Στη Νεάπολη Λασιθίου άνοιξε ένας φάκελος που για σχεδόν δύο δεκαετίες έμοιαζε να έχει χαθεί ανάμεσα στον χρόνο, τα αναπάντητα ερωτήματα και την αγωνία μιας οικογένειας που δεν σταμάτησε ποτέ να ζητά δικαιοσύνη. Για τους τρεις γιους της Τζιν Χάνλον, η πρώτη ημέρα της δίκης δεν ήταν απλώς η έναρξη μιας δικαστικής διαδικασίας. Ήταν η στιγμή που, όπως οι ίδιοι λένε, η μητέρα τους «απέκτησε επιτέλους τη φωνή που της είχαν στερήσει».
Δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατο της 53χρονης Σκωτσέζας στην Κρήτη, η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου.
Η οικογένεια, που επί χρόνια ταξίδευε επανειλημμένα στην Ελλάδα, συγκέντρωνε στοιχεία, συνεργαζόταν με ιδιωτικό ερευνητή και πίεζε για την επανεξέταση της δικογραφίας, παρακολούθησε την πρώτη ημέρα της διαδικασίας με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Οι μαρτυρίες των δύο γιων της, Μάικλ και Ντέιβιντ Πόρτερ, αλλά και οι δηλώσεις του δικηγόρου της οικογένειας, Απόστολου Ξυριτάκη, αποτυπώνουν το βάρος μιας υπόθεσης που εξακολουθεί να συγκλονίζει.
Η αίθουσα του δικαστηρίου στην Νεάπολη δεν ήταν απλώς ένας χώρος ακροαματικής διαδικασίας. Ήταν το σημείο όπου μια οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με 17 χρόνια πόνου, αναμονής και αναπάντητων ερωτημάτων. Για τους γιους της Τζιν Χάνλον, η πρώτη ημέρα της δίκης δεν ήταν μια νομική διαδικασία. Ήταν η στιγμή που, όπως λένε, «έπρεπε να ξαναζήσουν τα πάντα από την αρχή».
Η 53χρονη Σκωτσέζα είχε εξαφανιστεί στις 9 Μαρτίου 2009 μετά από νυχτερινή έξοδο στο Ηράκλειο και λίγες ημέρες αργότερα εντοπίστηκε νεκρή στο λιμάνι Ηρακλείου.
Η υπόθεση που ακολούθησε εξελίχθηκε σε μία από τις πιο μακροχρόνιες δικαστικές αναζητήσεις μεταξύ Σκωτίας και Ελλάδας. Διενεργήθηκε νέα ανάλυση των στοιχείων, στην οποία περιλαμβανόταν η εξέταση του ημερολογίου της Τζιν, στο οποίο η ίδια κατέγραφε τακτικά τις σκέψεις και τις εμπειρίες της, καθώς και επανεξέταση της ιατροδικαστικής έκθεσης και των καταθέσεων μαρτύρων.
Τα ευρήματα αυτά παρουσιάστηκαν στις αρμόδιες αρχές, γεγονός που οδήγησε στην επανέναρξη της έρευνας για την υπόθεση της Τζιν.
Πέρυσι, ένας 54χρονος άνδρας από την Κρήτη, πρώην σύντροφός της, κλήθηκε για κατάθεση και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος υπό περιοριστικούς όρους. Την περίοδο εκείνη, οι ελληνικές αρχές έκριναν ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να παραπεμφθεί σε δίκη, ωστόσο οι δικαστές του Εφετείου στο Δικαστικό Συμβούλιο Ηρακλείου αποφάσισαν να οριστεί ημερομηνία δίκης.
Η δίκη ξεκίνησε την Τρίτη και αναμένεται να ολοκληρωθεί την Πέμπτη.
O κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες.
Η πρώτη συνάντηση με τον κατηγορούμενο
Ο Μάικλ Πόρτερ περιγράφει μια ημέρα που κράτησε πάνω από οκτώ ώρες και τον άφησε ψυχολογικά εξαντλημένο: «Ήταν απίστευτα δύσκολη και εξαντλητική. Ήμασταν εκεί από τις εννέα και τελειώσαμε γύρω στις πέντε και δέκα. Ήταν μια πολύ μεγάλη μέρα».
Οι γιοι της Τζιν Χάνλον περιγράφουν τη στιγμή που αντίκρισαν για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο μέσα στη δικαστική αίθουσα ως σοκαριστική και συναισθηματικά φορτισμένη. Ο Μάικλ Πόρτερ δεν κρύβει τα συναισθήματά του. «Ένιωσα τεράστιο μίσος. Η στάση του και η συμπεριφορά του έμοιαζαν σαν να μην υπήρχε κανένα συναίσθημα. Όσο μιλούσαμε εμείς και οι μάρτυρες, μπορούσες να δεις ότι γινόταν νευρικός. Κουνιόταν συνεχώς και έτρεμε».
