Τη νύχτα της 5ης Ιουνίου 1968, ο Σιρχάν Σιρχάν, Παλαιστίνιος με καταγωγή από την Ιορδανία, πυροβόλησε τον Ρόμπερτ Φ. Κένεντι στο ξενοδοχείο Ambassador, στο Λος Άντζελες. Η επίθεση σημειώθηκε λίγο μετά την ομιλία νίκης του Κένεντι στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών στην Καλιφόρνια. Ο Κένεντι άφησε την τελευταία του πνοή την επομένη, στις 6 Ιουνίου 1968, σε ηλικία 42 ετών.
Το βασικό κίνητρο που αποδόθηκε στον Σιρχάν Σιρχάν ήταν πολιτικό: η οργή του για τη φιλοϊσραηλινή στάση του Ρόμπερτ Κένεντι. Ο γερουσιαστής είχε εκφράσει τη στήριξή του προς το Ισραήλ, ιδιαίτερα μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, και ο Σιρχάν φέρεται να τον θεωρούσε «προδότη» της παλαιστινιακής υπόθεσης. Η ημερομηνία της δολοφονίας αναφέρεται συχνά ως συμβολική, καθώς η επίθεση έγινε ακριβώς έναν χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου του 1967.

Η Αμερική ξανά σε πένθος
Ο Ρόμπερτ Φ. Κένεντι, αδελφός του επίσης δολοφονημένου προέδρου Τζον Φ. Κένεντι, πέθανε βυθίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες για ακόμη μία φορά στο πένθος. Για την Αμερική του 1968, μια χώρα ήδη τραυματισμένη από τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τις φυλετικές εντάσεις, τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ λίγους μήνες νωρίτερα και την ακόμη νωπή μνήμη του Ντάλας, ο θάνατος του Ρόμπερτ Κένεντι έμοιαζε με νέα εθνική πληγή.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 8.6.1968, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Λίγες ημέρες αργότερα, ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 14ης Ιουνίου 1968, αποτύπωνε το κλίμα εκείνων των ημερών μέσα από το κείμενο του Gian Franco Vene, με τίτλο «Ο διμέτωπος αγώνας του Ρόμπερτ». Το δημοσίευμα επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί ο χαμός του Κένεντι βιώθηκε ως απώλεια εθνικών διαστάσεων:
«Ένα γενικό και βαρύ πένθος έχει απλωθή, σαν μαύρος μανδύας, στην Αμερική. Γιατί όλοι, τόσο οι οπαδοί όσο και οι πολιτικοί αντίπαλοι του Ρόμπερτ Κέννεντυ νοιώθουν πως η χώρα έχασε ένα από τα καλύτερα παιδιά της».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 8.6.1968, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Ο αρθρογράφος υπογράμμιζε ότι οι συνθήκες του θανάτου του είχαν μετατρέψει τη δολοφονία σε «αληθινή εθνική τραγωδία». Ο Ρόμπερτ Κένεντι, ή «Μπόμπι» όπως τον αποκαλούσαν, είχε ήδη προλάβει να αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Στα 42 του χρόνια, όπως έγραφε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», βρισκόταν «στο αποκορύφωμα της σωματικής και πνευματικής ρώμης του» και θεωρούνταν «ένας πολιτικός ηγέτης ανωτέρας κλάσεως».
«Η ιδιάζουσα ευαισθησία στο καινούριο»
Το δημοσίευμα δε στεκόταν μόνο στα προφανή του χαρίσματα, «την νοημοσύνη, την ενεργητικότητα και τον δυνατό χαρακτήρα του», αλλά και σε κάτι που παρουσιαζόταν ως ιδιαίτερα κρίσιμο για την Αμερική εκείνης της περιόδου: την ικανότητά του να αφουγκράζεται το καινούργιο:
«Ο Κέννεντυ είχε μια ιδιάζουσα ευαισθησία στο “καινούργιο”. Αυτή του επέτρεπε να κατανοήσει τα αληθινά προβλήματα της εποχής, να γίνη το φερέφωνο των “αποκλήρων”, να συγκεντρώνη τις οικονομικό – κοινωνικές επιδιώξεις και να ερμηνεύση τις ηθικές και ψυχολογικές τάσεις των ομάδων εκείνων που, για ένα ή άλλο λόγο, έχουν αποξενωθή από το “χώρο της ευημερίας”.
