Γεννημένη πριν 34 χρόνια σε προσφυγικό καταυλισμό παλαιστινίων προσφύγων λίγο έξω από το Χαλέπι της Συρίας, η ευρωβουλευτής του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς «Ανυπότακτη Γαλλία» Ρίμα Χασάν, έχει καταφέρει να εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον πολωτικά πρόσωπα της γαλλικής και ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής.
Διαπρύσια υποστηρίκτρια του αγώνα για την αναγνώριση και ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, δεν δίστασε το 2025 να λάβει μέρος στην ακτιβιστική αποστολή αλληλεγγύης με «ναυαρχίδα» το ιστιοφόρο Madleen, που επιχείρησε να σπάσει τον αποκλεισμό που είχε επιβληθεί από τις ισραηλινές αρχές, με σκοπό να φθάσει στη Λωρίδα της Γάζας για να παραδώσει ανθρωπιστική βοήθεια. Η τότε στάση της αλλά και μια σειρά δηλώσεων της που σύμφωνα με τους επικριτές της δικαιολογούσαν εν μέρει τη στάση της ισλαμιστικής παλαιστινιακής οργάνωσης Χαμάς την έχει μετατρέψει σε «κόκκινο πανί» για το Τελ Αβίβ και μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου, σε Γαλλία και Ευρώπη, που την κατηγορούν ανοικτά για αντισημιτισμό και στήριξη σε εξτρεμιστικές πρακτικές.
Κατηγορία που επανήλθε μετά τη δολοφονία του 23χρονου ακροδεξιού φοιτητή Κεντέν Ντεράνκ, που δολοφονήθηκε από ακροριστερούς ακτιβιστές της οργάνωσης La Jeune Garde στη Λυών στις 12 Φεβρουαρίου, στη διάρκεια συμπλοκής που ξέσπασε με αφορμή ομιλία της Χασάν. H ίδια καταδίκασε το περιστατικό, εκφράζοντας τον αποτροπιασμό της για τη δολοφονία και καταγγέλοντας την Ακροδεξιά για προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης. Οι επικριτές της -από την Ακροδεξιά έως την Κεντροαριστερά- την κατηγορούν για αναπαραγωγή εξτρεμιστικού λόγου και ενθάρρυνση της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης.
Αύριο, Τρίτη (07/07) θα βρεθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου του Παρισιού, αντιμέτωπη με τις κατηγορίες διαδικτυακής εξύμνησης της τρομοκρατίας, εξαιτίας μια ανάρτησης στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Χ, στην οποία παρέθεσε μια δήλωση του Κόζο Οκαμότο, πρώην μέλους της ακροαριστερής οργάνωσης «Ιαπωνικός Κόκκινος Στρατός» και δράστη της τρομοκρατικής επίθεσης στο αεροδρόμιο Λοντ του Τελ Αβίβ το 1972, η οποία στοίχισε τη ζωή σε 26 ανθρώπους.
Λίγες ώρες πριν την δίκη της, η γαλλίδα ευρωβουλευτής μιλάει στο «Βήμα» για τις κατηγορίες εναντίον της, την στάση της ΕΕ στις κρίσεις της Γάζας και του Ιράν, τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν και τις επικείμενες προεδρικές εκλογές του 2027.
Η δίκη σας αφορά μια ανάρτηση στο X με την κατηγορία της επιδοκιμασίας της τρομοκρατίας. Ποια είναι η απάντησή σας σε όσους σας κατηγορούν για εξτρεμισμό και αντισημιτική ρητορική;
H διαδικασία που έχει κινηθεί εις βάρος μου έχει πολιτικό χρώμα, είναι μια πολιτική διαδικασία.
Η πρώτη αναφορά που έγινε σχετικά με το tweet του Κόζο Οκαμότο έγινε από την αστυνομική περιφέρεια του Παρισιού, που βρίσκεται υπό την άμεση εξουσία του υπουργού Εσωτερικών. Η δεύτερη αναφορά ήλθε από έναν ακροδεξιό βουλευτή. Στην ίδια υπόθεση υπάρχει εμπλοκή εκπροσώπου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο οποίος διέρρευσε ψευδείς πληροφορίες σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της κράτησής μου, παραβιάζοντας πλήρως το απόρρητο της έρευνας.
Υπήρξαν αρκετοί υπουργοί της κυβέρνησης του Εμανουέλ Μακρόν, οι οποίοι ζήτησαν την αφαίρεση της ιθαγένειάς μου. Υπήρξαν επιστολές υπογεγραμμένες από αρκετές δεκάδες βουλευτές, κυρίως από το προεδρικό στρατόπεδο, που ζητούσαν την άρση της ασυλίας μου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Και υπάρχει, μέσω της διαδικασίας που έχει κινηθεί εναντίον μου, μια παράκαμψη της ασυλίας μου και, κυρίως, μια διαστρέβλωση των αντιτρομοκρατικών νόμων, ακριβώς για να φιμωθεί η πολιτική κριτική ενάντια στη γενοκτονία που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι.
