Μήδεια στην Επίδαυρο: Η βραδιά που έφερε 10.000 θεατές και θύμισε το μεγαλείο του 1961

Εξήντα πέντε χρόνια μετά τη θρυλική «Μήδεια» της Μαρίας Κάλλας, η Επίδαυρος γέμισε ασφυκτικά για τη μοναδική παρουσίαση της ανασύνθεσης της ιστορικής παραγωγής. Το ΒΗΜΑ βρέθηκε εκεί και καταγράφει τις αφίξεις, τις εκπλήξεις και τις στιγμές που ξεχώρισαν από τη βραδιά.

Μήδεια στην Επίδαυρο: Η βραδιά που έφερε 10.000 θεατές και θύμισε το μεγαλείο του 1961

Πάνω από 10.000 θεατές ανηφόρισαν το Σάββατο προς το αρχαίο θέατρο Επιδαύρου για μια παράσταση που έμοιαζε να υπερβαίνει τα όρια μιας οποιασδήποτε άλλης παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Η Επίδαυρος χθες έζησε στον παλμό ενός αλλοτινού μεγαλείου επιστρέφοντας στο παρελθόν της, στο σημείο αναφοράς της: στο τέλος της «Μήδειας», τα ενθουσιώδη «μπράβο», τα παρατεταμένα χειροκροτήματα, που δεν έλειψαν ούτε κατά τη διάρκεια της παράστασης, ήταν μία ειλικρινής υπόκλιση του κόσμου προς όλους τους συντελεστές μιας ιστορικής «ανασύνθεσης» που προετοιμαζόταν για καιρό.

Εξήντα πέντε χρόνια μετά την ιστορική «Μήδεια» του 1961, με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, η Εθνική Λυρική Σκηνή βρέθηκε ξανά – για πρώτη φορά στον 21ο αιώνα – στο Αρχαίο Θέατρο με την όπερα του Λουίτζι Κερουμπίνι, επιχειρώντας την ανασύνθεση ενός πολιτιστικού μύθου που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη συλλογική μνήμη.

Η Επίδαυρος πλημμύρισε από κόσμο

Χιλιάδες θεατές όλων των ηλικιών κατέκλυσαν τους χώρους πέριξ του Αρχαίου Θεάτρου από νωρίς το απόγευμα. Η προσέλευση ήταν τόσο πυκνή για το συγκεκριμένο πολιτιστικό γεγονός – από τη στάθμευση των αυτοκινήτων και τα πούλμαν στο πάρκινγκ μέχρι τη ροή προς το Αρχαίο Θέατρο – που μπορεί άνετα να σχολιάσει κανείς ότι «είχαμε χρόνια να δούμε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου τόσο κόσμο».

Η μετάβαση εντός του θεάτρου μετατράπηκε σε τόπο προσκυνήματος για όσους συνέρρεαν να παρακολουθήσουν την παράσταση – λίγο μετά τις 20.00 η προσέλευση είχε τέτοια δυναμική που ήταν αδύνατο να περπατήσεις χωρίς να σε βρει καθ’ οδόν ένας κάποιος συνωστισμός (ευτυχώς χωρίς παρατράγουδα και αυτό πρέπει να τονιστεί για την καλή οργάνωση και τον συντονισμό της όλης παραγωγής εκ μέρους της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου που μερίμνησαν τόσο για την αύξηση των χώρων υγιεινής και την καλή λειτουργία τους για την εξυπηρέτηση ενός απαιτητικού όγκου θεατών όσο και για το έγκαιρο άνοιγμα του νέου αναψυκτηρίου, καθώς το παλιό εστιατόρια-καφέ δεν λειτουργεί πια, μετά την ανάθεση της λειτουργίας των αναψυκτηρίων από τον ΟΔΑΠ σε πολλούς αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία σε ιδιωτική εταιρεία κατόπιν διαγωνισμού).