»Είχε ζήσει πάντα, από μικρός, μέσα σ’ ένα περιβάλλον πλούτου, διασημότητος και δυνάμεως. Ανήκε αναμφισβήτητα στην “ιθύνουσα τάξι”, σ’ αυτήν που έχει ονομασθή “καθιερωμένη”. Ωστόσο, οι θέσεις που είχε κηρύξει στην προεκλογική εκστρατεία του, έκαναν πολλούς να τον χαρακτηρίσουν σαν τον πιο ριζοσπαστικό υποψήφιο, σημείο επαφής των “προοδευτικών” δυνάμεων που αγωνίζονταν για να αλλάξουν το παραδοσιακό “στάτους κβό”».
Όπως ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ
Το άρθρο συνέκρινε την περίπτωσή του με εκείνη του Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Και οι δύο προέχονταν από την τάξη των προνομιούχων. Και οι δύο κατηγορήθηκαν ότι ήθελαν να κλονίσουν την κοινωνική διάρθρωση της χώρας. Στην πραγματικότητα, όμως, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο στόχος τους ήταν διαφορετικός: να ενισχύσουν τη σταθερότητα της κοινωνίας μέσα από αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
«Ήταν και οι δύο βέβαιοι ότι δεν μπορεί να καταπολεμηθή το σπέρμα των νέων τάσεων, αλλά πρέπει να απορροφηθή, με μια διαδικασία συμφιλιώσεως μεταξύ παραδοσιακής τάξεως και δικαίων απαιτήσεων των διαμαρτυρομένων».
Αυτός ήταν ο «διμέτωπος αγώνας» του Ρόμπερτ Κένεντι:
«Βρέθηκε σε μιά παράδοξη κατάστασι: Δεχόταν τις επιθέσεις τόσο των εκπροσώπων του “στάτους κβό”, όσο και της “νέας αριστεράς”, που τον κατηγορούσε σαν ύπουλο υπερασπιστή ενός “συστήματος” προωρισμένου να αφοπλίση τις ριζοσπαστικές δυνάμεις.
»Η διπλή αυτή επίθεσι επιτρέπει να εκτιμηθή στα σωστά μέτρα του το πρόγραμμα του Ρόμπερτ Κέννεντυ», σημείωνε το δημοσίευμα. Το πρόγραμμά του, σύμφωνα με την ανάλυση, απέβλεπε στο «να εισαγάγη με δημοκρατική μέθοδο τους “απόκληρους” στον “χώρο ευημερίας”» και ταυτόχρονα να πολεμήσει «εναντίον της μυωπίας των προνομιούχων τάξεων και της βίαιης διαμαρτυρίας των εξτρεμιστών».

Ο Ρόμπερτ Κένεντι σε προεκλογική εμφάνιση στις ΗΠΑ, το 1968, κρατώντας τηλεβόα.
Το «φαβορί»
Η εκλογική του πορεία κόπηκε βίαια πριν δοκιμαστεί μέχρι τέλους. Το δημοσίευμα σημείωνε ότι ήταν αδύνατον να προβλέψει κανείς αν θα κέρδιζε τελικά την εσωκομματική μάχη απέναντι στον Χιούμπερτ Χάμφρεϊ. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή της δολοφονίας του, ο Μπόμπι Κένεντι «ήταν ένα “φαβορί” της εκστρατείας για την κατάκτησι του Λευκού Οίκου – τόσο για το χάρισμά του να μαγνητίζη τα πλήθη, όσο και γιατί ήταν η πιο επίμαχη προσωπικότης στην αμερικανική πολιτική σκηνή.
»Μπροστά σ’ έναν άνθρωπο σαν τον Ρόμπερτ Κέννεντυ, φαινόταν αδύνατο να μείνη κανείς ουδέτερος ή αδιάφορος. Η εμφάνισί του επί σκηνής προκαλούσε μιά άμεση και αυτόματη διαδικασία πολώσεως: ή τον λάτρευαν ή τον μισούσαν.
«Ασυμβίβαστος και ευλύγιστος»
Η εικόνα του συνοδευόταν από αντιφάσεις. Άλλοι του απέδιδαν «έναν άκαμπτο φανατισμό “Ιρλανδού πουριτανού”, ανίκανου για συμβιβασμούς, και συγχρόνως μια ευλυγισία που έφτανε ως την αδίστακτη καιροσκοπία.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, συνδύαζε δύο στοιχεία: «την αδιάλλακτη πίστη στις βασικές αρχές του πολιτικού και ηθικού οραματισμού του» και «την ικανότητα χρησιμοποιήσεως των διαφόρων μοχλών της εξουσίας για την επιτυχία των σκοπών του».