Μιλώντας για Γάζα και Ιράν και αναφερόμενη στην ΕΕ έχετε κάνει λόγο για βραδέα αντανακλαστικά και απώλεια αξιοπιστίας. Εξακολουθείτε να διατηρείτε την ίδια άποψη;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει κάθε μορφή αξιοπιστίας σε ό,τι αφορά τη γενοκτονία στη Γάζα. Αλλά και κάθε έννοια συνοχής τελικά στην εξωτερική πολιτική που ασκείται, ειδικότερα στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς η συμφωνία σύνδεσης ΕΕ – Ισραήλ, που εξαρτάται από τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μέχρι σήμερα, διατηρείται, δεν έχει ακόμη ανασταλεί.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της άμεσης, ενεργής συνενοχής στη γενοκτονία που συμβαίνει, καθώς ορισμένα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη διατηρούν συνεργασίες στρατιωτικού χαρακτήρα, εξακολουθούν να παραδίδουν όπλα στο Ισραήλ. Και όλα αυτά έχοντας γνώση της προειδοποίησης που δόθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο αναφορικά μετά χαρακτηριστικά της γενοκτονίας. Επομένως, υπάρχει μια συνενοχή που είναι ενεργή και υπάρχει επίσης όλη αυτή η διπλωματία, όλες αυτές οι συνεργασίες που τείνουν να προστατεύουν το Ισραήλ.
Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση του Ιράν, η στάση της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από δουλοπρέπεια, αποτυγχάνοντας να διαδραματίσει οποιονδήποτε ρόλο στην καταδίκη της επιθετικότητας των ΗΠΑ και του Ισραήλ προς τον λαό του Ιράν.
Γίνεται λόγος για την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ. Πιστεύετε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει την ικανότητα και την πολιτική βούληση να δρομολογήσει αλλαγές στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ —ειδικά όσον αφορά τη σχέση της με τις ΗΠΑ;
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να το εξετάζουμε ως προς τη σύνθεσή του. Αυτή τη στιγμή κυριαρχείται κατά πλειοψηφία από τη Δεξιά και την Ακροδεξιά, καθώς υπάρχουν τρεις ακροδεξιές ομάδες και το δεξιό ΕΛΚ που έχει την πλειοψηφία. Επομένως, οι συμμαχίες που δημιουργούνται σε αυτούς τους πολιτικούς χώρους, δεν επιτρέπουν, να προχωρήσουμε σημαντικά στο ζήτημα της αυτονομίας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντιθέτως, πρόκειται συχνά για πολιτικούς χώρους που υπερασπίζονται μια αυστηρά ατλαντική ατζέντα και υποστηρίζουν τον Τραμπ και την πολιτική που ακολουθεί. Επομένως, στην παρούσα συγκυρία αυτό μου φαίνεται δύσκολο. Από την άλλη πλευρά, νομίζω ότι είναι σημαντικό να διατηρήσουμε, μια ισχυρή αντίσταση σε όλο αυτό.
Και αυτή είναι η δουλειά που πρέπει να κάνουμε στην Αριστερά. Ας ελπίσουμε ότι στις επόμενες εκλογές, θα έχουμε ανανέωση της σύνθεσης του Κοινοβουλίου, και θα έχουμε μια τέτοια σύνθεση που θα μπορούσε να είναι πιο ευνοϊκή για την απαιτούμενη αυτονομία απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αναφερθήκατε στην Ακροδεξιά. Η άνοδός της συνιστά γεγονός σε όλη την Ευρώπη. Που οφείλεται και πως αντιμετωπίζετε το φαινόμενο κατά τη γνώμη σας;
Για μένα υπάρχουν αυτοί οι τρεις λόγοι: υπάρχει το οικονομικό μοντέλο, υπάρχει η διεθνής πραγματικότητα και η θέση της Δύσης και της Ευρώπης στον κόσμο, και τέλος υπάρχει το ζήτημα της αποικιοκρατίας.
Πρώτον, πιστεύω ότι πρέπει να επισημάνουμε, πριν την αξιολόγηση της εκπροσώπησης της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, να πούμε ότι, νομίζω πως η Δύση, η Ευρώπη βιώνει αυτό που ονομάζουμε μια αποδυτικοποίηση του κόσμου. Δηλαδή το γεγονός ότι η Δύση αποκεντρώνεται όλο και περισσότερο, ότι έχει μικρότερη κλίση στο να είναι ηγεμονική, είναι λιγότερο ισχυρή, κ.λπ.
Και βλέπουμε ως απόρροια αυτής της έλλειψης ισχύος, ότι στις ρητορικές της Ακροδεξιάς υπάρχει συχνά αυτή η επανάληψη του «πρέπει», υπάρχει αυτή η νοσταλγία της αυτοκρατορίας, αυτής της ισχυρής Γαλλίας, που είναι κατακτητική, που είναι ένδοξη, κ.λπ. Πρόκειται για μια μορφή αντίστασης σε αυτήν την πραγματικότητα, όπου τώρα βρισκόμαστε σε μια στιγμή που η Δύση αποκεντρώνεται, και νομίζω ότι αυτό είναι για το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου.
