Το ελληνικό παράδοξο

Κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε εκλογές με μία και μοναδική πρόταση διακυβέρνησης στο τραπέζι. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο είναι πολύ κολακευτικό για τη δημοκρατία μας.

Το ελληνικό παράδοξο

Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο, και πάντως έως τη γιορτή της Δημοκρατίας στις 24 Ιουλίου κλείνει η πολιτική σεζόν. Θα ξανανοίξει τον Σεπτέμβριο με τον Πρωθυπουργό στη ΔΕΘ.

Οι πρώτοι που κατεβάζουν ρολά είναι οι δημοσκόποι. Τρεις δημοσκοπήσεις είχαμε τα τελευταία 24 ώρα κι αν δεν συμβεί κανένα κακό το υπόλοιπο καλοκαίρι από εκείνα που απευχόμαστε όλοι, θα τους συναντήσουμε ξανά εκεί γύρω στη ΔΕΘ. Οι τελευταίες ήταν της Alco στις 30/6, της Marc στις 30/6-1/7 και της Metron 2/7.

Η διαδικασία είναι περίπου γνωστή, συνήθως και τα αποτελέσματα.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε παράδοση πολιτικών ανατροπών παρά μόνο σε ακραίες εποχές ή σε εποχές των άκρων, όπως το 2012-2015. Συνήθως διαβάζουμε τα ίδια με τα προηγούμενα.

Φέτος όμως το τελευταίο κύμα δημοσκοπήσεων είχε μια πρόσθετη σημασία διότι δύο νέοι σχηματισμοί είχαν προστεθεί στον κατάλογο των πολιτικών κομμάτων (κόμμα Τσίπρα και κόμμα Καρυστιανού) ενώ άλλος ένας θεωρείται στα σπάργανα (κόμμα Σαμαρά).

Για το εικαζόμενο κόμμα Σαμαρά είναι δύσκολο να πει κανείς κάτι πιο στέρεο.

Είναι κυρίως μια προσωπική υπόθεση με αδιευκρίνιστα χαρακτηριστικά εκτός από τα εθνικά που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί επισήμως ώστε να μετρηθεί δημοσκοπικά και να αξιολογηθεί πολιτικά.

Μόνο εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν λιγότερο ή περισσότερο επιστημονικές που το τοποθετούν περίπου στο χώρο του 2,5-4% (Marc).

Για τα άλλα δύο κόμματα όμως μπορούμε να καταγράψουμε τις πρώτες εντυπώσεις.

Πρώτον, αναμφισβήτητα καταγράφονται ως υπαρκτές κι ίσως αξιοσημείωτες κομματικές προσπάθειες. Παρόλο που είναι ακόμη νωρίς για μια πειστική αξιολόγηση.

Ο Τσίπρας ανεβαίνει με το καλημέρα στη δεύτερη θέση με ποσοστά της τάξης του 14-16%. Δεν είναι καθόλου άσχημα για έναν καθημαγμένο χώρο αλλά δεν το λες και κοσμογονία. Κινείται λίγο – πολύ στα μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ το 2023-24.

Η Καρυστιανού είναι πιο αινιγματική. Δεν επιβεβαιώνει παλαιότερες προβλέψεις, ο ενθουσιασμός από τις πλατείες μοιάζει να έχει κοπάσει και μάλλον κινείται καθοδικά. Η «Ελπίδα» που ξεκίνησε για την αυτοδυναμία περιορίζεται προς το παρόν σε κάτι λιγότερο από το 10%.

Δεύτερον, τα νέα κόμματα δεν φαίνεται να επηρεάζουν τους γενικότερους συσχετισμούς.

Η ΝΔ εξακολουθεί να κυριαρχεί στο 29-30% και μάλιστα η επανεμφάνιση Τσίπρα δείχνει περισσότερο να την ενισχύει παρά να την αποδυναμώνει. Ούτως ή άλλως όμως κινείται 3-5 μονάδες κάτω από τις δημοσκοπικές επιδόσεις του 2023.

Η αυτοδυναμία δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

Το ΠαΣοΚ αντιθέτως φαίνεται να πληρώνει όλο τον λογαριασμό. Οχι μόνο χάνει τη δεύτερη θέση αλλά μαζί της και το προνόμιο να υποδύεται τον «άλλο πόλο».

Υποθέτω πως ακόμη κι ο στόχος της πρωτιάς θα αποσυρθεί σύντομα για λόγους στοιχειώδους σοβαρότητας.