Στην προεκλογική του εκστρατεία, ο ίδιος έλεγε συχνά, σχεδόν αυτοσαρκαστικά: «“Όπως ξέρετε όλοι, είμαι ο ανηλεής υποψήφιος”. Έτσι τον είχαν βαφτίσει κι ̓ αυτός ο χαρακτηρισμός τον πλήγωνε, γιατί αφορούσε μια πραγματική πλευρά του χαρακτήρος του».
Πίσω από την «εξωτερική τραχύτητα», σύμφωνα με το άρθρο, υπήρχε μια βαθύτερη ευαισθησία.
Η πολιτική του διαδρομή είχε σημαδευτεί αναπόφευκτα από τη σχέση του με τον Τζον Φ. Κένεντι. Ο Ρόμπερτ είχε υπάρξει ο άνθρωπος της σκιάς: οργανωτής της προεκλογικής εκστρατείας του αδελφού του το 1960 και στη συνέχεια υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνησή του. Όπως σημείωνε το δημοσίευμα, η αποστολή του ήταν να αναλαμβάνει «όλα τα πιο αχάριστα καθήκοντα» και να λειτουργεί ως «αλεξικέραυνο» για την προστασία του προέδρου.
Η δολοφονία του Τζον Κένεντι στο Ντάλας, το 1963, άλλαξε ριζικά τον ρόλο του. Ο «κίντ μπρόδερ (μικρότερος αδελφός)» , έγινε ο πολιτικός κληρονόμος του μύθου των Κένεντι, με το βάρος να αποδείξει ότι δεν ήταν απλώς η συνέχεια ενός ονόματος.
«Φίλοι και εχθροί έτειναν να τον παρουσιάσουν σαν απλό μιμητή του Τζων Κέννεντυ […] Στην πραγματικότητα όμως, ήταν διαφορετική η δική του προσωπικότης από του αδελφού του, όπως ήταν διαφορετικά και τα θέματα της προεκλογικής εκστρατείας του».
Σε τι διέφερε από τον Τζον
Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με το άρθρο, βρισκόταν στην ένταση του Ρόμπερτ Κένεντι. Αν ο Τζον Κένεντι είχε επιχειρήσει το 1960 να δώσει ξανά δυναμισμό σε μια Αμερική που έμοιαζε στάσιμη, ο Ρόμπερτ Κένεντι το 1968 αντιμετώπιζε μια χώρα πολύ πιο διχασμένη.
«Το πρόβλημα του Ρόμπερτ Κέννεντυ, το 1968, ήταν πολύ διαφορετικό: Σε μια Αμερική που αναταράζεται από φαινομενικά άλυτες αντιθέσεις, αναζητούσε τις κατάλληλες συνταγές για να επιτύχη τη συνεργασία μεταξύ των αντιμαχομένων δυνάμεων και την αποκατάστασι της ενότητος της χώρας».
Η πολιτική του πρόταση, όπως αποτυπωνόταν στο δημοσίευμα, δεν στηριζόταν στην άρνηση των συγκρούσεων, αλλά στην αναγνώρισή τους. Ο Κένεντι, έγραφε ο αρθρογράφος, πίστευε ότι η ενότητα δεν μπορούσε να έρθει μέσα από αισιόδοξα συνθήματα ή επικοινωνιακή συγκάλυψη των προβλημάτων, αλλά μόνο μέσα από την κατά μέτωπο αντιμετώπισή τους:
«Ανάμεσα στους συγχρόνους Αμερικανούς ηγέτας, ο Ρόμπερτ Κέννεντυ ήταν εκείνος που πρώτος — και ίσως καλύτερα από όλους τους άλλους — κατάλαβε τη φύσι των σημερινών ζυμώσεων και επέμενε για την εξεύρεσι νέων λύσεων για τα προβλήματα που δημιούργησε η τεχνολογική επανάσταση στην κοινωνική διάρθωσι των Ηνωμένων Πολιτειών.
»Η διατύπωσι αυτών των προβλημάτων με πολιτική σαφήνεια αποτελεί ένα θετικό στοιχείο, που θα επιζήση και θα αναπτυχθή αναπόφευκτα στο διάλογο μεταξύ των υποψηφίων για το Λευκό Οίκο. Αυτή είναι η συνεισφορά του Ρόμπερτ Κέννεντυ στην ανάπτυξι […] της Αμερικής που την περιέγραφε στους τελευταίους προεκλογικούς λόγους του σαν “ικανή να δημιουργήση μια κοινωνία δικαιότερη για όλα τα μέλη της, και να γίνη ηγέτης και οδηγός του υπολοίπου κόσμου, όχι μόνο στον πολιτικό, αλλά και στον ηθικό τομέα”».