Η «Μήδεια» στην Επίδαυρο. Photo A. Simopoulos

Ανάμεσά μας από νωρίς και η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη όπως και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ, Γιώργος Κουμεντάκης υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του οποίου στεγάστηκε και αναδείχθηκε το όλο εγχείρημα της ανασύνθεσης. Την παράσταση παρακολούθησε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τη σύζυγό του Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη, καθώς και ένα μεγάλο, φιλόμουσο κομμάτι της κοσμικής Αθήνας. Ανάμεσα στους υψηλούς προσκεκλημένους και η Παλόμα Πικάσο, μία από τις πλέον αναγνωρισμένες προσωπικότητες του διεθνούς design.

Η έκθεση «Σημείο Κάλλας», σε επιμέλεια του Διονύση Φωτόπουλου, με πέντε βιντεοεγκαταστάσεις διάσπαρτες στη διαδρομή μέχρι το αρχαίο θέατρο και αναφορές στην κυρίαρχη εμφάνιση και φιγούρα της Κάλλας ως «Μήδεια» από τον Παντελή Μάκκα, λειτούργησε ως προοίμιο της ανασύνθεσης της όπερας. Υπενθυμίζοντας με ένα βλέμμα, μια χειρονομία ή ένα στοιχείο της φωνής της μεγάλης ντίβας από τη βραδιά του ’61 ότι η σκιά της εξακολουθεί να πλανάται πάνω από κάθε νέα προσέγγιση του έργου.

Η επιστροφή του Τσαρούχη στη σκηνή της Επιδαύρου

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, βρισκόταν στο σκηνικό οικοδόμημα. Εισερχόμενοι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου το μνημειώδες σκηνικό του Γιάννη Τσαρούχη το οποίο αναδημιουργήθηκε από τη Λίλη Πεζανού, έφερε ένα είδος λιτής μεγαλοπρέπειας, αρμονικά συνδεδεμένης με το αργολικό τόπο και με το επιβλητικό κοίλο του θεάτρου, επαναφέροντας την ελληνιστική αρχαιότητα στην καρδιά της αρχαίας Επιδαύρου: το ανάκτορο του Κρέοντα στα αριστερά, ο Ναός της Ήρας στα δεξιά και στο βάθος το Ιερό της Αρτέμιδος. Μνημεία και σύμβολα που παραπέμπουν σε μικρούς «Παρθενώνες», ενώ στα δεξιά κυριαρχεί το άγαλμα του φτερωτού θεού Έρωτα.

Η «Μήδεια» στην Επίδαυρο, Πράξη I. photo G. Antonoglou

Η Άννα Πιρότσι ως Μήδεια και ο Ζαν – Φρανσουά Μπορράς ως Ιάσονας. Photo A. Simopoulos

Είκοσι περίπου λεπτά μετά τις 21.00, μια ένταση χαράς και περιέργειας μας κατέλαβε καθώς εισήλθαν στη σκηνή – πέριξ της ορχήστρας υπό τον Ζακ Λακόμπ – ο βασιλιάς της Κορίνθου Κρέοντας (Τάσης Χριστογιαννόπουλος) συνοδευόμενος από τη φρουρά του και τον επικεφαλής της (Γιάννης Σταματάκης), τη λευκοντυμένη θυγατέρα του Γλαύκη (Δανάη Κοντόρα), την πρώτη της υπηρέτρια (Αιμιλία Τσιμιδάκη) και τη δεύτερή της (Ειρήνη Αθανασίου) αλλά και από τον Ιάσονα (Ζαν-Φρανσουά Μπορράς), αρχηγό της Αργοναυτικής εκστρατείας.

