Τραμπ, F-35 και CAATSA: Το μεγάλο παζάρι με την Τουρκία και τα εμπόδια της Ουάσιγκτον

Η πρόθεση Τραμπ να επανεξετάσει τις κυρώσεις κατά της Άγκυρας προσκρούει στη νομοθεσία CAATSA και στις αντιδράσεις Αμερικανών βουλευτών. Ανησυχία σε ΗΠΑ και Ευρώπη για τα Kaan

Τραμπ, F-35 και CAATSA: Το μεγάλο παζάρι με την Τουρκία και τα εμπόδια της Ουάσιγκτον

Με τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για άρση των κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας που είχαν επιβληθεί με βάση το νόμο CATSAA για τους «εχθρούς της Αμερικής» να φέρνουν το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, αλλά και τη θετική του στάση στο ζήτημα των κινητήρων για τα τουρκικά μαχητικά πέμπτης γενιάς Kaan, να κάνουν πρωτοσέλιδα σε όλον τον κόσμο, το πως φτάσαμε εδώ, αλλά και το τι ακριβώς είναι ο CATSAA, αν μπορεί ή όχι να υπάρξει άρση των κυρώσεων και άλλα τέτοια ζητήματα έχουν αρχίσει να απασχολούν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Το σίριαλ με τα F-35 και η νομοθεσία CATSAA

Η ιστορία για τα F-35 ξεκινάει ήδη από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τραμπ είχε απομακρύνει την Τουρκία από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35, μετά την απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να προχωρήσει στην αγορά και παραλαβή του ρωσικού συστήματος αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας S-400, παρά τις προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον.

Οι αμερικανικές κυρώσεις επιβλήθηκαν κατ’ εφαρμογή του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), ο οποίος προβλέπει κυρώσεις σε χώρες που προμηθεύονται σημαντικά στρατιωτικά συστήματα από τη Ρωσία.

Πιο συγκεκριμένα ο νόμος Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act (CAATSA) είναι ομοσπονδιακή νομοθεσία που προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, της Βόρειας Κορέας και της Ρωσίας. Ο νόμος επιδιώκει αυτόν τον στόχο περιορίζοντας τη δυνατότητα αμερικανικών εταιρειών να συνεργάζονται επιχειρηματικά με οντότητες που βρίσκονται υπό κυρώσεις. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε από τη Γερουσία των ΗΠΑ στις 27 Ιουλίου 2017 με συντριπτική πλειοψηφία 98 ψήφων υπέρ έναντι 2 κατά, αφού είχε προηγουμένως περάσει από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με ψήφους 419 υπέρ και 3 κατά. Υπογράφηκε σε νόμο στις 2 Αυγούστου 2017 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

O αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 ήρθε μέσω του Νόμου για την Εθνική Άμυνα του 2020 (National Defense Authorization Act) παρά το γεγονός ότι η αγορά των S-400 είχε πραγματοποιηθεί το 2017. Η νομοθεσία αυτή απαγορεύει την παράδοση των μαχητικών πέμπτης γενιάς στην Άγκυρα, εκτός εάν η αμερικανική κυβέρνηση πιστοποιήσει ότι η Τουρκία «δε διαθέτει πλέον» το σύστημα S-400, τα εξαρτήματά του ή οποιοδήποτε υλικό που συνδέεται με τη λειτουργία του. Η απόφαση κατά της Τουρκίας είχε τονώσει το αντιαμερικανικό αίσθημα του Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και της τουρκικής ηγεσίας συνολικά, όμως παράλληλα είχε προκαλέσει τέτοιο πανικό ώστε το επόμενο διάστημα η Άγκυρα να προσπαθεί να βρει πως θα ξεφορτωθεί τους S-400.

Παρά τα σενάρια επαναπροσέγγισης Ουάσιγκτον-Άγκυρας, στο Κογκρέσο υπάρχουν ισχυρές αντιστάσεις απέναντι σε ένα ενδεχόμενο δεδομένης φυσικά και της πρόβλεψης του νόμου που απέφυγε να αναφέρει ο Τραμπ στις δηλώσεις του, πως αυτός προβλέπει ότι για την άρση των κυρώσεων που σχετίζονται ειδικά με τη Ρωσία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι αναγκασμένος να καταθέσει επίσημη πρόταση για να λάβει την έγκριση του Κογκρέσου. Ανώτερος Ρεπουμπλικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν έχει ενημερώσει το Κογκρέσο πως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχεδιάζει την άρση των κυρώσεων CAATSA.

