Από την περασμένη Πέμπτη και για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τρεις μικρού μήκους ταινίες «ενώνονται» σε μία κοινή κινηματογραφική κυκλοφορία. Το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» είναι ένα νέο project της εταιρίας Tanweer (που δίνει μεγάλη σημασία στην προάσπιση του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου) το οποίο φέρνει μαζί τρεις διαφορετικές ιστορίες σε μία ενιαία εμπειρία: πολυφωνική, σύγχρονη και απόλυτα συντονισμένη με το σήμερα.
Μέσα από τρεις διακριτές σκηνοθετικές ματιές, το «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή, το «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνά και το «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση συνθέτουν ένα κινηματογραφικό τρίπτυχο που κινείται ανάμεσα στο χιούμορ, τον παραλογισμό και την ελληνική πραγματικότητα -όπως τη ζούμε τώρα.
Με αυτή την αφορμή, το «ΒΗΜΑ» έθεσε τα κάτωθι τέσσερα ίδια ερωτήματα στους τρεις σκηνοθέτες.
Δημήτρης Παπαθανάσης – «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει»

Η ταινία: Μεσόκοπος υπάλληλος δήμου στο νεκροταφείο, ο Κοσμάς κάνει κουμάντο για το τι μπαίνει και τι βγαίνει. Μαζί με τον παπά-Αργύρη έχουν στήσει μία καλά οργανωμένη επιχείρηση που βασίζεται στον πόνο του άλλου. Το χρήμα ρέει άφθονο μέχρι που η απληστία του Κοσμά τον φέρνει αντιμέτωπο με τον Μάκη.
Ηθοποιοί: Δημήτρης Δρόσος, Αλίκη Αλεξανδράκη, Θάνος Τοκάκης, Σίμος Κακάλας, Λευτέρης Πολυχρόνης, Δημήτρης Μπίτος, Άγγελος Σκασίλας, Γιάννης Λατουσάκης, Υβόννη Τζάθα, Ελένη Ευθυμίου, Μιχάλης Λατουσάκης
Μιλήστε λίγο για τη δημιουργία της ταινίας σας. Πώς σας ήρθε αυτή ιδέα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να την υλοποιήσετε; Τι σας ενδιέφερε, κυρίως να επισημάνετε με αυτήν;
Η ιδέα για το σενάριο ήρθε όταν διάβασα ένα άρθρο για τον «συνωστισμό» που παρατηρείται σε πολλά νεκροταφεία και το Γολγοθά τον συγγενών να θάψουν τους οικείους τους. Οι αρχικές σκέψεις μου για την ιστορία, είχαν μία εντελώς διαφορετική κατεύθυνση σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα. Ο διεφθαρμένος υπάλληλος του νεκροταφείου υπήρχε πάντα, και θυμάμαι ότι ήθελα να βρεθεί ζωντανός ανάμεσα στους νεκρούς, που κατά καιρούς έχει εκμεταλλευτεί, και να κάνει μαζί τους μια φιλοσοφική κουβέντα. Σαφώς επηρεασμένος από την «7η Σφραγίδα», ευτυχώς για τον Μπέργκμαν και ευτυχώς και για μένα η ιστορία πήγε από μόνη της σε πράγματα που μου είναι οικεία και αναγνωρίσιμα και μπορώ να μιλήσω για αυτά.
Ο βασικός ήρωας είναι μία φιγούρα που συναντάμε καθημερινά σε ανθρώπους που επιλέγουν να ασκούν πάνω μας την όποια εξουσία νομίζουν ότι τους έχει δοθεί, αντλώντας από αυτή την αίσθηση αξίας που αδυνατούν να βρουν αλλού.
Νομίζω ότι από την πρώτη γραφή μέχρι και το τελικό cut της ταινίας πέρασαν 3 ή 4 χρόνια. Προφανώς και δεν χρειάζεται τόσος χρόνος για μια μικρού μήκους. Το σενάριο όταν ολοκληρώθηκε, είχε δύο αρνητικές απαντήσεις από ΕΚΚ και ΕΡΤ και μπήκε στο συρτάρι για 1-2 χρόνια. Όταν στην επόμενη απόπειρα πήρε το πράσινο φως από την ΕΡΤ, χρειάστηκε λιγότερο από ένας χρόνος για να ολοκληρωθεί.
