«Αν δεν έχεις πραγματική διάθεση να λύσεις ένα πρόβλημα, πες ότι θα το βάλεις στο Σύνταγμα. Τουλάχιστον έτσι διασώζεις τις προθέσεις», λένε οι κυνικοί της πολιτικής, εκείνοι που διεκδικούν τα εύσημα της εξαγγελίας, χωρίς να αναλαμβάνουν το βάρος της υλοποίησης. Κάπως έτσι ηχούσε και το «να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του “οξυγόνο”», όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε, ίσως στην πιο δύσκολη στιγμή της θητείας του, να απαντήσει στη βαριά σκιά του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι «οι νοοτροπίες αιώνων αλλάζουν δύσκολα από τη μία στιγμή στην άλλη». Ήταν η περίοδος, μόλις τρεις μήνες νωρίτερα, κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία απολάμβανε, δημόσια τουλάχιστον, μια κάποια κυβερνητική αποδοχή, ικανή να συντηρεί την εντύπωση ότι τηρούνταν ακόμη τα προσχήματα.
Από εκείνη την περίοδο μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχει κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι της αμφισβήτησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με πιο πρόσφατο επεισόδιο τις παραπομπές για τα «απλά πλημμελήματα», οι οποίες, όπως φάνηκε, αποτέλεσαν συγχρόνως λόγο πανηγυρισμού και μια πρώτης τάξεως αφορμή για την αποδόμηση του νεοσύστατου θεσμού. Η πρόταση που παρουσιάστηκε τότε, με αρκετό θεσμικό βερμπαλισμό, ως απάντηση στις χρόνιες παθογένειες που ταλανίζουν τη χώρα, αποδείχθηκε τελικά μια πολιτική πρωτοβουλία περιορισμένης ειλικρίνειας. Οι εσωκομματικές αντιδράσεις, πρωτίστως των βουλευτών, και δευτερευόντως οι ενστάσεις της νομικής κοινότητας, στον βαθμό που πράγματι διέθεταν κάποια βαρύτητα, οδήγησαν γρήγορα στην εγκατάλειψή της.
Κάπως έτσι, οι κυνικοί της πολιτικής μοιάζουν, τελικά, να επιβεβαιώνονται. «Κανείς, και πρώτος εγώ, δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά», είχε επίσης υποστηρίξει ο πρωθυπουργός στο ίδιο διάγγελμα. Πράγματι, η κρίση εμπιστοσύνης είναι αναμφισβήτητη και ένας από τους βασικούς στόχους αυτής της αναθεώρησης θα έπρεπε να είναι η άμβλυνσή της. Η εγκατάλειψη, όμως, τόσο της πρότασης για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή όσο και εκείνης για την εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, πέρα από το ότι αποκαλύπτει τις πολιτικές σκοπιμότητες που υπαγόρευσαν πρώτα την εξαγγελία και κατόπιν την απόσυρσή τους, είναι ίσως ενδεικτική και μιας βαθύτερης αντίληψης για το Σύνταγμα, ως καταφύγιο για τα δύσκολα και τίποτε πέρα από αυτό. Δύσκολα μπορεί, συνεπώς, κανείς να υποστηρίξει ότι αυτή η κατάληξη υπηρετεί τον στόχο της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης που ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε θέσει.
