Το καλοκαίρι του 1953 ταχύπλοοα ξεκίνησαν να ελλιμενίζονται και υδροπλάνα να προσθαλασσώνονται στον ήσυχο κόλπο της Δασσιάς. Δεν έφερναν βασιλιάδες ούτε σταρ του κινηματογράφου. Αλλά μια καινούργια ιδέα για το πώς θα έπρεπε να μοιάζουν οι διακοπές. Την έλεγαν Club Med.
Και μόνο στο άκουσμα του (θρυλικού) ονόματος Club Med το μυαλό οδηγείται συνειρμικά σε φαραωνικών διαστάσεων παραλιακά resorts, τουριστικά στίφη και all inclusive μοντέλα φιλοξενίας.
Σε πράγματα δηλαδή που λίγο πολύ θεωρούνται ξεπερασμένα, αν όχι παρωχημένα, για την άγραφη σύγχρονη βίβλο του ευ ζην.
Όμως η αλήθεια είναι πως η ιδέα του Club Med δε γεννήθηκε από κάποιον επιχειρηματικό νου που είδε προοπτική μαζικού τουρισμού και κέρδους στις κάποτε παρθένες και ανέγγιχτες παραλίες της Μεσογείου, αλλά από έναν πρώην πρωταθλητή που συμπύκνωνε την κοσμοθεωρία του σε τρεις φράσεις:
«Ο σκοπός της ζωής είναι να είσαι ευτυχισμένος. Ο τόπος για να είσαι ευτυχισμένος είναι εδώ. Και ο χρόνος για να είσαι ευτυχισμένος είναι τώρα».
Club Med: Το όραμα ενός (ζάμπλουτου) Βέλγου ιδεαλιστή
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Gérard Blitz. Βέλγος στην καταγωγή, παλαίμαχος της υδατοσφαίρισης και βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εφηύρε στην πραγματικότητα το μοντέλο των διακοπών του Club Med ως αντίδοτο στον ζόφο και τη θλίψη που σκέπαζε ακόμα τον κόσμο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Ήθελε να δημιουργήσει έναν ασφαλή και όμορφο μικρόκοσμο, στο κατώφλι του οποίου όλοι θα ήταν υποχρεωμένοι να αποχωριστούν το καθημερινό άγχος της επιβίωσης, τις ταξικές διαφορές και τους κοινωνικούς περιορισμούς.
Ναι, ο Blitz έδωσε στους Ευρωπαίους εκείνο που θεωρούσε ότι χρειάζονταν περισσότερο από καθετί άλλο την εποχή εκείνη: την απόδραση, την ξεγνοιασιά και την αμεριμνησία.
Η ιδέα του εύπορου Βέλγου –ο πατέρας του ήταν έμπορος διαμαντιών– άρχισε να υλοποιείται το 1950 με σκηνικό τη Μαγιόρκα και τη μορφή μιας μη κερδοσκοπικής λέσχης.
Θα χρειαζόταν όμως η συνάντηση του Βέλγου οραματιστή της παραθεριστικής ουτοπίας με έναν κατασκευαστή αντίσκηνων, τον Gilbert Trigano, προκειμένου το Club Med να αποκτήσει τον χαρακτήρα που αγάπησαν χιλιάδες Ευρωπαίοι ταξιδιώτες.

Στα χρόνια του πολέμου η οικογένεια του Trigano κατασκεύαζε αντίσκηνα για τον στρατό. Μετά το τέλος του είχε ξεμείνει με ένα τεράστιο στοκ από πλεονάζουσες σκηνές, τις οποίες αναζητούσε πώς να αξιοποιήσει.
Η πολυτέλεια του αντίσκηνου
Εκείνες οι σκηνές ήταν που τελικά φιλοξένησαν τους πρώτους παραθεριστές. Και εγένετο Club Med ή αλλιώς ένα παγκόσμιο φαινόμενο που γεννήθηκε από το πάντρεμα του ιδεαλισμού του Blitz με το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Trigano.
Βεβαίως, το μοντέλο της κατασκήνωσης, αν και έμοιαζε εξωτικό και υποσχόμενο, γρήγορα εγκαταλείφθηκε.
Το κάμπινγκ έδωσε τη θέση του στις περίφημες ψάθινες καλύβες, οι οποίες πρωτοεμφανίστηκαν σε ένα Club Med που δεν υπάρχει πια και είναι τόσο μυθικό, ώστε ακόμα και η ίδια η γαλλική εταιρεία δε διαθέτει φωτογραφικά ντοκουμέντα του. Εκείνου στη Δασιά της Κέρκυρας.