Δείτε το τρέιλερ της παράστασης εδώ

GNO Medea at the Ancient Theatre of Epidaurus | 20/06/2026 | Η Μήδεια της ΕΛΣ στην Επίδαυρο

Επί σκηνής το λεγόμενο «πλήθος» που πήρε τη θέση του ήταν ένας ζωντανός αρχαιοελληνικός πίνακας σε τέσσερα χρώματα, ανάγλυφα δοσμένος από τις αναδημιουργίες των κοστουμιών με την υπογραφή της Τότας Πρίτσα, όπως το οραματίστηκε και το απέδωσε ο Γιάννης Τσαρούχης επηρεασμένος από την αρχαιοελληνική ζωγραφική του Πολυγνώτου και το προσωπικό του εικαστικό ιδίωμα. Ενορχηστρωτής της ανασύνθεσης και του δύσκολου εγχειρήματος, ο σκηνοθέτης της ΕΛΣ, Παναγής Παγουλάτος με οδηγό τη σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή.

Αυλαία, χειροκρότημα και υπόκλιση στην ιστορική «Μήδεια» της Επιδαύρου. Photo Giannis Antonoglou

Χορωδοί και βοηθητικοί ηθοποιοί, σπουδαστές και σπουδάστριες της Ανώτερης Σχολής Επαγγελματικής Χορού της ΕΛΣ, τα μικρά παιδιά της Μήδειας θα συνθέσουν ένα σύνολο πλούσιο και χορταστικό στα μάτια μας, κινούμενο στην απόδοση των χορογραφικών λεπτομερειών της Μαρίας Χορς (από τις χορογράφους Γιάννα Φιλιπποπούλου και Κέλλη Ζαμπέλα).

Άννα Πιρότσι (Μήδεια). Photo Giannis Antonoglou

Η Μήδεια της Άννα Πιρότσι

Ένα από τα πρώτα στοιχεία που εντυπωσιάζουν στην όπερα του Ιταλού συνθέτη Κερουμπίνι -τραγωδία σε τρεις πράξεις από τον Φρανσουά-Μπενουά Οφμάν, εμπνευσμένη από τη Μήδεια του Ευριπίδη (431π.Χ.) και στην ομότιτλη πεντάπρακτη τραγωδία του Πιερ Κορνέιγ (1635), μελοποιημένη από τον Γερμανό συνθέτη Φραντς Λάχνερ – είναι ότι η ορχήστρα δεν λειτουργεί ως απλή συνοδεία των τραγουδιστών.

Η ορχήστρα λειτουργεί όπως ο χορός στην αρχαία τραγωδία: σχολιάζει, προειδοποιεί, αποκαλύπτει την ψυχολογία των ηρώων. Η μουσική γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί πριν το συνειδητοποιήσουν οι ήρωες. Ο ψυχισμός κόσμος των ηρώων – κυρίως αυτός ο πολυδιάστατος και ανάστατος της προδομένης συζύγου, μητέρας και μάγισσας Μήδειας – δεν περιγράφεται μόνο από τη φωνή της πρωταγωνίστριας, αλλά και από τα σκοτεινά χρώματα της ορχήστρας.

Η Άννα Πιρότσι ως «Μήδεια» στην Επίδαυρο. Photo A. Simopoulos

Πάνω σε αυτό το λυρικό τοπίο, η Ιταλίδα δραματική υψίφωνος Άννα Πιρότσι κλήθηκε να αντιμετωπίσει για άλλη μία φορά – μετά τη μεγάλη επιτυχία της παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το 2023 – όχι μόνο τον ρόλο της Μήδειας αλλά και το βάρος μιας ιστορίας που έχει ταυτιστεί με τη μεγαλύτερη υψίφωνο του 20ού αιώνα.

Η Άννα Πιρότσι στη «Μήδεια». Photo A. Simopoulos

Η Ιταλίδα δραματική σοπράνο επέλεξε να μη συνομιλήσει με τον μύθο της Κάλλας αλλά με τον ίδιο τον Κερουμπίνι, αναδεικνύοντας τη σκοτεινή, πολυδιάσταση ενέργεια της ηρωίδας. Χειροκροτήθηκε, άρεσε με την πληθωρικότητά της και την άνεση των εναλλαγών στις ψυχολογικές μεταπτώσεις της «μάγισσας» Μήδειας, συγκίνησε ως μητέρα και σύζυγος απεγνωσμένη.

