παγκοσμίως) διαταράσσει τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό και έχει σοβαρότατες οικονομικές επιπτώσεις, ειδικά σε ενεργοβόρους τομείς, όπως η βιομηχανία, η γεωργία και οι μεταφορές. Ταυτόχρονα, η αδυναμία εισόδου στα Στενά του Ορμούζ συνεπάγεται τη διακοπή της εφοδιαστικής αλυσίδας με πιθανό αποτέλεσμα τη δημιουργία ανθρωπιστικής κρίσης σε κράτη του Κόλπου.
Εάν υπάρχει κάποια «θετική πλευρά» στον εξελισσόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αυτή αφορά αναμφίβολα τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μετώπου προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (προεδρεύουσας χώρας στην ΕΕ) από συγκεκριμένα κράτη-μέλη (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία) της ΕΕ, όταν η Κύπρος βρέθηκε – έστω και εμμέσως – στο στόχαστρο του «αντιπροσώπου» του Ιράν στον Λίβανο. Παρά το γεγονός ότι η αντίδραση ορισμένων κρατών-μελών τής – απούσας από οποιονδήποτε ρόλο στον πόλεμο και τη Μέση Ανατολή – ΕΕ αποτέλεσε «έμπρακτη επικαιροποίηση» της ρήτρας αμοιβαίας άμυνας (Άρθρο 42.7 της συνθήκης της ΕΕ), η ενεργοποίηση του συγκεκριμένου άρθρου παραμένει ακόμη το μεγάλο ζητούμενο προκειμένου η συγκεκριμένη ρήτρα να αποκτήσει θεσμική και αμιγώς «ευρωπαϊκή» υπόσταση και να καταστεί τελικά επιχειρησιακή.