Πώς όμως ο Blitz έφτασε από τις Βαλεαρίδες στα Επτάνησα; Για να υλοποιήσει το φιλόδοξο όραμά του, ο Βέλγος ξεκίνησε να ακτινογραφεί τις ακτές της Μεσογείου.
Αναζητούσε ένα παρθένο σκηνικό, έναν απομονωμένο παράδεισο (ή ό,τι εγγύτερα σε αυτόν μπορούσε να βρει) όπου το πράσινο θα σταματούσε εκεί όπου άρχιζε η θάλασσα και τα νερά θα ήταν αρκετά ήρεμα για να φιλοξενήσουν τη νέα μεγάλη τρέλα της εποχής: το θαλάσσιο σκι. Το ραντάρ του τον οδήγησε (μάλλον σοφά) στο Ιόνιο.
Η προσθαλάσσωση στη Δασιά
Το 1953 το Club Med έκανε τα επίσημα εγκαίνιά του στην Κέρκυρα, σηματοδοτώντας ουσιαστικά τη δημιουργία του πρώτου all inclusive resort επί ελληνικού εδάφους.
Την ίδια χρονιά ο Blitz, που ήταν μάλλον ατζαμής στη διαχείριση των οικονομικών, σχεδόν πτώχευσε, με αποτέλεσμα τον πρώτο λόγο στην επιχείρηση να αποκτήσει ο συνεργάτης του, Gilbert Trigano. Παρεμπιπτόντως, τα οικονομικά προβλήματα του Club Med ξεπεράστηκαν οριστικά στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 με τη γενναία επένδυση που έκανε στην εταιρεία ο τραπεζίτης Edmond de Rothschild.

Η άφιξη των πρώτων επισκεπτών στην Κέρκυρα, κυρίως εκπροσώπων της γαλλικής αστικής τάξης και της ευρωπαϊκής διανόησης, είχε κάτι το υπερβατικό. Υδροπλάνα προσθαλασσώνονταν απευθείας μέσα στον κόλπο της Δασιάς, αραδιάζοντας την αφρόκρεμα της εποχής σε μια παραλία χωρίς καμία απολύτως πολυτέλεια και με υποτυπώδη υποδομή. Ήμασταν άλλωστε στις αρχές των 50s.
Στην Κέρκυρα οι αμερικανικές στρατιωτικές σκηνές έδωσαν τη θέση τους στο αρχιτεκτονικό σήμα κατατεθέν του Club Med στο νησί: τις περίφημες Cases Polynésiennes. Εκατοντάδες λιτές, ψάθινες καλύβες άρχισαν να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στα δέντρα.
Το resort της all inclusive ελευθερίας
Δεν υπήρχε καμία άνεση και καμία πολυτέλεια – ούτε καν τρεχούμενο νερό ή ρεύμα. Ο φωτισμός γινόταν με λάμπες θυέλλης και η επίπλωση περιοριζόταν σε δύο απλά κρεβάτια.