Ιδιαίτερα στις σκηνές της τρίτης πράξης, η παρουσία της κυριάρχησε στη σκηνή με ένταση. Στο τέλος, η δραματικότητα της εξόδου της από το Ναό της Ήρας, πάνω σε άρμα, ενώ έχει σκοτώσει τα παιδιά της, συμπύκνωσε όλα τα στοιχεία μιας γοητευτικά παλαιάς θεατρικής αισθητικής, η οποία μπορεί να μοιάζει σήμερα αναχρονιστική, εξακολουθεί όμως να διαθέτει τη δική της δύναμη. Η σοπράνο φίλησε τη σκηνή του αρχαίου θεάτρου υποκλινόμενη.

Τελευταία πράξη της «Μήδειας». Photo A. Simopoulos

Δίπλα της, ο Ζαν-Φρανσουά Μπορράς ως Ιάσονας, η Αλίσα Κολοσόβα ως Νέρις και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως Κρέων συνέθεσαν έναν ισχυρό πυρήνα ερμηνειών, επιτρέποντας στο έργο να λειτουργήσει ως αληθινό σύνολο και όχι ως όχημα μιας μόνο πρωταγωνίστριας.

Δανάη Κοντόρα και Ζαν-Φρανσουά Μπορράς. Photo A. Simopoulos

Ο Γάλλος τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μπορράς απέδωσε έναν Ιάσονα διαφορετικό από το στερεότυπο του ψυχρού προδότη. Με τη χαρακτηριστική λυρική ευγένεια της φωνής του, ανέδειξε τις αντιφάσεις ενός ήρωα που αδυνατεί να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής που έχει προκαλέσει και πορεύεται χωρίς αιδώ, τυφλωμένος από το πάθος της προσωπικής του ματαιοδοξίας.

Η μεγάλη έκπληξη

Στον ρόλο της έμπιστης της Μήδειας, Νέριδας, η συμβολή στην παράσταση της Ρωσίδας μεσοφώνου Αλίσα Κολόσοβα, που στο χειροκρότημα έσκυψε και χαιρέτησε την ορχήστρα, υπήρξε καθοριστική.

Η μεσόφωνος με τη κρυστάλλινη φωνή ξάφνιασε με την ένταση της αγκαλιάζοντας με τη διαυγή λυρικότητά της κάθε γωνιά του αρχαίου θεάτρου, χαρίζοντας έτσι στην πιστή ακόλουθο της Μήδειας ένα ανεπανάληπτο βάθος μέσα στην τραγική ανθρώπινη της διάσταση. Η μεγάλη της σκηνή δίπλα στην καταβεβλημένη ψυχικά Μήδεια της Άννα Πιρότσι έκλεψε στην κυριολεξία την παράσταση, χειροκροτήθηκε όσο καμία άλλη. Η φωνή της μέσα στη σιγή της νύχτας αντηχεί ακόμα.

Μήδεια του Λουίτζι Κερουμπίνι. Στο κέντρο ο Γαλλοκαναδός μαέστρος Ζακ Λακόμπ. Η Αλίσα Κολόσοβα στα αριστερά. Επίδαυρος 20/06/2026 Photo H. Akriviadis.

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, με τη μακρά σκηνική του εμπειρία, την ευθυτενή στάση του στο κέντρο της σκηνής και τη στιβαρότητα της ερμηνείας του, ήταν ένας ιδανικός Κρέοντας – η ενσάρκωση της πολιτικής εξουσίας αλλά και της πατρικής προστασίας. Η παρουσία του για πρώτη φορά στον συγκεκριμένο ρόλο, προσέδωσε κύρος και λάμψη στις σκηνές αντιπαράθεσης με τη Μήδεια. Και χειροκροτήθηκε θερμά.