Πώς θα χαρακτηρίζετε την κατάσταση που αυτή την στιγμή επικρατεί στον ελληνικό οπτικοακουστικό χώρο; Πού πιστεύετε ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα;
Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλη δημιουργικότητα και εξωστρέφεια. Οι ελληνικές ταινίες ταξιδεύουν περισσότερο από ποτέ και νέοι δημιουργοί βρίσκουν διεξόδους έκφρασης. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στη χρηματοδότηση, στις συνθήκες εργασίας και κυρίως στη διαμόρφωση μιας βιώσιμης κινηματογραφικής βιομηχανίας. Αν έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα κάπου, θα έλεγα στη σταθερή υποστήριξη της ανάπτυξης σεναρίων και στη δημιουργία συνθηκών που να επιτρέπουν στους δημιουργούς να εργάζονται με συνέχεια και όχι αποσπασματικά από έργο σε έργο.
Υπάρχει κάποια ταινία μεγάλου μήκους στα σχέδιά σας;
Ολοκλήρωσα πρόσφατα τα γυρίσματα της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας, «Η Βαλίτσα», σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη και παραγωγή της Tanweer. Aυτή τη στιγμή βρίσκεται στο στάδιο του post-production. Η μετάβαση στη μεγάλου μήκους φόρμα ήταν μια ιδιαίτερα απαιτητική αλλά και γόνιμη εμπειρία. Οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές, τόσο αφηγηματικά όσο και πρακτικά, αλλά νιώθω τυχερός που είχα την ευκαιρία να κάνω αυτό το βήμα.
Αν σας δινόταν η ευκαιρία να εργαστείτε στο εξωτερικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα, τι θα κάνατε;
Δεν θα με ενδιέφερε να φύγω απλώς για να φύγω. Θέλω να πω ότι οι ιστορίες δε γνωρίζουν σύνορα και μπορούν να έχουν μια οικουμενική διάσταση. Αν μου επιτρέπεται να κάνω αυτό που αγαπώ δεν έχω πρόβλημα να το κάνω οπουδήποτε, αν και τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες μου τις περισσότερες φορές συναντούν την ελληνική πραγματικότητα, γιατί αυτή γνωρίζω.
Μιχάλης Γιγιντής – «100 Χρόνια Μπροστά»

Η ταινία: Ο Λάκης, ιδιωτικός ερευνητής, πιστεύει ότι η ζωή του είναι μεταφυσικά συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ και τον Αντρέα Παπανδρέου. Μια νύχτα, κλειδώνει τον Κωστάκη στο γραφείο του και μέσα από ένα ταξίδι στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, προσπαθεί να τον πείσει να μην πουλήσει σε πολυεθνική το ιστορικό θερινό σινεμά που διατηρεί η οικογένειά του στην ταράτσα του μεγάρου, στο οποίο συνυπάρχουν και οι δύο τους τα τελευταία χρόνια.
Ηθοποιοί: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Kώστας Φυτίλης
Μιλήστε λίγο για τη δημιουργία της ταινίας σας. Πώς σας ήρθε αυτή ιδέα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να την υλοποιήσετε; Τι σας ενδιέφερε, κυρίως να επισημάνετε με αυτήν;
Όταν γνωριστήκαμε με τον Αντώνη (Τσιοτσιόπουλο) μου έστειλε να διαβάσω κάποια από τα κείμενα του, μεταξύ των οποίων ένα μονόπρακτο, απόσπασμα από την παράσταση «Δε variete» το οποίο αποτέλεσε και τη βάση για τη δημιουργία του κινηματογραφικού σεναρίου της ταινίας. Ταυτίστηκα με το χιούμορ και τη γλώσσα του κειμένου και γέλασα πολύ διαβάζοντας το. Μιλήσαμε και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε να κάνουμε μια πρώτη δοκιμή και να δούμε πως θα εξελιχθεί. Από εκείνη την ημέρα και για αρκετούς μήνες κάναμε κάποιες παραλλαγές και καταλήξαμε στο τελικό σενάριο. Τον περισσότερο χρόνο τον αφιερώσαμε στη συγγραφή και έπειτα στο μοντάζ και τη διαδικασία του post production. Έπρεπε να είμαστε πολύ ακριβείς στους χρόνους των προβών και των γυρισμάτων και με πολύ πείσμα και προσοχή, με την καθοριστική