Οι Ηνωμένες σήμερα κλείνουν ακριβώς 250 χρόνια ζωής από την ημέρα που υπέγραψαν το τελικό κείμενο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας τους από τη Μεγάλη Βρετανία, ένα κείμενο που συνέταξε πρωτίστως αλλά όχι αποκλειστικά ο Τόμας Τζέφερσον, μετέπειτα τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ. Αν μιλούσαμε με όρους δημοσιογραφίας, ο «συντάκτης ύλης» ήταν ο Βενιαμίν Φραγκλίνος.
Πολλοί θεωρούν το γεγονός αυτό από τα σημαντικότερα στην ιστορία, αλλά τότε, το έτος 1776, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ο ίδιος ο Τόμας Τζέφερσον παραδέχθηκε πως σκοπός δεν ήταν «να ανακαλυφθούν νέες αρχές ή νέα επιχειρήματα, που δεν είχαν ποτέ προηγουμένως διατυπωθεί… αλλά να τεθεί ενώπιον της ανθρωπότητας η κοινή λογική του ζητήματος», ως «έκφραση του αμερικανικού πνεύματος».
Αλλά γιατί η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας είναι τόσο ισχυρή στο υποσυνείδητο των Αμερικανών; Ίσως γιατί υπόσχεται πως τα καλύτερα στην ανθρώπινη φύση είναι δυνατά. Ή γιατί έδειξε ότι είναι μια εθνική φιλοδοξία, μια διατύπωση Αρχών για τις οποίες μια ετερόκλητη ομάδα αποικιών των 13 τότε Πολιτειών επέλεξε να αναμετρηθεί, μέσω ένοπλου αγώνα, με την ισχυρότερη αυτοκρατορία του (τότε) κόσμου.
Οι πρώτες δυσκολίες και αντιδικίες
Το 1869 κατά την διάρκεια της προεδρικής του εκστρατείας, ο Αβραάμ Λίνκολν κατέγραψε στο ημερολόγιο του: «κάθε τιμή στον Τζέφερσον – στον άνθρωπο ο οποίος, υπό τη συγκεκριμένη πίεση ενός αγώνα για εθνική ανεξαρτησία ενός και μόνο λαού είχε την ψυχραιμία, την προνοητικότητα και την ικανότητα να εισαγάγει σε ένα, απλά επαναστατικό έγγραφο, μια αφηρημένη αλήθεια, εφαρμόσιμη για όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις εποχές, και να την ενσωματώσει εκεί με τέτοιο τρόπο ώστε σήμερα, και σε όλες τις μέρες που θα έρθουν, αυτή να αποτελεί μομφή και πρόσκομμα για τους ίδιους τους προάγγελους της επανεμφανιζόμενης τυραννίας και καταπίεσης».
Αλλά πολλές δεκαετίες πριν, το 1790, πριν την ορκωμοσία του Τζορτζ Ουάσιγκτον ως πρώτου προέδρου των ΗΠΑ (και του αρχιστράτηγου της νίκης κατά των Βρετανών), ήδη οι πρώτες διαμάχες μεταξύ των «πατέρων του Έθνους» άρχισαν να εμφανίζονται. Η μεγαλύτερη; Ποιος θα είναι ο ρόλος του κράτους. Κάτι που 250 χρόνια μετά ισχύει ακόμα.
Τόσο οι υποστηρικτές υπέρ μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης όσο και οι υποστηρικτές μιας περιορισμένης κεντρικής κυβέρνησης συσπειρώθηκαν σε «στρατόπεδα». Ο Αλεξάντερ Χάμιλτον αναδείχθηκε σε ηγέτη της ομάδας υπέρ της ισχυρής κυβέρνησης, η οποία διατήρησε την ονομασία «Φεντεραλιστές» από τη μάχη για την επικύρωση του Συντάγματος. Ο Τόμας Τζέφερσον ήταν η πιο εξέχουσα μορφή της ομάδας υπέρ της περιορισμένης κυβέρνησης, τα μέλη της οποίας έγιναν γνωστά ως Ρεπουμπλικάνοι.
Τη λύση έδωσε ο Τζέιμς Μάντισον, ο οποίος συντάχθηκε με τον Τζέφερσον. Και έτσι καθιερώθηκε το σύστημα που εξελίχθηκε στο λεγόμενο «checks and balances» (αντίβαρα και ελέγχους) ήτοι πως καμία εξουσία δε θα μπορεί να ελέγχει απόλυτα το κράτος.
«Σε κάθε πολιτική κοινωνία, τα κόμματα είναι αναπόφευκτα», δήλωσε ο Μάντισον. «Διαφορετικά συμφέροντα και κόμματα προκύπτουν από την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Η μεγάλη «τέχνη» των πολιτικών έγκειται στο να τα καθιστούν αντίβαρα και ελέγχους [τα κόμματα, μετέπειτα τις 3 εξουσίες] το ένα απέναντι στο άλλο».
Σε όλη την αμερικανική ιστορία, τα κόμματα έχουν απορροφήσει νέους συνασπισμούς, έχουν προσαρμοστεί στις κοινωνικές αλλαγές και έχουν αποτρέψει οποιαδήποτε μεμονωμένη ομάδα από το να μονοπωλήσει την εξουσία.
Ακόμα και σήμερα, το Κογκρέσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, με ψήφους δικαστών που επιλέχθηκαν από τον πρόεδρο Τραμπ, κράτησαν όρθιο, εν μέρει, το σύστημα που ο σημερινός πρόεδρος τόσο χωρίς αιδώ προσπαθεί να καταχραστεί και να καταστρέψει.