Δεύτερον, υπάρχει το οικονομικό μοντέλο που έχουμε υιοθετήσει στην Ευρώπη, και ευρύτερα στη Δύση, το οποίο είναι ένα καπιταλιστικό μοντέλο που βασίζεται στη συσσώρευση του πλούτου, την εκμετάλλευση των εργαζομένων, και το οποίο τελικά καθιστά επισφαλή τη ζωή ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η ακροδεξιά χτίζει σε μεγάλο βαθμό πάνω σε αυτό το διόλου ευκαταφρόνητο έδαφος. Οι άνθρωποι που έχουν την αίσθηση ότι η Γαλλία βρίσκεται σε παρακμή και ότι οι ίδιοι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να ζήσουν σε αυτή, έρχονται αντιμέτωποι με έναν πολιτικό λόγο που τους λέει ότι τελικά δεν φταίει ένα σύστημα που θα έπρεπε να μεταρρυθμίσουμε ή μια κοινωνία που πρέπει να βιώσει μια μετάβαση κ.λπ., αλλά όσα ζούμε είναι πρωτίστως το φταίξιμο μιας μειονότητας. Και αυτό θα λυθεί αν «εμείς» -με το εμείς όπως το εννοεί ο ακροδεξιός λόγος- έρθουμε στην εξουσία, δηλαδή αν απελάσουμε τους ξένους, αν απελάσουμε τους μουσουλμάνους» και πάει λέγοντας. Πιστεύω ότι υπάρχει σε κάθε περίπτωση μια αρκετά απλοϊκή ταύτιση με αυτόν τον λόγο, επειδή μπορεί να παρουσιαστεί κάπως σαν μαγική λύση.
Και υπάρχει η τρίτη και τελευταία αιτία, που είναι το ζήτημα του δομικού ρατσισμού, ο οποίος αποτελεί κληρονομιά της ιστορίας, είναι αυτό που έχει απομείνει από την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική ιστορία και ο οποίος παραμένει πολύ βαθιά ριζωμένος ακόμα σε ορισμένα στρώματα του πληθυσμού. Αυτό που απομένει από την αποικιοκρατία τελικά είναι το ζήτημα του δομικού και συστημικού ρατσισμού στις κοινωνίες μας. Κάπως έτσι η Ακροδεξιά καταφέρνει να ευδοκιμεί, επικαλούμενη όλο αυτό το ρατσιστικό, αποικιοκρατικό και ολοένα και πιο ισλαμοφοβικό φαντασιακό, ιδίως στην Ευρώπη.
Μένουν λίγοι μήνες για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Έχουν η «Ανυπότακτη Γαλλία» και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν πιθανότητες να κερδίσουν; Οι Σοσιαλιστές και άλλες παρατάξεις της παραδοσιακής Αριστεράς σας κατηγορούν για φατριασμό και διχαστική ρητορική. Ποιά είναι η γνώμη σας;
Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, σύμφωνα και με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, είναι η προσωπικότητα εκείνη που χαίρει της μεγαλύτερης υποστήριξης ανάμεσα στους υποστηρικτές της Αριστεράς. Υπάρχουν φυσικά διαφωνίες και ανταγωνισμοί ανάμεσα στα κόμματα της αριστεράς για τις προεδρικές εκλογές. Αλλά αυτό που είναι αναντίρρητο είναι ότι σήμερα ο Μελανσόν, είναι η προσωπικότητα που συσπειρώνει τους περισσότερους στον ευρύτερο αριστερό χώρο. Πέρα από αυτό, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι η λογική της δημοκρατίας δεν είναι να εκλέγουμε ένα άτομο μόνο για αυτό που είναι, αλλά σε πρώτη φάση για το πρόγραμμα που καταθέτει και υπηρετεί.
Στην «Ανυπότακτη Γαλλία» έχουμε τη φιλοδοξία να μιλάμε για την ανάγκη μετάβασης σε μια νέα μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος, στην 6η Γαλλική Δημοκρατία, όπου οι εξουσίες που αφαιρούνται από τον πρόεδρο διασπείρονται στον λαό, μέσα από την ενεργή εμπλοκή των πολιτών. Επομένως, πιστεύω ότι όλες οι κριτικές που αναλώνονται σε ισχυρισμούς γύρω από το αν η προσωπικότητα του Μελανσόν αποτελεί τροχοπέδη απλά αναπαράγουν έναν ανταγωνισμό που δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό ζήτημα των εκλογών. Και το βασικό ζήτημα των εκλογών αφορά πρωτίστως το πρόγραμμα και τις ιδέες.
Από αυτή την άποψη, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν είναι από τον χώρο της Αριστεράς η προσωπικότητα εκείνη που μπορεί να συσπειρώσει τους περισσότερους ψηφοφόρους, διαθέτει το κατάλληλο πρόγραμμα και την πιο κατάλληλη ομάδα για να προχωρήσει τις βαθιές μεταρρυθμιστικές τομές που απαιτούνται στη Γαλλία.