συμβολή και την αγάπη όλων των συντελεστών, να τα πραγματοποιήσουμε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Δεν ξέρω αν ήταν σκοπός να επισημανθεί κάτι πολύ συγκεκριμένο μέσα από την ταινία. Περισσότερο με ενδιέφερε να ειπωθεί αυτή η κοινωνικοπολιτική τραγελαφική ιστορία. Να μιλήσουμε για πράγματα που σε όλους μας είναι λίγο πολύ οικεία και γνώριμα και με τον δικό μας τρόπο, να διαχειριστούμε δραματουργικά κάποια κωμικοτραγικά γεγονότα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Να δούμε τι από όλα αυτά εντοπίζουμε ακόμη και σήμερα, γύρω μας και μέσα μας. Σε φιλοσοφικό επίπεδο υπάρχουν πολλά πράγματα να ειπωθούν για αυτή την περίοδο και για το πώς αναφέρεται στην ταινία. Τις ρίζες και τα προϊόντα της. Επίσης, για τις προκλήσεις και τα ηθικά διλήμματα του σήμερα. Με ενδιέφερε πάντως εξαρχής πολύ η κωμωδία μέσα από την κοινωνιολογία των θεματικών που αναπτύσσονται στο σενάριο και με τις τραγελαφικές προεκτάσεις της. Έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε τουλάχιστον με τον Αντώνη.
Πώς θα χαρακτηρίζετε την κατάσταση που αυτή τη στιγμή επικρατεί στον ελληνικό οπτικοακουστικό χώρο; Πού πιστεύετε ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα;
Θα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα και σταθερά πλαίσια στήριξης και ενθάρρυνσης των δημιουργών και συντελεστών του χώρου και να μη νιώθουν οι δημιουργοί και οι εργαζόμενοι εγκλωβισμένοι στην οικονομική ανασφάλεια και τη γραφειοκρατία. Το να φτιάξει κάποιος ένα κινηματογραφικό έργο ή ένα οπτικοακουστικό έργο με την ευρεία έννοια είναι μια πολύ επίπονη διαδικασία και πρέπει να ισορροπεί συνεχώς ανάμεσα στη δημιουργικότητα και τα πρακτικά προβλήματα. Να διαχειρίζεται τα εμπόδια και να προσπαθεί να ελίσσεται χωρίς να στερηθεί το έργο τις ουσιαστικές του αξίες. Το σινεμά είναι μέγιστος πυλώνας του πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας τεράστιος επαγγελματικός κλάδος, αποτελούμενος από επαγγελματίες που θέλουν να εργάζονται και να βιοπορίζονται με αξιοπρέπεια. Το ελληνικό σινεμά μπορεί να μιλήσει σε παγκόσμιο επίπεδο και οι εργαζόμενοι στον χώρο είναι πλήρως καταρτισμένοι και συνεχώς εξελίσσονται από αγάπη και επαγγελματισμό. Στην Ελλάδα πολλές φορές το θέατρο και το σινεμά αντιμετωπίζονται σαν χόμπι. Κάποιος σου λέει ‘’οκ τουλάχιστον κάνεις αυτό που αγαπάς’’. Και φτάνουν οι δημιουργοί και οι εργαζόμενοι να πρέπει να διεκδικούν τα αυτονόητα. Θα πρέπει αυτά τα πράγματα κάποια στιγμή να λυθούν και να σταθεροποιηθούν και μέσα από την ανάπτυξη να αναδειχθούν στοιχεία που μόνο οφέλη έχουν να προσφέρουν στον πολιτισμό. Ευτυχώς, υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για την επίλυση όλων αυτών των θεμάτων, σε συλλογικό επίπεδο όπως το ορατότης μηδέν κ.α. και φορείς που εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση και στηρίζουν το σινεμά. Είναι μια συνεχής προσπάθεια.
Σε ένα άλλο επίπεδο, ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι ο φυσικός χώρος μιας ταινίας είναι η κινηματογραφική αίθουσα και σε αυτό πιστεύω ότι πρέπει να δίνεται επίσης στήριξη. Η παρακολούθηση ενός έργου στην αίθουσα είναι μια συνολική εμπειρία και από τεχνικής αλλά και από φιλοσοφικής άποψης. Οπότε θα έλεγα ότι σημαντική προτεραιότητα είναι να γίνεται συνεχώς μια προσπάθεια από παράγοντες, συντελεστές και προωθητικά μέσα, να πηγαίνει ο θεατής στον κινηματογράφο. Η εμπειρία είναι τελείως διαφορετική και οι δημιουργοί φτιάχνουν τις ταινίες τους για την αίθουσα.
