Το 1951, ο Αμερικανός συγγραφέας Τζ. Ντ. Σάλιντζερ παρέδωσε στην παγκόσμια λογοτεχνία ένα έργο-ορόσημο. Ο «Φύλακας στη Σίκαλη» ακολουθεί το πυκνό 48ωρο του 16χρονου Χόλντεν Κόλφιλντ αμέσως μετά την αποπομπή του από το ιδιωτικό σχολείο όπου φοιτούσε.
Μέσα από τη δική του, αναδρομική ματιά, ξεδιπλώνεται η πορεία ενός εφήβου που βουλιάζει στην απογοήτευση και την ψυχική κόπωση, αναζητώντας απεγνωσμένα την αυθεντικότητα και κηρύσσοντας τον πόλεμο στην υποκρισία των μεγάλων. Ο Χόλντεν προσφέρει μια σπαρακτική απεικόνιση της νεανικής μοναξιάς και της θλίψης, δοσμένη με μια εξαιρετικά ζωντανή, χιουμοριστική γλώσσα γεμάτη νεανικούς ιδιωματισμούς.
Σήμερα, το βιβλίο αναγνωρίζεται ως ένα κλασικό δείγμα της αμερικανικής πεζογραφίας του προηγούμενου αιώνα. Αποτελεί σταθερό κομμάτι της διδακτέας ύλης στα λύκεια και οι πωλήσεις του είχαν ήδη αγγίξει τα 75 εκατομμύρια αντίτυπα στις αρχές του 21ου αιώνα. Παράλληλα, το ιδιαίτερο ύφος γραφής του Σάλιντζερ άνοιξε νέους δρόμους για τη χρήση του πρώτου προσώπου στη σύγχρονη μυθιστοριογραφία.
Ένας οργισμένος έφηβος
Η εξιστόρηση ξεκινά μέσα από ένα θεραπευτήριο (που φωτογραφίζεται ως σανατόριο), όπου ο ήρωας αναπολεί όσα έζησε λίγο πριν από τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς. Η αφετηρία της περιπέτειας τον βρίσκει στο σχολείο Πένσεϊ, να επισκέπτεται τον καθηγητή ιστορίας του, Σπένσερ, για το ύστατο χαίρε, έχοντας ήδη αποβληθεί λόγω χαμηλών βαθμών στα περισσότερα μαθήματα.
Ακολουθεί η επιστροφή στον κοιτώνα και η συνάντηση με τον συγκάτοικό του, Γουόρντ Στράντλεϊτερ. Ο τελευταίος του ζητά να του γράψει μια εργασία για το μάθημα των αγγλικών, όσο ο ίδιος θα βρίσκεται σε ραντεβού με μια παλιά γνώριμη του Χόλντεν. Ο Χόλντεν δέχεται και επιλέγει ως θέμα το γάντι του μπέιζμπολ του αδελφού του, Άλι, που έχασε τη ζωή του από λευχαιμία. Η επιστροφή του Στράντλεϊτερ φέρνει ένταση: επικρίνει την ποιότητα της έκθεσης και αρνείται να αποκαλύψει αν συνευρέθηκε ερωτικά με την κοπέλα. Η σύγκρουση αυτή ωθεί τον Χόλντεν να εγκαταλείψει εσπευσμένα το σχολείο και να κατευθυνθεί στη Νέα Υόρκη, ξεκινώντας νωρίτερα τις διακοπές του.
Στη Νέα Υόρκη, η επιστροφή στο πατρικό του είναι αδύνατη, αφού οι γονείς του δεν έχουν ενημερωθεί για την αποβολή. Μέσα στη βαθιά μοναξιά του, αναζητά απεγνωσμένα μια ανθρώπινη σύνδεση.
Το επόμενο πρωινό, ο Χόλντεν συναντιέται με μια παλιά του φίλη, τη Σάλι Χέις. Η μέρα τους λήγει άδοξα και με δάκρυα, ύστερα από μια προσβολή του Χόλντεν. Στη συνέχεια, πίνει ένα ποτό με τον πρώην συμμαθητή του, Καρλ Λους, ο οποίος όμως αποχωρεί γρήγορα ενοχλημένος από την ανωριμότητα του πρωταγωνιστή. Ο Χόλντεν μεθάει μόνος και καταλήγει να περιπλανιέται παγωμένος στο Σέντραλ Παρκ, προτού πάρει την απόφαση να τρυπώσει κρυφά στο πατρικό του διαμέρισμα. Εκεί βρίσκει τη 10χρονη αδελφή του, Φοίβη, η οποία στενοχωριέται βαθιά μαθαίνοντας για τη νέα του αποβολή και τον αντιμετωπίζει με την κατηγορία ότι δεν βρίσκει χαρά σε τίποτα.
Είναι η στιγμή που ο Χόλντεν μοιράζεται μαζί της το μεγάλο του όνειρο: να γίνει ο «φύλακας στη σίκαλη». Η ιδέα αυτή πηγάζει από ένα τραγούδι που άκουσε στον δρόμο από ένα παιδί. Μόλις αντιλαμβάνεται την επιστροφή των γονιών του, ο Χόλντεν φεύγει κρυφά και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του παλιού του καθηγητή, κ. Αντολίνι. Ωστόσο, ξυπνάει μέσα στη νύχτα και αποχωρεί εσπευσμένα για τον σταθμό Γκραντ Σέντραλ.