Σκληρό «μαρκάρισμα» σε Τραμπ από το Κογκρέσο

Επιπλέον 18 μέλη του Κογκρέσου, επικαλούμενα τους περιορισμούς που εξακολουθούν να ισχύουν λόγω της αγοράς του ρωσικού συστήματος S 400 από την Άγκυρα κάλεσαν με επιστολή τους την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να μπλοκάρει οποιαδήποτε προσπάθεια επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Η επιστολή που αποτελεί πρωτοβουλία της Δημοκρατικής βουλευτή Ντίνα Τάιτους και ήρθε ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και στον απόηχο πληροφοριών ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τρόπους για την επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς.

Οι νομοθέτες αναφέρονταν σε πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι προτίθεται να μεταφέρει ένα «μεγάλο δώρο» στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς και σε δήλωση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς ότι βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολόγηση για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει νομικά μια τέτοια πώληση.

Στην επιστολή υπενθυμίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την αγορά των S-400 από τη Ρωσία, καθώς η Ουάσιγκτον είχε κρίνει ότι η συνύπαρξη του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με το αμερικανικό μαχητικό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητες πληροφορίες για τις δυνατότητες του αεροσκάφους.

Οι βουλευτές σημειώνουν επίσης ότι τον Δεκέμβριο του 2020 η τότε κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών βάσει του νόμου CAATSA, λόγω της αγοράς των S-400. Όπως αναφέρουν, η απόφαση αυτή δεν έχει ανακληθεί και εξακολουθεί να έχει νομική ισχύ.

Σύμφωνα με την επιστολή, από τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η Τουρκία έχει απομακρύνει το ρωσικό σύστημα, το έχει αποσύρει από επιχειρησιακή χρήση ή έχει άρει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την αιτία που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.

Οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα έφερνε την κυβέρνηση σε σύγκρουση με τις νόμιμες υποχρεώσεις της.

Επικαλούνται, μάλιστα, την κατάθεση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, στις 3 Ιουνίου 2026, κατά την οποία, σύμφωνα με την επιστολή, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση δεσμεύεται από τον νόμο να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και δεν μπορεί να επανεντάξει την ‘Αγκυρα στο πρόγραμμα υπό τις παρούσες συνθήκες.

Πέρα από το νομικό πλαίσιο, οι υπογράφοντες προειδοποιούν ότι μια τέτοια απόφαση θα έστελνε λανθασμένο στρατηγικό μήνυμα στους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην επιστολή γίνεται αναφορά στην τουρκική στάση έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, στην υποστήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν στις επιχειρήσεις κατά της Αρμενίας και στη στάση της ‘Αγκυρας απέναντι στο Ισραήλ.

Κατά τους βουλευτές, η παροχή ενός από τα πλέον προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα στην Τουρκία, χωρίς να έχουν αρθεί οι λόγοι που οδήγησαν στον αποκλεισμό της, θα μπορούσε να ενθαρρύνει περαιτέρω αποσταθεροποιητική συμπεριφορά και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη συμμάχων που έχουν τηρήσει τους κανόνες.

Οι υπογράφοντες τονίζουν ότι ο CAATSA εγκρίθηκε με συντριπτικές διακομματικές πλειοψηφίες, ώστε το Κογκρέσο να διατηρεί ουσιαστικό έλεγχο σε αποφάσεις που αφορούν την παροχή αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας σε χώρες που έχουν προχωρήσει σε σημαντικές συναλλαγές με αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Η ακεραιότητα αυτού του πλαισίου, καθώς και το μήνυμα που στέλνει σε κάθε χώρα που σταθμίζει αν θα αγοράσει ρωσικά όπλα, εξαρτώνται από την προθυμία του Κογκρέσου να το εφαρμόσει», αναφέρουν χαρακτηριστικά στην επιστολή.