Υπάρχει κάποια ταινία μεγάλου μήκους στα σχέδιά σας;
Κάνω κάποιες απόπειρες σε επίπεδο συγγραφής μιας ιδέας που υπάρχει χρόνια σαν σκέψη αλλά βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Προς το παρόν υπάρχει μια ακόμα μικρού μήκους ταινία στης οποίας το σενάριο εργαζόμαστε και ήθελα ιδανικά να ξεκινήσει μέσα στους επόμενους μήνες.
Αν σας δινόταν η ευκαιρία να εργαστείτε στο εξωτερικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα, τι θα κάνατε;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο θέμα με τη γεωγραφία σε επίπεδο εργασίας. Στον οπτικοακουστικό χώρο τουλάχιστον. Στην εποχή που ζούμε θεωρώ ότι συνδιαλεγόμαστε πολιτισμικά περισσότερο από ποτέ, σε παγκόσμιο επίπεδο και δε νομίζω ότι υπάρχουν οι έννοιες της εγκατάλειψης, όπως αυτές ορίζονταν παλαιότερα. Μπορεί κάποιος να εργαστεί για ένα διάστημα κάπου στο εξωτερικό και να επιστρέψει ή ούτως ή άλλως το έργο του να συμπεριλαμβάνει τη χώρα του με πολλούς τρόπους. Με ενδιαφέρει πάντως η ελληνική γλώσσα και τα πολιτισμικά πλαίσια της χώρας ώς πεδίο ζυμώσεων και δημουργικότητας. Θεωρώ πολύ σημαντικό να εργάζεται και να στηρίζει κάποιος το ελληνικό σινεμά είτε άμεσα είτε έμμεσα. Είναι και μια συνεχής πρόκληση. Σίγουρα δεν θα μπορούσα να ζήσω για πάντα κάπου αλλού αλλά αυτό σχετίζεται περισσότερο με τους ανθρώπους και το περιβάλλον παρά με το αντικείμενο της εργασίας μου.
Ιωάννα Κρυωνά «Planet Balcony»

Η ταινία: Για τον Τάσο οι μέρες περνούν ήσυχα στο μπαλκόνι παρέα με το μπαφάκι του και τον Συγκ, συγκάτοικο και κολλητό. Ένα βράδυ μια άγνωστη παρουσία στο απέναντι διαμέρισμα θα διαταράξει το αίθριο κλίμα του πλανήτη – μπαλκόνι, για λίγο αλλά αρκετά ώστε να φέρει μια μικρή ανανέωση στη ζωή των αυτοχθόνων ειδών του.
Ηθοποιοί: Γιώργος Χρυσοστόμου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Δάφνη Κιουρκτσόγλου, Gary Salomon, Στέλιος Δημόπουλος, Στράτος Μαρούδας, Elena Tsyganok
Μιλήστε λίγο για τη δημιουργία της ταινίας σας. Πώς σας ήρθε αυτή ιδέα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να την υλοποιήσετε; Τι σας ενδιέφερε, κυρίως να επισημάνετε με αυτήν;
Η ιδέα ήρθε σαν αποτέλεσμα μιας προσωπικής αλλαγής, της επιστροφής στην Ελλάδα μετά από δεκαπέντε χρόνια στη Γερμανία. Συγκεκριμένα, ένα από τα πράγματα που μου πήρε καιρό να συνηθίσω ξανά ήταν η σχέση μου με το μπαλκόνι, με έναν χώρο που είναι μεν ιδιωτικός αλλά βρίσκεσαι σε δημόσια θέα. Η ευκολία αυτής της πρόσβασης στη ζωή του απέναντι, σε συνδυασμό με την πυκνή δόμηση, μου προκαλούσε αμηχανία. Και να βρίσκομαι εγώ η ίδια έξω αλλά και να μπορώ να βλέπω τους γείτονες, συνθήκη σπάνια έως απίθανη στη βόρεια Ευρώπη. Αν από την άλλη σκεφτεί κανείς πόσο υλικό αντλούμε στη δουλειά μας μέσα από την παρατήρηση, και μπορώ να πω για τις ιστορίες που ενδιαφέρουν εμένα ότι αφουγκράζομαι και κοιτάζω πολύ γύρω μου, αυτή η ανατροπή στο αστικό σκηνικό άρχισε να φέρνει στο οπτικό μου πεδίο πληθώρα εικόνων και καταστάσεων. Θυμάμαι πχ έναν τύπο που για μήνες ήταν βιδωμένος στην ίδια καρέκλα στο ίδιο σημείο του μπαλκονιού του, και κάθε βράδυ έμπαινε μέσα για να φτιάξει τα ίδια μακαρόνια και να επιστρέψει στο μπαλκόνι του να τα φάει. Κάποια μέρα δεν εμφανίστηκε, ήρθε η επόμενη και η μεθεπόμενη και ήταν άφαντος.
