Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία του κινηματογράφου που μια και μόνο σκηνή είναι αρκετή για να χαραχθεί στη συλλογική μνήμη. Στη νέα διασκευή της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν, αυτή η στιγμή ανήκει δικαιωματικά στη συνάντηση του Οδυσσέα με τις Σειρήνες, μια σκηνή που έχει προκαλέσει παγκόσμια αίσθηση τόσο στις αίθουσες όσο και στα social media.
Ο Νόλαν, πιστός στη σκηνοθετική του φιλοσοφία, επιλέγει να μην αποκαλύψει τις Σειρήνες παρά μόνο ως μακρινές, ασαφείς σιλουέτες, χωρίς να αφήνει να ακουστεί ούτε μία νότα από το δικό τους τραγούδι. Αντίθετα, εμπιστεύεται ξανά μετά το Tenet και το Οπενχάιμερ την ψυχολογική ένταση στον βραβευμένο συνθέτη Λούντβιχ Γιόρανσον.
· «Οδύσσεια» με τις… ευλογίες (και κατάρες) των social media
Καθώς οι σύντροφοι του Οδυσσέα κωπηλατούν με τα αυτιά τους «σφραγισμένα» με κερί και ο βασιλιάς της Ιθάκης ουρλιάζει δεμένος στο κατάρτι, το κοινό ακούει την μουσική επένδυση της ταινίας και όχι τη φωνή των μυθικών πλασμάτων. Πρόκειται για μια σπαρακτική μελωδία γεμάτη νοσταλγία και θλίψη, που μεταφέρει ακαριαία στον θεατή τις τύψεις του πρωταγωνιστή για την άλωση της Τροίας και το βαρύ τραύμα του πολέμου. Ο ήχος, όπως διαπιστώνει σύντομα, είναι ένα πανέμορφο βασανιστήριο.
Ο ίδιος ο Νόλαν περιέγραψε το τραγούδι των Σειρήνων ως όλα όσα θέλεις να είναι, αλλά ταυτόχρονα και ως όλα όσα εύχεσαι να μην είχες ευχηθεί ποτέ. Το παρομοίασε με μια απολαυστική φαγούρα κάτω από το δέρμα που δεν μπορείς να φτάσεις για να ξύσεις, εξηγώντας πως το υποσυνείδητο μήνυμα των Σειρήνων υπενθυμίζει στον Οδυσσέα πως αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι αυτό που δεν μπορεί πλέον να έχει, δηλαδή όσα είχε ήδη και έχασε.
Από τον Όμηρο στον Λούντβιχ Γιόρανσον
Ο Γιόρανσον αναγκάστηκε να βγει από τη ζώνη ασφαλείας του και να εργαστεί με ήχους που δεν είχε μεταχειριστεί ποτέ στο παρελθόν. Καθώς η ταινία τοποθετείται στην Εποχή του Χαλκού, ο Νόλαν πρότεινε στον Γιόρανσον να χρησιμοποιήσει τον χαλκό ως θεματικό στοιχείο. Ο Γιόρανσον νοίκιασε 35 χάλκινα γκονγκ διαφόρων μεγεθών και πειραματίστηκε μαζί τους. «Χτυπώντας τοίχους, χτυπώντας κάγκελα, χτυπώντας ό,τι μπορούσες να βρεις έξω, όπως παλιοσίδερα ή μονάδες κλιματιστικών», δήλωσε.
Στη Ραψωδία μ της Οδύσσειας, ο Όμηρος περιγράφει το τραγούδι των Σειρήνων ως «μελίρρυτο» και «μελωδικό», στη μετάφραση της Έμιλι Ουίλσον, χωρίς όμως να δίνει περισσότερες μουσικές λεπτομέρειες. Έτσι, ο Νόλαν και ο Γιόρανσον διευρύνουν δραματουργικά αυτή τη σιωπή του ομηρικού κειμένου.
Για να πετύχει αυτό το απόκοσμο αποτέλεσμα, ο Γιόρανσον απέφυγε την παραδοσιακή ορχήστρα. Αντ’ αυτού, συγκρότησε μια χορωδία από γκονγκ που ακούγονται τόσο ακουστικά όσο και επεξεργασμένα μέσω συνθεσάιζερ, δίνοντας στον γήινο ήχο μια μεταλλική και εξωπραγματική αίσθηση. Παράλληλα, χρησιμοποίησε το τράβηγμα των χορδών μιας λύρας για το μοτίβο του τόξου του Οδυσσέα, ενώ για τη σκηνή των Σειρήνων επιστράτευσε ένα αρχαίο ελληνικό πνευστό, τον αυλό.
Ο αυλός, που συναντάται συχνά στην αρχαία ελληνική τέχνη, μοιάζει στα σύγχρονα μάτια με δύο φλογέρες που ενώνονται στο στόμα του μουσικού και παίζονται ταυτόχρονα. Αυτή η ιδιαίτερη κατασκευή επέτρεψε στον συνθέτη να χρησιμοποιήσει τον έναν σωλήνα για έναν βαθύ, πιο μπάσο ήχο και τον άλλον για τη βασική μελωδία, η οποία αποτελείται από τέσσερις μόλις νότες.
Στο TikTok, πού αλλού;
@tyytimmerman Imagine how hard it actually was for them. #odyssey #sirensong #nolan #ludwig ♬ original sound – juliesdiary
Η απήχηση της σκηνής ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της κινηματογραφικής οθόνης. Στο TikTok, πειρατικά αποσπάσματά της «καταναλώνονται» άμεσα, με χιλιάδες χρήστες να δηλώνουν εμμονή με τη μελωδία του Γιόρανσον, γράφοντας: «αυτός ο ήχος δεν λέει να φύγει από το μυαλό μου», «Αυτό ήταν το πιο όμορφο πράγμα που έχω ακούσει ποτέ» και «Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι τη σεκάνς με τις Σειρήνες».
Μουσικοί από κάθε γωνιά του πλανήτη ανεβάζουν ήδη τις δικές τους εκτελέσεις, αναπαράγοντας τις τέσσερις νότες του αυλού σε κιθάρες, πιάνα, σαξόφωνα και αγγλικά κόρνα. Όπως φαίνεται, ο Νόλαν και ο συνθέτης του κατάφεραν να κάνουν το κοινό του 21ου αιώνα να «παγιδευτεί» από το τραγούδι των Σειρήνων, ακριβώς όπως έπαθε ο Οδυσσέας πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια.