Την επιστολή υπογράφουν οι Ντίνα Τάιτους, Κρις Πάπας, Μάγκι Γκούντλαντερ, Γκρέις Μενγκ, Φρανκ Παλόουν Τζούνιορ, Μπραντ Σνάιντερ, Τζος Γκότχαϊμερ, Τζάρεντ Μόσκοβιτς, Τεντ Λιου, Μπραντ Σέρμαν, Μάικ Κουίγκλι, Νταν Γκόλντμαν, Τζέιμς ΜακΓκόβερν, Στίβεν Λιντς, Τζιμ Κόστα, Τζορτζ Λάτιμερ, Γκέιμπ ‘Αμο και Ρόμπερτ Μενέντεζ.

Ο βουλευτής Μπραντ Σέρμαν, μέλος της υποεπιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, υποστήριξε σε δηλώσεις του σε Αμερικανικά μέσα ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να παρακάμψει το Κογκρέσο στην υπόθεση των F-35.

«Η νομοθεσία είναι αρκετά σαφής. Όσο η Τουρκία διατηρεί τους S-400, και δηλώνει ότι θα συνεχίσει να τους διαθέτει, είναι παράνομη η πώληση των μαχητικών», δήλωσε. Ο ίδιος εξέφρασε επίσης ανησυχίες για την πιθανή πώληση κινητήρων F110 στην Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και αν η Άγκυρα απομακρύνει τους S-400, θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει αντιδράσεις λόγω άλλων ζητημάτων, όπως η παρουσία της στην Κύπρο και οι σχέσεις της με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Πιο επικίνδυνο το ζήτημα των Kaan λένε διπλωμάτες

Αντίστοιχα ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές υποστήριζαν σε σχόλια τους σε διεθνή μέσα ότι μεγαλύτερη βαρύτητα έχει η πιθανή πώληση κινητήρων F110 αξίας περίπου 700 εκατ. δολαρίων στην Τουρκία παρά η δέσμευση Τραμπ για άρση των κυρώσεων για τα F-35.

Ευρωπαίος διπλωμάτης μάλιστα, ανέφερε πως η συγκεκριμένη συμφωνία επιτρέπει στην Άγκυρα να αναπτύξει τον εγχώριο στόλο μαχητικών πέμπτης γενιάς KAAN και να ενισχύσει περαιτέρω την παρουσία της στη διεθνή αγορά αμυντικών συστημάτων.

Η Τουρκία έχει αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές όπλων της μεταξύ 2021 και 2024, καταλαμβάνοντας την 11η θέση παγκοσμίως ως εξαγωγέας αμυντικού υλικού, με αύξηση 122% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI).

Το τουρκικό KAAN, που αναπτύσσεται από την Turkish Aerospace Industries, είναι μαχητικό πέμπτης γενιάς με δύο κινητήρες και σχεδιάζεται ως αντικαταστάτης των F-16 της Τουρκίας. Θα διαθέτει προηγμένους αισθητήρες, χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth), καθώς και δυνατότητα χρήσης πυραύλων αέρος-αέρος μικρού και μεγάλου βεληνεκούς.

Σε αυτό το πλαίσιο, πάλι η βουλευτής Ντίνα Τάιτους, μαζί με τους βουλευτές Κρις Πάππας, Μπραντ Σνάιντερ, Τζος Γκότχαϊμερ, Μάικ Κουίγκλι, Τζιμ Κόστα, Τζέιμς ΜακΓκόβερν, Ζακ Λάτιμερ και Μπραντ Σέρμαν, κατέθεσε στις 2 Ιουλίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών κοινό ψήφισμα, το οποίο παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, το οποίο έχει στόχο να εμποδίσει την πώληση των κινητήρων F110 στην Τουρκία. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, το ψήφισμα διαθέτει μόνο Δημοκρατικούς υποστηρικτές.

Για να μπλοκαριστεί η συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και να εξασφαλίσει πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία, ώστε να υπερκεραστεί πιθανό προεδρικό βέτο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version