Την ετοιμότητα της Ρωσίας να συμμετάσχει σε νέες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία, στη βάση των συμφωνιών και του σχήματος στις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης, εξέφρασε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, την ώρα που η ρωσική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις από τις ουκρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και την επιδείνωση των συνθηκών στις αγορές.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης με μέλη της κυβέρνησής του, ο Ρώσος πρόεδρος επανέλαβε ότι η Μόσχα παραμένει ανοιχτή σε διευθέτηση του πολέμου με πολιτικά μέσα, υποστηρίζοντας ότι οι συμφωνίες που είχαν διαμορφωθεί στην Κωνσταντινούπολη είχαν γίνει αποδεκτές από την ουκρανική πλευρά εκείνη την περίοδο.
«Η Ρωσία είναι έτοιμη για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία με βάση τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Δε βλέπω κανέναν λόγο να παρεκκλίνουμε από αυτές τις συμφωνίες», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Πούτιν κατηγόρησε το Κίεβο ότι επιδιώκει να αποσταθεροποιήσει τη ρωσική κοινωνία μέσω επιθέσεων σε μη στρατιωτικές υποδομές, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον πολιτικών στόχων καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την προοπτική απευθείας συνομιλιών με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Πίεση από τις επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια, ενεργειακές υποδομές και στόχους μεταφοράς πετρελαίου έχουν ενταθεί σημαντικά. Σύμφωνα με ρωσικές πηγές, οι επιθέσεις έχουν υπερδιπλασιαστεί από τις αρχές του 2026, προκαλώντας προβλήματα στον εφοδιασμό καυσίμων σε πολλές περιοχές της χώρας.
Σε αρκετές ρωσικές περιφέρειες έχουν επιβληθεί περιορισμοί στις πωλήσεις καυσίμων, ενώ οι τιμές της βενζίνης και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων αυξάνονται, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται μεγάλες ουρές στα πρατήρια. Από την πλευρά του, το Κίεβο έχει δηλώσει ότι οι επιθέσεις αποσκοπούν στο να πλήξουν μια βασική πηγή χρηματοδότησης της ρωσικής πολεμικής μηχανής και να μεταφέρουν το κόστος της σύγκρουσης στο εσωτερικό της Ρωσίας.
Οι εξελίξεις έχουν επηρεάσει και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το ρούβλι υποχώρησε πάνω από τα 75 ρούβλια ανά δολάριο, ενώ ο βασικός δείκτης του Χρηματιστηρίου της Μόσχας κατέγραψε το χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2023. Οι αναλυτές αποδίδουν την πτώση τόσο στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ενεργειακός τομέας όσο και στη μείωση των διεθνών τιμών πετρελαίου, στην έλλειψη προόδου στις διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου και στη νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας.
Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι πιέσεις στη Gazprom, οι μετοχές της οποίας υποχώρησαν κάτω από τα 100 ρούβλια για πρώτη φορά από το 2009. Παράλληλα, υποχώρηση σημείωσαν και άλλες μεγάλες ρωσικές εταιρείες, όπως η Aeroflot, η Alrosa και η X5.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να καθησυχάσει την ανησυχία
Η ρωσική κυβέρνηση επιχειρεί να καθησυχάσει τις ανησυχίες. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ δήλωσε ότι αξιοποιούνται ήδη τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων, ότι οι πετρελαϊκές εταιρείες λειτουργούν στα μέγιστα επίπεδα παραγωγής και ότι έχουν αναβληθεί εργασίες συντήρησης σε διυλιστήρια προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια στην αγορά. Παράλληλα, εξετάζεται ακόμη και η επιβολή προσωρινής απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ.
Παρά τις πιέσεις στις αγορές και τις δυσκολίες στον ενεργειακό εφοδιασμό, το Κρεμλίνο επιμένει ότι η μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας παραμένει διασφαλισμένη και ότι η ρωσική οικονομία διαθέτει τα μέσα για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που έχουν δημιουργηθεί από τον πόλεμο και τις επιπτώσεις του.