Όταν έκλεισε βδομάδα με έπιασα να ανησυχώ. Σκεφτόμουν, αποκλείεται ένας τέτοιος ανθρωπότυπος να έχει φύγει απλά διακοπές – κάτι δεν πάει καλά. Αλλά και από την άλλη, τι λόγος μου πέφτει. Και εδώ βρισκόμαστε στο θέμα της ταινίας, πού ξεκινάει και πού τελειώνει η δικαιοδοσία σου όταν η ζωή του άλλου σου προσφέρεται στο πιάτο; Έχεις τον όποιο λόγο ή υπάρχει κάποια νόρμα που σε περιορίζει στο ρόλο του απλού θεατή ώστε να μην κατηγορηθείς για έλλειψη διακριτικότητας – ακόμα και για παρεμβατικότητα. Αυτή η αντίφαση που προκύπτει όταν η έκθεση της προσωπικής ζωής στο βλέμμα του άλλου είναι δεδομένη και οικειοθελής και ταυτόχρονα η αντίδραση του άλλου σε αυτό το θέαμα μπορεί να καταλήξει ακόμη και παρεξηγήσιμη. Η ταινία σπουδή πάνω σε αυτό είναι φυσικά το «Rear Window» (Σιωπηλός Μάρτυρας) του Χίτσκοκ, όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται μάρτυρας ενός φόνου που με λεπτούς χειρισμούς προσπαθεί να αποκαλύψει. Και ένα πολύ ξεχωριστό παράδειγμα τέτοιας θεματικής από το εγχώριο σινεμά είναι η ταινία «Οι Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου, όπου ένας φοιτητής στήνει κανονικά τηλεσκόπιο και παρακολουθεί καθημερινά την απέναντι, μια μεγαλύτερη του σε φανερά δυστυχή γάμο, και την ερωτεύεται. Φυσικά, και αυτές οι ιστορίες παίζουν με τα όρια της ηδονοβλεψίας, αυτό που διαφέρει όμως κάθε φορά είναι τα κίνητρα και οι προθέσεις των χαρακτήρων.
Σε σχέση με την υλοποίηση, είχα την τύχη από τη γραφή του σεναρίου να τη γυρίσω πέντε μήνες αργότερα γιατί εγκρίθηκε από πρόγραμμα του ΕΚΚΟΜΕΔ. Βοήθησε εννοείται το ότι ήμασταν σε ένα location με μικρό cast και παραγωγικά ελεγχόμενα. Από την άλλη είχα φοβερή στήριξη από όλους, συντελεστές και ηθοποιούς, δούλεψαν με πολλή φροντίδα και αγαπήσαμε όλοι αυτό που φτιάξαμε, από το γύρισμα μέχρι το post-production. Σε αντίθεση με τη Γερμανία που δεν έχει σε καμία περίπτωση την κουλτούρα της μικρού μήκους –εκεί μικρού κάνεις στη σχολή σαν άσκηση– ήταν για μένα πολύ καινούρια και συγκινητική αυτή η αλληλεγγύη.