Την επόμενη μέρα, στέλνει ένα σημείωμα στη Φοίβη στο σχολείο της, ζητώντας της να συναντηθούν στο μουσείο για να την αποχαιρετήσει, καθώς σχεδιάζει να δραπετεύσει. Εκείνη εμφανίζεται με τις αποσκευές της, αποφασισμένη να τον ακολουθήσει. Ο Χόλντεν αρνείται και, για να την ξεγελάσει, την πηγαίνει στον ζωολογικό κήπο, όπου τη βλέπει να κάνει καρουζέλ κάτω από τη βροχή. Η αναδρομή ολοκληρώνεται εδώ, με τον ήρωα να αναφέρει στο παρόν ότι αρρώστησε, αλλά προετοιμάζεται για μια νέα σχολική χρονιά το φθινόπωρο.
Ο συμβολισμός του έργου
Ο κεντρικός άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το τραύμα της απώλειας της παιδικής αθωότητας. Η μεταφορά του «φύλακα στη σίκαλη» εικονοποιεί την ανάγκη του Χόλντεν να προστατεύσει τα παιδιά από την πτώση στον γκρεμό της ενηλικίωσης. Η σκηνή στον ζωολογικό κήπο, όπου βλέπει τη Φοίβη στο καρουζέλ, του προσφέρει μια σπάνια στιγμή απόλυτης ευτυχίας, επιτρέποντάς της να παραμείνει παιδί. Ταυτόχρονα όμως, συνειδητοποιεί ότι η προστασία αυτή έχει όρια και πως οι άνθρωποι πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι να ρισκάρουν, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πέσουν.
Ακόμα και το όνομα του Holden Caulfield φέρει συμβολισμούς: το «Holden» παραπέμπει στη φράση “hold on” (κρατιέμαι/κρατώ), ενώ το «Caulfield» συνδυάζει τη λέξη caul (το εμβρυϊκό κάλυμμα) και field (το χωράφι). Είναι η προσωποποίηση της επιθυμίας του να κρατήσει ανέπαφη την αθωότητα μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο «δήθεν» ανθρώπους.
Παράλληλα, ο Χόλντεν αποτελεί το απόλυτο σύμβολο της εφηβικής αποξένωσης. Η ειρωνεία και η αργκό του αποτυπώνουν το μεταβατικό στάδιο προς την ωριμότητα, αλλά ταυτόχρονα φανερώνουν και ένα βαθύ πένθος για τον θάνατο του μικρού του αδελφού, Άλι, το 1946. Η εξιδανίκευση του αδελφού του είναι ακόμα μια προσπάθεια να διαφυλάξει κάτι καθαρό. Αυτή η κλονισμένη ψυχολογική κατάσταση εξηγεί και την αναξιοπιστία του ως αφηγητή, κάτι που ο ίδιος παραδέχεται με μια δόση υπερηφάνειας για το ταλέντο του στα ψέματα.
Από το μέτωπο του πολέμου στο τυπογραφείο
Η οικογένεια Κόλφιλντ είχε απασχολήσει τον Σάλιντζερ σε προγενέστερα διηγήματα. Η ιστορία «I’m Crazy» (1945), η πρώτη που αφηγήθηκε ο Χόλντεν, γράφτηκε αμέσως μετά τη νοσηλεία του συγγραφέα για μετατραυματικό στρες μετά τη συμμετοχή του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί τον ημι-αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του βιβλίου, και τα τραύματα του πολέμου είναι εμφανή στο έργο του.
Η έκδοση του βιβλίου δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο εκδοτικός Harcourt, Brace and Company το απέρριψε, αμφισβητώντας την ψυχική υγεία του ήρωα. Τελικά εκδόθηκε από τον Little, Brown and Company το 1951. Ακόμα και το περιοδικό The New Yorker αρνήθηκε να δημοσιεύσει αποσπάσματα, θεωρώντας τον χαρακτήρα μη ρεαλιστικό και το στιλ γραφής υπερβολικά εξεζητημένο. Η αρχική υποδοχή του βιβλίου ήταν μοιρασμένη. Το περιοδικό Time εξήρε την ικανότητα του Σάλιντζερ να αποτυπώνει την εφηβική ψυχοσύνθεση με καυστικό χιούμορ.
Η βαριά κληρονομιά και η απομόνωση
Μετά την επιτυχία του βιβλίου, ο Σάλιντζερ αποσύρθηκε πλήρως από τη δημόσια ζωή και αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε πρόταση για μεταφορά του έργου στο θέατρο ή τον κινηματογράφο.
Παρά τη σιωπή του συγγραφέα, ο Χόλντεν Κόλφιλντ επηρέασε βαθιά εκατομμύρια αναγνώστες – ανάμεσά τους και σκοτεινές προσωπικότητες, όπως ο δολοφόνος του Τζον Λένον, Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν, και ο επίδοξος δολοφόνος του Ρόναλντ Ρίγκαν, Τζον Χίνκλεϊ Τζούνιορ, οι οποίοι είχαν αναπτύξει εμμονή με το βιβλίο. Παρά τις συνεχείς απαγορεύσεις που δέχτηκε κατά καιρούς λόγω της γλώσσας και των αναφορών του, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» παραμένει, 75 ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ένα ζωντανό, διαχρονικό βιβλίο που δείχνει τον δρόμο από την εφηβεία στην ενηλικίωση.
