«Βατοκρυμμένη. Έτσι αποκαλούσε η μητέρα μου μια γυναίκα, απέναντι, μονίμως μουτρωμένη, που δεν την έβλεπε το φως του ήλιου, δε χαμογελούσε ποτέ, δεν έλεγε καλημέρα, δεν άντεχε το βάρος της ζωής της. Κοιτούσε πάντα υπό γωνία, με το βλέμμα του περιστεριού, φοβική και αγριεμένη, θυμωμένη και γδαρμένη. Kαχύποπτη και ψευτομπλαζέ.
»Αυτή η γυναίκα δε γεννήθηκε έτσι. Δε μεγάλωσε με τα αγκαθωτά βάτα γύρω της. Δεν ονειρεύτηκε τη ζωή στη σκιά. Αυτή η γυναίκα έγινε έτσι. Οι γονείς της; Το περιβάλλον της; Οι λάθος σύντροφοι; Οι ανίκητοι φόβοι της; Ό,τι κι αν έφταιξε, σήμερα παλεύουμε για να βγει αυτή η γυναίκα από την ανασφαλή κρυψώνα της. Όλες μαζί. Χέρι με χέρι. Θα την τραβήξουμε στο φως».
Αυτή η ανάμνηση του 2021 εμφανίστηκε ξανά στον τοίχο του φέισμπουκ μου -μια σκέψη που είχα καταγράψει την αντίστοιχη Ημέρα της Γυναίκας. Και μετά αντήχησαν στα αυτιά τα λόγια της αιώνιας Λιλής Ζωγράφου:
«Γυναίκες, μιλώ ακούστε. Να σας σερβίρω ένα βασιλόπουλο είναι αδύνατο φυσικά. Εκείνο που μπορώ να κάνω για σας είναι να σκοτώσω το βασιλόπουλο. Και τη Σταχτοπούτα. Αυτή η ξευτελισμένη, αυτή η δούλα που δεν έχει ίχνος περηφάνιας και ρεαλισμού, α, δε μου ξεφεύγει» έγραφε η Ελληνίδα δημοσιογράφος, συγγραφέας και ένθερμη υποστηρίκτρια του γυναικείου κινήματος συνεχίζοντας:
«Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης».