Οι πόρτες δεν είχαν κλειδαριές και τα τηλέφωνα, όπως και τα ραδιόφωνα, ήταν επίσης ανύπαρκτα. Μιλάμε για κανονικό FOMO.
Όμως για τη μεταπολεμική ελίτ, αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Αντιθέτως, έμοιαζε με την απόλυτη αποσύνδεση από τα εγκόσμια και άρα με την ελευθερία.
Γιατροί, βιομήχανοι, καλλιτέχνες και φοιτητές ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν (αδρά) για να ζήσουν για δύο εβδομάδες ως άλλοι πρωτόγονοι. Πολλοί επιστρέφοντας στις πατρίδες τους έλεγαν πως στο Club Med «φορούσαν» μια διαφορετική προσωπικότητα από εκείνη που είχαν συνήθως ως στολή εργασίας τους.

Η Κέρκυρα τούς προσέφερε την τέλεια σκηνογραφία για μια ολική επιστροφή στη φύση που θα φθονούσε και ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Το μόνο που χρειάζονταν ήταν ένα μαγιό, το πολύ ένα παρεό και το χαμόγελό τους. Ούτε καν μετρητά.
Το νόμισμα της χάντρας
Ο Blitz πίστευε πως όσο οι άνθρωποι κουβαλούσαν πορτοφόλια, έφεραν ως ουρά μαζί τους και το κοινωνικό τους status.
Η λύση που σκέφτηκε ήταν τολμηρή αλλά αποτελεσματική. Με την άφιξή τους στη Δασιά οι παραθεριστές —οι οποίοι ονομάζονταν πλέον G.M. (Gentils Membres, δηλαδή Ευγενικά Μέλη)— έπρεπε να παραδώσουν τα χρήματά τους.

Ως υποκατάστατο του νομίσματος δημιουργήθηκε ένα κολιέ με πλαστικές χρωματιστές χάντρες, το διάσημο Bar Collier, το οποίο οι πελάτες φορούσαν στον λαιμό ή στον καρπό τους. Κάθε χρώμα αντιστοιχούσε σε μια συγκεκριμένη αξία.
Αυτός ο σχεδόν εκκεντρικός κανόνας σε συνδυασμό με το χαλαρό και απέριττο dress code εξαφάνισε οποιαδήποτε υπόνοια διάκρισης ή διαχωρισμού.
Κάτω από τον κερκυραϊκό ήλιο, ο διευθύνων σύμβουλος μιας παρισινής τράπεζας, ο ανερχόμενος καλλιτέχνης και ο φοιτητής της Σορβόννης ήταν απολύτως ίδιοι: και οι τρεις ηλιοκαμένοι, και οι τρεις ξυπόλητοι, και οι τρεις πλήρωναν το ποτό τους με μια χάντρα.

Το Club Med έμοιαζε με ένα τεχνητό, ηδονιστικό, αταξικό κοινόβιο.
Ευγενικοί Εμψυχωτές στην υπηρεσία των Ευγενικών Μελών
Ραχοκοκαλιά του Club Med της Δασιάς ήταν φυσικά οι υπάλληλοί του. Μόνο που κι αυτοί απείχαν από το στερεότυπο που επικρατούσε μέχρι τότε.
Οι G.O. (Gentils Organisateurs ή Ευγενικοί Εμψυχωτές κατά το ελληνικότερον) ήταν νέοι, ευειδείς και πολύγλωσσοι. Δε βρίσκονταν στο resort μόνο για να σερβίρουν ή να εξυπηρετήσουν αλλά συμβίωναν με τους παραθεριστές.

Έτρωγαν ακόμα και στα ίδια τεράστια τραπέζια με τους πελάτες -αυστηρά οκτώ άτομα ανά τραπέζι, για να ενθαρρύνεται η συναναστροφή με αγνώστους-, φλέρταραν μαζί τους και καθοδηγούσαν τις δραστηριότητες της ημέρας, από τα μαθήματα waterski μέχρι τα τουρνουά τένις.
Τη νύχτα το μεσογειακό χωριό με τις πολυνησιακές αναφορές άφηνε κατά μέρος τις αθλοπαιδιές και μεταμορφωνόταν.
Οι εκπαιδευτές του πρωινού γίνονταν οι πρωταγωνιστές της νύχτας με θεατρικά σκετς, καμπαρέ, μουσικά σόου και βέβαια με την απαρέγκλιτη ιεροτελεστία του Club Med: τα Crazy Signs.