Ο ίδιος παραδέχεται ότι, από τη στιγμή που τον αντίκρισε για πρώτη φορά, η σκέψη του ήταν μία. «Σκέφτηκα αμέσως ότι αυτός είναι ο άνθρωπος που μου πήρε τη μητέρα. Ήθελα να του κάνω τόσες πολλές ερωτήσεις, αλλά φυσικά δεν μπορούσα».
Η συνάντηση αυτή, όπως λένε, δεν ήταν απλώς μια νομική στιγμή αλλά μια βαθιά προσωπική σύγκρουση με το παρελθόν. «Τον είδαμε την Παρασκευή στην αναβολή. Εκεί ήταν η πρώτη φορά».
«Αμέσως σκέφτηκα: αυτός είναι ο άνθρωπος που μου πήρε τη μητέρα μου. Ήταν μίσος και πολλές ερωτήσεις που δεν μπορούσαμε να κάνουμε».
Οι πιο δύσκολες στιγμές στο δικαστήριο
Η ακροαματική διαδικασία περιλάμβανε καταθέσεις και ιατροδικαστικά στοιχεία που, όπως λένε, τους λύγισαν.
Όπως εξηγεί, ιδιαίτερα επώδυνη ήταν η παρουσίαση των ιατροδικαστικών ευρημάτων. Συμφωνα με τα στοιχεία, πιστεύεται ότι ο θάνατος της Χάνλον επήλθε στην ξηρά και στην συνέχεια το σώμα της βρέθηκε στο νερό. «Όταν ανέβηκε ο ιατροδικαστής και περιέγραψε πώς πιστεύεται ότι συνέβη ο θάνατός της. Ήταν πολύ δύσκολο να το ακούς αυτό για τη μητέρα σου».
«Ήταν τρομερό να ακούω τις λεπτομέρειες για το πώς πιστεύουν ότι δολοφονήθηκε η μητέρα μου και ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα, δεν ήταν πλήρως νεκρή όταν βρέθηκε στο νερό. Ήταν φρικτό να σκέφτομαι ότι μπορεί να βρισκόταν στη θάλασσα ενώ ήταν ακόμη ζωντανή. Μας εξήγησαν πάντως ότι πιθανότατα είχε χάσει τις αισθήσεις της λόγω του χτυπήματος στο πίσω μέρος του κεφαλιού». Ο ίδιος επισημαίνει ότι η οικογένεια δεν γνώριζε μέχρι σήμερα αυτές τις πληροφορίες.
Κατά τη διάρκεια της δίκης μάρτυρες ρωτήθηκαν αν η Τζιν Χάνλον ειχε λόγο να βάλει τέλος η ιδια στην ζωή της και η απάντηση ήταν κατηγορηματικά αρνητική.
Ο Μάικλ Πόρτερ εξηγεί ότι η πίεση δεν ήταν μόνο συναισθηματική αλλά και υπαρξιακή, καθώς ένιωθε ότι πρέπει να «μιλήσει για τη μητέρα του» μέσα σε μια δικαστική αίθουσα. «Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν και όταν ανέβηκα να καταθέσω. Έπρεπε να μιλήσω στους δικαστές χωρίς να λυγίσω. Ένιωθα τεράστια πίεση, γιατί ήθελα η δική μου φωνή να γίνει η φωνή της μητέρας μας».
«Ήταν σουρεαλιστικό να βρίσκεσαι τόσο κοντά στον άνθρωπο που πιστεύουμε ότι ευθύνεται»
«Ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσω χωρίς να καταρρεύσω. Έπρεπε να κάνω τη φωνή της μητέρας μου να ακουστεί.» Ο Μάικλ Πόρτερ στο δικαστήριο κρατούσε ενα κουκλάκι της μητέρας του Τζιν με διάφορα αναμνηστικά τοποθετημένα πάνω του.
Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι η οικογένεια δεν έχει καταφέρει ποτέ να αφήσει πίσω της την υπόθεση. «Δεν μπορείς να το αφήσεις μέχρι να υπάρξει απόφαση».
Παράλληλα, χαρακτηρίζει ακόμη δυσκολότερη την πρώτη ημέρα από όσο περίμενε. «Ήταν εκατό τοις εκατό πιο δύσκολη. Όταν ακούς για τις τελευταίες στιγμές της μητέρας σου και για όσα πιθανότατα υπέστη, είναι κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις».
Παρά τη συναισθηματική φόρτιση, ο ίδιος δηλώνει πως αισθάνεται δικαιωμένος που η υπόθεση έφτασε επιτέλους στο δικαστήριο.