Πώς θα χαρακτηρίζετε την κατάσταση που αυτή τη στιγμή επικρατεί στον ελληνικό οπτικοακουστικό χώρο; Πού πιστεύετε ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα;
Θα ξεκινήσω από το αισιόδοξο, και αποτέλεσμα διεκδίκησης από την πλευρά των δημιουργών και των εργαζόμενων στο χώρο, την πρωτοβουλία Ορατότης Μηδέν που πριν ένα χρόνο ανέδειξε την ανεπαρκή στήριξη του ελληνικού κινηματογράφου από το κράτος με μόλις 6.500.000€ να προβλέπονται για την ετήσια ανάπτυξη και παραγωγή ελληνικών κινηματογραφικών έργων. Ένα χρόνο μετά ανακοινώνεται ο προϋπολογισμός του 2026 που προβλέπει 15.000.000€, ποσό που ανταποκρίνεται και στα αιτήματα της πρωτοβουλίας. Βλέπουμε λοιπόν πως η μαζική διεκδίκηση και η επαγρύπνηση μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, μένει να φανεί και στην πράξη.
Πέρα από τα παραπάνω, καθοριστικός είναι και ο ρόλος των service, των ξένων παραγωγών δηλαδή που γυρίζονται στην Ελλάδα με ελληνικές εταιρείες παραγωγής να αναλαμβάνουν την εκτέλεση και το μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων να είναι Έλληνες. Είναι μεγάλη κουβέντα το τι διαχείριση γίνεται και πώς αντιμετωπίζεται η συγκεκριμένη εργασιακή συνθήκη σε σχέση με την παραγωγή μιας ελληνικής ταινίας που γίνεται με περιορισμένους πόρους. Το ερώτημα είναι αν τελικά τα οφέλη των service για τις ελληνικές εταιρείες είναι σε θέση να αξιοποιηθούν συνεπικουρικά και έμπρακτα προς ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, αν όντως δηλαδή η συνεχής και ευρεία ανάληψη τέτοιων έργων μπορεί να λειτουργήσει παράλληλα ευεργετικά για το ελληνικό σινεμά. Αυτό που βλέπουμε ως τώρα είναι ότι η ελληνική ταινία έρχεται σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Σίγουρα, πέρα από τις προθέσεις και τη διαχείριση του ιδιωτικού τομέα, η διεκδίκηση μιας βιώσιμης κρατικής στήριξης που θα έπρεπε να εξασφαλίζει ακόμη και αυτάρκεια στην υλοποίηση –χωρίς να είναι το κυνήγι συμπαραγωγών προϋπόθεση– και σίγουρα αμεσότητα ώστε να μη χρειάζεται ο δημιουργός να περιμένει μίνιμουμ πενταετία για να κάνει τη μεγάλου μήκους του δεν πρέπει να σταματήσει.
Υπάρχει κάποια ταινία μεγάλου μήκους στα σχέδιά σας;
Στα κοντινά σχέδια υπάρχει άλλη μία μικρού αλλά ταυτόχρονα έχω και σενάριο μεγάλου που δουλεύω. Η αλήθεια είναι ότι με τρομάζει η ιδέα της ατελείωτης αναμονής, με ρίσκο να μετριαστεί ο ενθουσιασμός για την ιστορία σου. Προσωπικά επειδή μ’ ενδιαφέρει το σινεμά χαρακτήρων, προσπαθώ να συμπεριλαμβάνω τον παράγοντα του παραγωγικά υλοποιήσιμου ήδη από τη γραφή, χωρίς να σημαίνει ότι αυτοπεριορίζομαι, απλώς φροντίζω να σκέφτομαι και ρεαλιστικά.
Αν σας δινόταν η ευκαιρία να εργαστείτε στο εξωτερικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα, τι θα κάνατε;
Είναι μια πίστα που νομίζω την έχω εξαντλήσει μετά από τόσα χρόνια έξω. Η μεταναστευτική ταυτότητα είναι περίπλοκο βίωμα, ακόμη κι αν μιλάς τη γλώσσα, ακόμη κι αν θεωρείσαι ενσωματωμένος, ο αγώνας που δίνεις για να σε βλέπουν ισότιμα δε σταματά ποτέ – τουλάχιστον από τη δική μου εμπειρία με τη Γερμανία. Παρά τις δυσκολίες στην Ελλάδα η αλληλοϋποστήριξη και η συντροφικότητα που είδα στη δουλειά μας ήταν πρωτοφανής, δε συμβαίνει πάντα αλλά δεν είναι ούτε εξαίρεση, το λέω έχοντας περάσει πλέον από περισσότερα εργασιακά περιβάλλοντα εδώ. Σε σύντομο διάστημα έκανα καλούς φίλους και καλούς συνεργάτες, για αυτό και χαίρομαι την απόφαση της επιστροφής.