Επρόκειτο για ομαδικές, συγχρονισμένες χορογραφίες στην παραλία ή γύρω από το μπαρ, τις οποίες ακολουθούσαν εκατοντάδες άνθρωποι -υπάλληλοι και επισκέπτες- ταυτόχρονα.
Ένα σχεδόν παγανιστικό πάρτι με γαλλική ποπ, πολύ αργότερα με ιταλό-ντίσκο και άφθονο αλκοόλ, που συχνά έριχνε αυλαία αργά το ξημέρωμα με βουτιές στη θάλασσα.
Η φυλή των Greek Lovers
Η Κέρκυρα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, παρά την κοσμοπολίτικη και αστική της παράδοση γύρω από το Λιστόν και την παλιά πόλη, παρέμενε στην ύπαιθρό της παραδοσιακή.
Όταν οι πύλες του Club Med άνοιξαν, εκείνο που αντίκρισαν οι ντόπιοι δεν ήταν απλώς τουρίστες, αλλά εισβολείς από έναν μακρινό ελευθεριακό πλανήτη.

Η θέα γυναικών να κάνουν ηλιοθεραπεία topless στην παραλία της Δασιάς ή οι ειδικά διαμορφωμένες ζώνες γυμνισμού εντός του resort, προκάλεσαν αρχικά κάτι μεταξύ πολιτισμικού σοκ και ηθικού πανικού.
Όμως, η αρχική αμηχανία γρήγορα έδωσε τη θέση της στην ώσμωση. Βοήθησε βέβαια και το γεγονός ότι ο περίκλειστος μικρόκοσμος του Club Med αδυνατούσε να συγκρατήσει διαρκώς τους φιλοξενούμενους εντός της επικράτειάς του.
Σύντομα, οι εργαζόμενοι και οι παραθεριστές άρχισαν να ξεχύνονται τα βράδια έξω από το συγκρότημα, αναζητώντας νέα ερεθίσματα. Η πιο γραφική πλην ανάγλυφη απόδειξη του αποτυπώματος του Club Med στην τοπική κοινωνία ήταν το φαινόμενο των περιβόητων Greek Lovers.

Τις ημέρες των αναχωρήσεων των τουριστών, ο δρόμος έξω από τις πύλες της Δασσάς γέμιζε με δίκυκλα που οδηγούσαν νεαροί Κερκυραίοι.
Στήνονταν εκεί με τις ώρες, περιμένοντας να αποχαιρετήσουν τα καλοκαιρινά τους φλερτ —τις Γαλλίδες τουρίστριες και τις εντυπωσιακές G.O. πριν εκείνες αναχωρήσουν για τις πατρίδες τους.
Ήταν οι ίδιοι νεαροί που τα βράδια παρεισέφρεαν στα πάρτι της παραλίας, μεταφέροντας στη συνέχεια τον μύθο της «ελεύθερης Δασσιάς» στα καφενεία της πόλης.
Το Ypsos Strip: Η κοιτίδα του πάρτι
Η μεγαλύτερη, ωστόσο, παρακαταθήκη του Club Med ήταν η μεταμόρφωση της γειτονικής περιοχής. Το ήσυχο ψαροχώρι του Ύψου, ακριβώς δίπλα στη Δασιά, δέχτηκε όλο το ωστικό κύμα της τουριστικής έκρηξης.
Προκειμένου να εξυπηρετήσουν την ολοένα αυξανόμενη ροή νεαρών επισκεπτών -τόσο αυτών που έμεναν στο Club Med όσο και εκείνων που συνέρρεαν μαζικά στην Κέρκυρα γοητευμένοι από τη φήμη του- οι ντόπιοι άρχισαν να μετατρέπουν τα ισόγεια των σπιτιών τους σε μπαρ, παμπ και μικρές ντίσκο. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, δημιουργήθηκε το περίφημο Ypsos Strip.