Ο Ντέιβιντ Πόρτερ περιγράφει την ημέρα ως συναισθηματικά φορτισμένη και παράλληλα αποσταθεροποιητική, λόγω της ίδιας της δικαστικής διαδικασίας. «Ήταν σουρεαλιστικό να βρίσκεσαι τόσο κοντά στον άνθρωπο που πιστεύουμε ότι ευθύνεται», αναφέρει χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η ένταση και ο θυμός ήταν έντονα.
Παράλληλα επισημαίνει ότι η διαδικασία στην Ελλάδα είναι διαφορετική από εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου, γεγονός που έκανε την εμπειρία ακόμη πιο δύσκολη.
Σε ερώτηση για το αν μετά από 17 χρόνια νιώθουν ότι επιτέλους ακούγονται, ο Ντέιβιντ Πόρτερ απάντησε ότι, αν και η διαδικασία δεν είναι εύκολη, η ίδια η παραπομπή της υπόθεσης σε δίκη δείχνει πως οι αρχές θεωρούν ότι υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς διερεύνηση, κάτι που τους δίνει την αίσθηση ότι η φωνή τους πλέον καταγράφεται ουσιαστικά.
«Ήταν σημαντικό να είμαστε εκεί»
«Είναι πολύ σημαντικό. Δεν είμαστε μάρτυρες, αλλά έπρεπε να είμαστε εκεί για τη μητέρα μας.»
Ο δικηγόρος της οικογένειας: «Έχουμε φτάσει στο σημείο της δικαίωσης»
Ο συνήγορος της οικογένεια Απόστολος Ξυριτάκης περιγράφει στο ΒΗΜΑ τη δίκη ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας επαναξιολόγησης στοιχείων και ερευνών που διήρκεσαν χρόνια.
Όπως εξηγεί, η υπόθεση έχει ανοίξει επανειλημμένα, καθώς νέα δεδομένα και καλύτερη αξιολόγηση παλαιών στοιχείων – όπως το προσωπικό ημερολόγιο της Τζιν Χάνλον – σε συνδυασμό με ιδιωτική έρευνα, οδήγησαν τελικά στην παραπομπή του κατηγορουμένου. «Είναι μια μορφή δικαίωσης ότι φτάσαμε επιτέλους σε αυτό το στάδιο. Θεωρούμε ότι έχουμε εντοπίσει το άτομο που ευθύνεται».
«Είναι πολύ σημαντική διότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που επιτέλους έχει βρεθεί ένα άτομο το οποίο θεωρούμε υπεύθυνο για το θάνατο της μητέρας των παιδιών. Έχει ανοίξει τέσσερις φορές ο φάκελος, από στοιχεία που θεωρούμε πολύ ισχυρά και αρκούν για την καταδίκη του συγκεκριμένου».
«Είναι μια μορφή δικαίωσης»
Ερωτηθείς για το κίνητρο του κατηγορούμενο ο κ. Ξυριτάκης απαντά: «νομίζω η απόρριψη».
Προσθέτει ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προέκυψε από τη σημερινή δικαστική διαδικασία: «όλα είναι σημαντικά, εγώ στέκομαι και στην ίδια την κατάθεση ενός μάρτυρα που επανέλαβε οτι αναγνώρισε τη φωνή του μετά από τόσα χρόνια, σε ενα ποσοστά 95%-98% όπως λέει ο ίδιος, ήταν το άτομο που είχε μιλήσει εκείνο το βράδυ, το τελευταίο άτομο που μίλησε μαζί του, μαζί με τη θανούσα και με το ίδιο το άτομο που ήταν μαζί της εκείνο το βράδυ. Είχε μιλήσει με το άτομο αυτό και του είχε πει ότι είναι από τις Γούβες, ότι βρίσκει πολύ ωραία την Τζιν Χάνλον, και ότι θέλει να την παντρευτεί».
Αναφορικά με το τι ζητά η οικογένεια από το δικαστήριο, ξεκαθάρισε: «Δεν ζητάμε εμείς ποινή. Από το νόμο προβλέπεται ότι εφόσον έχουμε ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είναι ισόβια κάθειρξη. Το δικαστήριο είναι αυτό που αποφασίζει, και εμείς ως υποστηρίζοντες της κατηγορίας δεν έχουμε λόγο για ελαφρυντικά ή όχι».
Μια υπόθεση που δεν έχει ακόμη τελειώσει
Η δίκη συνεχίζεται, με καταθέσεις και εξέταση στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί επί σχεδόν δύο δεκαετίες.
Για την οικογένεια της Τζιν Χάνλον, όμως, η διαδικασία αυτή δεν είναι απλώς μια δικαστική εξέλιξη.
Είναι η πρώτη πραγματική στιγμή όπου, όπως λένε, η ιστορία της μητέρας τους ακούγεται μέσα σε μια δικαστική αίθουσα. Και ίσως, μετά από 17 χρόνια σιωπής, να πλησιάζουν επιτέλους στις απαντήσεις που αναζητούν.
