Η νέα κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να διασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα ακόμη και με την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου να επιχειρεί στην περιοχή.
Τα πρόσφατα περιστατικά με δύο δεξαμενόπλοια, αλλά και η συνεχιζόμενη στοχοποίηση εμπορικών πλοίων, δείχνουν ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει τα μέσα να αμφισβητεί τον έλεγχο μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν τα δύο δεξαμενόπλοια. Καθώς ΗΠΑ και Ιράν συγκρούονταν για τον έλεγχο του στενού, τα δύο πλοία επιχείρησαν να διασχίσουν την περιοχή υπό το σκοτάδι της νύχτας, ακολουθώντας διαδρομή κοντά στις ακτές του Ομάν, σύμφωνα με τους Financial Times. Ήταν τα μοναδικά δύο εμπορικά πλοία που δεν κινήθηκαν κοντά στις ιρανικές ακτές εκείνη την ημέρα. Παρά την αμερικανική αεροπορική κάλυψη, αμφότερα επλήγησαν από ιρανικούς πυραύλους, γεγονός που κατέδειξε ότι ακόμη και μια ισχυρή στρατιωτική παρουσία δεν αρκεί για να εξαλείψει τον κίνδυνο.
Το περιστατικό ανέδειξε το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτή τη λεγόμενη «διαδρομή του Ομάν», ώστε να συνεχιστεί η μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές. Ωστόσο, πρώην ανώτατοι αξιωματικοί του ναυτικού και στελέχη της ναυτιλίας εκτιμούν ότι θα απαιτηθούν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες συνεχών επιχειρήσεων προκειμένου οι πλοιοκτήτες να αισθανθούν αρκετά ασφαλείς ώστε να επιστρέψουν στις συνήθεις διελεύσεις.

Το Ιράν θεωρεί ότι ελέγχει το Ορμούζ
Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί πως διατηρεί τον έλεγχο της κυκλοφορίας στο Ορμούζ όσο διαρκεί η σύγκρουση. Απαιτεί από τα πλοία να συντονίζουν τις κινήσεις τους με τις ιρανικές αρχές και αντιμετωπίζει ως «μη εξουσιοδοτημένες» τις διελεύσεις που πραγματοποιούνται μέσω της διαδρομής του Ομάν.
Από την επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων στις αρχές Ιουλίου, τουλάχιστον επτά εμπορικά πλοία έχουν δεχθεί πλήγματα.
Η τακτική της Τεχεράνης βασίζεται σε έναν συνδυασμό μέσων. Χρησιμοποιεί μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραύλους cruise και πυραύλους κατά πλοίων, ενώ παράλληλα αναπτύσσει μεγάλο αριθμό ταχύπλοων σκαφών που περιπολούν στην περιοχή. Σύμφωνα με στοιχεία της πλατφόρμας Windward, στα μέσα Ιουλίου καταγράφηκαν έως και 85 ιρανικά ταχύπλοα στο στενό, αριθμός-ρεκόρ για τα τελευταία χρόνια.
Η στρατηγική αυτή φαίνεται να αποδίδει. Μέσα σε μία εβδομάδα οι διελεύσεις δεξαμενόπλοιων περιορίστηκαν από περισσότερες από 90 σε περίπου 30, σύμφωνα με τη ναυλομεσιτική εταιρεία Braemar. Από αυτά, σχεδόν τα μισά ήταν ιρανικά πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο παρά τις διεθνείς κυρώσεις.
«Είναι ένα άλυτο αίνιγμα», δήλωσε στους FT ο Τομ Σαρπ, συνταξιούχος αξιωματικός του Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου. «Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να μειώσουν αυτήν την απειλή σε τέτοιο επίπεδο ώστε το στενό να μπορεί να ανοίξει ξανά».
Αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι το πλήγμα στα ελληνικά δεξαμενόπλοια λειτούργησε αποτρεπτικά για τους περισσότερους πλοιοκτήτες, οι οποίοι πλέον εμφανίζονται ακόμη πιο διστακτικοί να αναλάβουν τον σχετικό κίνδυνο.
Οι Χούθι μπαίνουν στο παιχνίδι
Την ίδια στιγμή, η κρίση επεκτείνεται και στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης, που υποστηρίζονται από το Ιράν, ανακοίνωσαν ότι θα στοχοποιούν πλοία που κατευθύνονται προς ή προέρχονται από σαουδαραβικά λιμάνια. Ήδη αρκετά δεξαμενόπλοια άλλαξαν πορεία, ενώ οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη για επιθέσεις εναντίον δύο σαουδαραβικών πετρελαιοφόρων με βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και drones.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν προκαλέσει ανησυχία στις αγορές ενέργειας. Η τιμή του Brent ξεπέρασε τα 95 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων εβδομάδων, δημιουργώντας νέο πονοκέφαλο στην κυβέρνηση Τραμπ, η οποία επιδιώκει χαμηλές τιμές καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Οι ΗΠΑ έχουν εντείνει τις αεροπορικές επιδρομές κατά ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, θέσεων επιτήρησης και υποδομών κατά μήκος των νότιων ακτών του Ιράν. Ωστόσο, σύμφωνα με Αμερικανούς στρατιωτικούς αναλυτές, η πλήρης εξουδετέρωση της απειλής θα απαιτούσε εκατοντάδες επιθέσεις επί πολλές εβδομάδες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένουν οι κινητοί εκτοξευτές πυραύλων και τα drones, τα οποία μπορούν να μετακινούνται και να αποκρύπτονται εύκολα σε παράκτιες περιοχές ή νησιά.
Ακόμη και αν οι αμερικανικές επιχειρήσεις περιορίσουν σημαντικά τις δυνατότητες της Τεχεράνης, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της ναυτιλιακής κοινότητας δεν θα είναι εύκολη. Τα αυξημένα ασφάλιστρα πολέμου και ο κίνδυνος ενός μεμονωμένου επιτυχημένου πλήγματος αρκούν για να αποτρέψουν πολλές εταιρείες από το να χρησιμοποιήσουν το στενό.
Ως πιθανή λύση εξετάζεται η δημιουργία οργανωμένων νηοπομπών με συνοδεία αμερικανικών πολεμικών πλοίων, μια πρακτική που θα απαιτούσε σημαντικούς ναυτικούς πόρους και συνεχή παρουσία στην περιοχή. Ωστόσο, αρκετά στελέχη της ναυτιλίας εκτιμούν ότι ακόμη και αυτό δεν αποτελεί μόνιμη λύση. Εάν οι ΗΠΑ μειώσουν μελλοντικά τη στρατιωτική τους παρουσία, το Ιράν ενδέχεται να επιβάλει στην πράξη ένα καθεστώς «τελών διέλευσης», αξιοποιώντας τον έλεγχο που ασκεί στην περιοχή.
Έτσι, παρά τη στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δείχνει ότι η ασφάλεια της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά και από την πολιτική σταθερότητα και τη δυνατότητα επίτευξης μιας βιώσιμης διπλωματικής συμφωνίας. Μέχρι να συμβεί αυτό, η διεθνής ναυτιλία θα συνεχίσει να κινείται σε μία από τις πιο επικίνδυνες θαλάσσιες περιοχές του κόσμου.
Πηγή:ot.gr