Η τελευταία κρίση – μέχρι την επόμενη
Η τελευταία μεγάλη κρίση, κρίση οικονομικής και κρίση εθνικής επιβίωσης για τις ΗΠΑ συνέπεσε με τη θητεία – την πρωτοφανή αυτή πορεία, των τεσσάρων θητειών (μέχρι τη 22η Τροπολογία του 1951 που περιορίζει τον πρόεδρο σε 2 θητείες) – του Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Ενός εκ των 3 σημαντικότερων προέδρων των ΗΠΑ ο οποίος πρόσφατα με βάση τις τακτικές δεκαετείς κρίσεις ιστορικών και άλλων ειδικών έχει ανέλθει στη 2η θέση.
Ήταν δύο κρίσεις σε μια. Κρίση οικονομική από το 1929 (και συνεχιζόταν το 1933 όταν ανέλαβε ο Ρούζβελτ) έως το 1942 και κρίση επιβίωσης της δημοκρατίας στον δυτικό κόσμο από το 1940 έως το 1945.
Αλλά για την οικονομική κρίση είχε βοήθεια, πέραν των προοδευτικών πολιτικών του: Το βιβλίο του Κέινς του 1936, «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», αποτέλεσε μια πνευματική επανάσταση.
Σε αντίθεση με τα κυρίαρχα δόγματα της εποχής, υποστήριξε ότι οι αγορές, αν αφεθούν μόνες τους, θα μπορούσαν να παραμείνουν βυθισμένες σε παρατεταμένες περιόδους βαθιάς ανεργίας. Ακόμη και αν υπήρχαν «δυνάμεις» που διόρθωναν αυτόματα τα λάθη τους, που επανάφεραν την οικονομία στην πλήρη απασχόληση, αυτές λειτουργούσαν από μόνες τους υπερβολικά αργά για να αποτρέψουν σημαντική οικονομική δυσπραγία.
Ο Κέινς εξήγησε γιατί η νομισματική πολιτική (αυτό που σήμερα αποκαλούμε «ποσοτική χαλάρωση») – την οποία προτιμούσαν πολλοί συντηρητικοί οικονομολόγοι όταν η παρέμβαση θεωρούνταν αναγκαία – θα ήταν μερικώς αποτελεσματική σε μια βαθιά ύφεση (για λόγους που δεν υπάρχει χώρος να εξηγηθούν εδώ) αλλά παρείχε μια κρίσιμη διέξοδο: οι κρατικές δαπάνες μπορούσαν να τονώσουν τη ζήτηση και να βγάλουν την οικονομία από το τέλμα.
Ταυτόχρονα, ο Ρούζβελτ έδωσε στους ηγέτες των συνδικάτων τον πιο προοδευτικό εργατικό νόμο στην αμερικανική ιστορία, τον νόμο Βάγκνερ (Wagner Act) του 1935. Ο νόμος κατοχύρωνε το δικαίωμα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα να οργανώνονται σε συνδικάτα και να αναλαμβάνουν συλλογική δράση, συμπεριλαμβανομένων και παρατεταμένων απεργιών.
Και μπορεί η ηγεσία του Ρούζβελτ να έσωσε τον καπιταλισμό και εν συνεχεία τη συλλογική Δύση στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και η Αμερική να έζησε την ευημερία των δεκαετιών του 50, του 60 και του 90 αλλά και τις υφέσεις του 70, του 80 και του 2000, αλλά άντεξε.
Το μόνο από το οποίο έχει να φοβηθεί η Αμερική είναι να ξεφύγει από το πνεύμα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας και της διάκρισης των εξουσιών.
Ο Κέινς είχε πει στον Ρούζβελτ, «οι σημερινές πολιτικές σας φαίνεται να προϋποθέτουν ότι διαθέτετε περισσότερη εξουσία από όση πραγματικά έχετε».
Το έτος 2276
Το 2026 το ίδιο ακριβώς πράγμα, 81 χρόνια από τον θάνατο του Ρούζβελτ, θα μπορούσε να πει κάποιος, αν τολμούσε, στον πρόεδρο Τραμπ.
Άραγε η Αμερική θα «κρατήσει» και θα ξεπεράσει το γκροτέσκο έργο που παίζεται αυτό το διάστημα ξαναβρίσκοντας τον χαμένο εαυτό της και τα διδάγματα του 18ου αιώνα που ενέπνευσαν τον κόσμο, ειδικά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου όταν τα κράτη πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα διψούσαν για δημοκρατία;
Μια Αμερικάνικη δημοκρατία με τη διττή φύση για καλό αλλά και για καταστροφή, είτε επειδή το επιδιώκει, είτε λόγω αφέλειας. Και πως θα μπορούσε διαφορετικά όταν η Αμερικάνικη Δημοκρατία έχει 250 χρόνια ζωής – μόλις το 10% του χρόνου από τότε που ο Περικλής δίδαξε στον κόσμο την (τότε έννοια) της Δημοκρατίας και έθεσε τα θεμέλια για ό,τι επακολούθησε.
Το ποια φύση από τις δύο θα υπερισχύσει στις ΗΠΑ – αυτή για το καλό ή αυτή για το χειρότερο – είναι στο χέρι των επόμενων γενεών.
Αυτές θα μάθουν αν το 2276 η Αμερική θα γιορτάσει μισή χιλιετία ζωής ή θα έχει την τύχη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και άλλων αυτοκρατοριών που «έζησαν» και «πέθαναν» – και αν εξετασθεί υπό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, 250 χρόνια είναι ένα τίποτα – μέσα στις χιλιετίες ύπαρξης του ανθρώπινου είδους όπως το ξέρουμε σήμερα.