Τρίτον, τα μικρότερα κόμματα δεν έχουν σοβαρές αυξομειώσεις. Εκτός ίσως από την Πλεύση της Ζωής Κωνσταντοπούλου που δείχνει να προσγειώνεται απότομα μετά από ημέρες δημοσκοπικής δόξας.

Ενα πρόσθετο στοιχείο φαίνεται να είναι ότι το εικαζόμενο κόμμα Σαμαρά περισσότερο απευθύνεται σε ομάδες αντισυστημικού κοινού στη «Δεξιά της Δεξιάς» παρά στη ΝΔ ή στο ΠΑΣΟΚ ή ακόμη και στο κόμμα Τσίπρα. Αλλά είναι ακόμη πολύ νωρίς να πούμε, ας μην προτρέχουμε.

Τέταρτον, το γενικό κλίμα είναι στη δυσαρέσκεια, τη διάχυτη δυσφορία κι ίσως σε ένα αίτημα «πολιτικής αλλαγής». Αποτελεί μια μάλλον αναμενόμενη καταγραφή. Γενικά οι άνθρωποι ζορίζονται και ο Μητσοτάκης κλείνει επτά χρόνια διακυβέρνησης. Δεν είναι απλό.

Από την άλλη όμως «το κοινό της σταθερότητας» μπορεί να καταγράφεται ως μειοψηφικό αλλά δεν είναι ανίσχυρο, ούτε ανύπαρκτο. Ακόμα περισσότερο όταν η ΝΔ το διεκδικεί μόνη της ενώ όλοι οι άλλοι συνωστίζονται να διεκδικήσουν ένα κομμάτι από «το κοινό της αλλαγής».

Αυτό έχει μια βασική εξήγηση. Οτι κανείς άλλος δεν καταφέρνει να διεκδικήσει πειστικά μερίδιο από ένα κοινό το οποίο αποτελεί σχεδόν προνομιακό πεδίο για την κυβέρνηση.

Θα αρκέσει αυτό για να κερδίσει η ΝΔ άλλη μια θητεία στην κυβέρνηση; Κανείς δεν μπορεί να πει, πόσω μάλλον όταν δεν ξέρουμε ακόμη ούτε πότε θα γίνουν οι εκλογές, ούτε ποιο πλαίσιο θα κυριαρχήσει.

Ενα όμως είναι βέβαιο. Πως η ΝΔ θα προσπαθήσει στον δρόμο προς τις εκλογές να συσπειρώσει και να ενεργοποιήσει το δικό της ακροατήριο.

Ενώ τα άλλα κόμματα υποχρεούνται να διευρύνουν την πελατεία τους, αν θέλουν να αμφισβητήσουν σοβαρά τη ΝΔ. Δεν το έχουν κατορθώσει έως τώρα.

Γιατί όμως να λέμε πολλά λόγια για κάτι που μπορούμε να περιγράψουμε πολύ πιο απλά;

Το πλεονέκτημα της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στην αντιπολίτευση είναι ότι η δεύτερη δεν κατάφερε ποτέ να συγκροτήσει έναν αξιόπιστο «άλλο πόλο» ή έστω μια πειστική «εναλλακτική προοπτική».

Κινδυνεύουμε έτσι να οδηγηθούμε σε εκλογές με μία και μοναδική πρόταση διακυβέρνησης στο τραπέζι. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο είναι πολύ κολακευτικό για τη δημοκρατία μας.

Και σε αυτό δεν φαίνεται να προσφέρουν λύση τα νέα κόμματα. Μάλλον μπερδεύουν τους λογαριασμούς παρά αποσαφηνίζουν το τοπίο.

Δεν θα μπω μάλιστα στον κόπο να περιγράψω μια πιο ακραία εκδοχή.

Να ζήσουμε δηλαδή μια κοινωνία «στα κάγκελα» που θα αναλάβει να τη διαχειριστεί μια κυβέρνηση χωρίς αντίπαλο.

Και στην οποία μπορεί κανείς να προσάψει τα πάντα κι ακόμα περισσότερα αλλά σίγουρα δεν φέρει ευθύνη αν οι άλλοι αποδεικνύονται ανίκανοι να την ανταγωνιστούν επί της ουσίας.

Δεν ξέρω αν αυτό θα περάσει στην Ιστορία ως κάποιο «ελληνικό παράδοξο». Αλλά δεν είναι μικρό πρόβλημα μια κοινωνία να δυσφορεί χωρίς πραγματική διέξοδο για τη δυσφορία της.

Ή, ακόμη χειρότερα, όταν μοναδική διέξοδος φαντάζει η κατεδάφισή της.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version