Η ανερχόμενη υψίφωνος Δανάη Κοντόρα ως Γλαύκη ανταποκρίθηκε με την ευαισθησία της φωνής της και κάθε στάση ή κίνηση της λιγνής, ολόλευκης φιγούρας της στις απαιτήσεις ενός ρόλου που βρίσκεται στον πυρήνα της τραγικής σύγκρουσης.

Δανάη Κοντόρα, Τάσης Χριστογιαννόπουλος και Ζαν-Φρανσουά Μπορράς. Photo G. Antonoglou

Επί 2 ώρες και 15 λεπτά, η μουσική διεύθυνση υπό τον Ζακ Λακόμπ αλλά και η μυσταγωγική απόδοση της χορωδίας υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου ανέδειξε τη μοναδική θέση της «Μήδειας» στην ιστορία της όπερας: ενός συναρπαστικού μέσα στην τραγικότητά του έργου που κοιτάζει ταυτόχρονα προς τον Μότσαρτ και προς τον Βάγκνερ, μετατρέποντας την ορχήστρα σε ενεργό φορέα της τραγωδίας.

Η «Γλαύκη» της Δανάης Κοντόρα στη «Μήδεια« του Κερουμπίνι. Photo G. Antonoglou

Το στοίχημα της ανασύνθεσης

Πέρα όμως από τις ερμηνείες, το πραγματικό διακύβευμα της βραδιάς ήταν άλλο: κατά πόσο η ανασύνθεση ενός εμβληματικού γεγονότος μπορεί να αποφύγει τον κίνδυνο της μουσειακής αναπαράστασης. Η απάντηση δόθηκε από το ίδιο το κοινό, το οποίο δεν ήταν εκεί για να παρακολουθήσει μια άσκηση νοσταλγίας αλλά αντιθέτως, με πολύ μεγάλη προσοχή και συγκέντρωση τη συνάντηση μιας διαχρονικής όπερας με τη σύγχρονη διάσταση του «ελληνικού της μύθου».

10.000 θεατές παρακολούθησαν τη «Μήδεια] στην Επίδαυρο. Drone photo by Chris Giatrakos

Μπορεί μια παραγωγή που φέρει τόσο μεγάλο ιστορικό βάρος να σταθεί ως ζωντανό θέατρο στο σήμερα; Η ανασύνθεση των σκηνικών και των κοστουμιών του Τσαρούχη δεν ήταν μουσειολογική, αλλά οργανικό μέρος μιας παράστασης που διατήρησε τον τελετουργικό της χαρακτήρα χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτόν. Η μνημειακή λιτότητα του σκηνικού, οι αυστηρές γραμμές και η αίσθηση ενός διαχρονικού χώρου, οι εναλασσόμενοι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα, που συμπλήρωσαν την αίσθηση δραματικότητας, συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που ταίριαζε ιδανικά με τον κόσμο της όπερας του Κερουμπίνι.

Στο τέλος της βραδιάς, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τα μεσάνυχτα, εκείνο που έμεινε δεν ήταν ούτε η ανασύνθεση μιας ιστορικής παράστασης με την υπογραφή ιερών τεράτων του ελληνικού πολιτισμού, ούτε η αναπόφευκτη αναφορά στη Μαρία Κάλλας. Ήταν η διαπίστωση ότι η «Μήδεια» του Κερουμπίνι εξακολουθεί να διαθέτει τη δύναμη να συγκλονίζει με την αναγνωρίσιμη θεματική της και την πολυδιάστατη μουσική της σύνθεση. Η Επίδαυρος έχει ανάγκη την καλλιτεχνική εμπειρία. Εμείς – ως κοινό – έχουμε ανάγκη την καλλιτεχνική εμπειρία. Το σκηνικό του Γιάννη Τσαρούχη θα μπορούσε να μείνει στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου για πάντα.

*Όλοι οι συντελεστές της «Μήδειας» επί σκηνής για το χειροκρότημα του κοινού. Photo A. Simopoulos

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version