Ήταν η εποχή που η Κέρκυρα δεν απευθυνόταν μόνο στον high-end τουρισμό, αλλά μιλούσε στην καρδιά της ευρωπαϊκής νεολαίας. Το πάρτι ήταν ξέφρενο, φθηνό, θορυβώδες και κυρίως γεννούσε την πεποίθηση πως δεν θα τελείωνε ποτέ.
Το τέλος μιας τουριστικής Νεφελοκοκκυγίας
Καθώς η δεκαετία του ’90 έδινε τη θέση της στα ’00s, ο παγκόσμιος τουριστικός χάρτης μετασχηματιζόταν ραγδαία.
Ο ρομαντισμός του ύπνου σε μια ψάθινη καλύβα υπό το ημίφως μιας λάμπας θυέλλης δεν ήταν πια μάρκετινγκ. Είχε γίνει αναχρονισμός.
Η νέα γενιά ταξιδιωτών δεν αναζητούσε πια την «επιστροφή στη φύση» και την ταξική αποσύνδεση. Απαιτούσε άνεση, pampering, κλιματισμό, ιδιωτικά μπάνια, δορυφορική τηλεόραση και, αργότερα, γρήγορο Wi-Fi.

Το μοντέλο της κοινοβιακής ανεμελιάς μπορούσε να είναι γοητευτικό ως μακρινή, ξεθωριασμένη ανάμνηση και μόνο – σαν αυτές που μοιράζονται στα γκρουπ που έχουν δημιουργήσει στα social media παλιοί παραθεριστές.
Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 2000 οι πύλες του Club Med της Δασιάς έκλεισαν οριστικά. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος εγκατάλειψης.
Η έκταση των περίπου 270 στρεμμάτων άλλαξε χέρια, πέρασε σε Ρώσους επενδυτές, βίωσε την καταστροφή μιας μεγάλης πυρκαγιάς και παρέμεινε για χρόνια ένα στοιχειωμένο μνημείο μιας μποέμ εποχής.
Από το 2018 στη θέση της ερημωμένης ουτοπίας πρόβαλε ένα υπερσύγχρονο all inclusive resort. Εκεί που κάποτε η ελίτ πλήρωνε για να ζήσει χωρίς ρεύμα, σήμερα ορθώνεται ένα βραβευμένο ultra-luxury θέρετρο.

Οι ψάθινες καλύβες έδωσαν τη θέση τους σε σουίτες με ιδιωτικές πισίνες, τα κοινοβιακά τραπέζια αντικαταστάθηκαν από εστιατόρια με μενού σχεδιασμένα από βραβευμένους σεφ και η κάβα δεν κόβει πια πλαστικές χάντρες, αλλά διαθέτει πολυβραβευμένους sommelier.
Η αντίθεση είναι ενδεικτική των σεισμικών αλλαγών που έχουν συμβεί στις κοινωνίες.

Ενώ το Club Med έμαθε στον κόσμο ότι η πολυτέλεια ήταν η αποσύνδεση από την καθημερινότητα, τον θόρυβο και την υπερβολή και η επιστροφή στα βασικά, το σημερινό μοντέλο παραθερισμού συνοψίζει την πολυτέλεια στην εξατομίκευση, την ιδιωτικότητα, την υψηλή αισθητική και την καλοκουρδισμένη υπηρεσία.
Σε κάθε περίπτωση, όσοι περιδιαβαίνουν σήμερα τους φροντισμένους κήπους του πολυτελούς resort αναζητώντας το νόημα της ευζωίας, δύσκολα μπορούν να φανταστούν ότι κάτω από τα ίδια δέντρα, πριν από μισό αιώνα, μια ολόκληρη γενιά Ευρωπαίων το έβρισκε απλώς χορεύοντας μέρα και νύχτα.
Ανέμελη, αμέριμνη, ξυπόλητη.
