ANTAΠΟΚΡΙΣΗ ΛΟΝΔΙΝΟ – Έλληνας υπήκοος που κατηγορείται ότι παρακολουθούσε Ιρανό δημοσιογράφο εγκατεστημένο στο Λονδίνο φέρεται να χρησιμοποίησε κρυφή κάμερα τοποθετημένη μέσα σε κάλτσα για τη συλλογή πληροφοριών υπέρ ξένου κράτους, σύμφωνα με όσα ακούστηκαν σε βρετανικό δικαστήριο.
Ο 46χρονος Ιωάννης Αϊδινίδης παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου του Γουέστμινστερ στις 29 Μαΐου, κατηγορούμενος ότι παρείχε συνδρομή σε ξένη υπηρεσία πληροφοριών που πιστεύεται ότι συνδέεται με το Ιράν, έπειτα από έρευνα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας του Λονδίνου (Counter Terrorism Policing London).
Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι ο Αϊδινίδης ταξίδεψε δύο φορές στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Απρίλιο και τον Μάιο του τρέχοντος έτους, προκειμένου να παρακολουθήσει δημοσιογράφο του Iran International, του περσόφωνου τηλεοπτικού σταθμού που συχνά ασκεί κριτική στις ιρανικές αρχές.
Σύμφωνα με τον εισαγγελέα Λι Ίνγκαμ, ο Αϊδινίδης φωτογράφισε και βιντεοσκόπησε διευθύνσεις και πινακίδες οχημάτων που σχετίζονταν με τον δημοσιογράφο κατά τις δύο επισκέψεις του. Κατά το δεύτερο ταξίδι του, φέρεται να εγκατέστησε κρυφή κάμερα, η οποία είχε δυνατότητα μετάδοσης πληροφοριών στο εξωτερικό, μέσα σε κάλτσα.
Ο Αϊδινίδης, ο οποίος γεννήθηκε στη Γεωργία και φέρεται να διαμένει στη Γερμανία, κατηγορείται επίσης ότι έλαβε χρηματοδότηση για να πραγματοποιήσει την παρακολούθηση. Οι κατηγορίες αυτές δεν έχουν ακόμη εξεταστεί σε δίκη.
Η επικεφαλής της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας του Λονδίνου, διοικητής Έλεν Φλάναγκαν, δήλωσε: «Γνωρίζουμε ότι η υπόθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει ανησυχία σε πολλούς ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο και ιδιαίτερα σε όσους εργάζονται σε περσόφωνα μέσα ενημέρωσης. Συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε στενά με διάφορους οργανισμούς και άτομα, παρέχοντας συμβουλές και υποστήριξη σχετικά με την ασφάλειά τους, συμπεριλαμβανομένου του συγκεκριμένου προσώπου και του οργανισμού που συνδέονται με την παρούσα έρευνα».
Το τελευταίο επεισόδιο μιας αυξανόμενης απειλής
Η υπόθεση αποτελεί το πιο πρόσφατο περιστατικό σε μια σειρά γεγονότων που αφορούν δημοσιογράφους του Iran International και αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για αυτό που οργανισμοί μέσων ενημέρωσης και ειδικοί ασφαλείας περιγράφουν ως μοτίβο διακρατικής καταστολής εναντίον επικριτών της ιρανικής κυβέρνησης. Ο σταθμός έχει βρεθεί και στο παρελθόν στο επίκεντρο σοβαρών ερευνών ασφαλείας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Πέρυσι, ο παρουσιαστής του Iran International Πούρια Ζεραατί δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι έξω από το σπίτι του στο Γουίμπλεντον, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο. Οι εισαγγελικές αρχές υποστήριξαν αργότερα ότι η επίθεση είχε οργανωθεί από τρίτο πρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό του ιρανικού κράτους. Οι κατηγορούμενοι έχουν αρνηθεί τις κατηγορίες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι νέες κατηγορίες εντείνουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια των δημοσιογράφων του σταθμού.
«Έχουμε αντιμετωπίσει απειλές, εκφοβισμό και παρακολούθηση»
Μιλώντας αποκλειστικά στο ΒΗΜΑ, ο εκπρόσωπος του Iran International Άνταμ Μπέιλι αρνήθηκε να σχολιάσει τις λεπτομέρειες της υπόθεσης λόγω της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας. «Δεν μπορούμε να κάνουμε κανένα σχόλιο πέρα από όσα αναφέρονται στην αστυνομική έκθεση. Η υπόθεση βρίσκεται υπό δικαστική εξέταση και δεν επιτρέπεται να σχολιάσουμε», τόνισε. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι οι δημοσιογράφοι του σταθμού αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια απειλές και εκφοβισμό: «Έχουμε δεχθεί απειλές που κλιμακώθηκαν από τότε που η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μάς χαρακτήρισε τρομοκρατική οργάνωση. Έχουμε υποστεί εκφοβισμό, παρακολούθηση και κάθε είδους απειλές».
Ερωτηθείς αν οι δημοσιογράφοι του σταθμού αποτελούν συστηματικό στόχο, απάντησε: «Βρισκόμαστε πλέον στην πέμπτη δικαστική υπόθεση που αφορά τέτοιου είδους απειλές, οπότε μπορούμε να πούμε ότι ναι, αποτελούμε στόχο». Ο Μπέιλι περιέγραψε επίσης μια διαρκή εκστρατεία διαδικτυακής παρενόχλησης και εκφοβισμού, σημειώνοντας πως: «Οι οικογένειες των ανθρώπων απειλούνται μέσα στο Ιράν. Αυτό είναι το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Υπάρχουν δεκάδες πολύ σοβαρές περιπτώσεις απειλών και παρενόχλησης συγγενών».
Σύμφωνα με τον ίδιο, σχεδόν 70 δημοσιογράφοι του Iran International έχουν κατονομαστεί δημοσίως από τις ιρανικές αρχές ως εχθρικοί προς το κράτος. «Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα», πρόσθεσε.
Οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν το έργο τους
Παρά τις απειλές, ο Μπέιλι τόνισε ότι οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να εργάζονται ελεύθερα και ανεξάρτητα: «Αναφέρουμε τα γεγονότα ελεύθερα και ανεξάρτητα. Αυτό δεν μας εμποδίζει να κάνουμε τη δουλειά μας. Απλώς αυξάνει την πίεση που δέχονται οι άνθρωποι».
Παραδέχθηκε ότι η κατάσταση επιβαρύνει ψυχολογικά το προσωπικό, αλλά δεν έχει μειώσει την αποφασιστικότητά τους. Όπως σημείωσε: «Αντιθέτως, φαίνεται να ενισχύει την αποφασιστικότητά τους να συνεχίσουν να μεταδίδουν ειδήσεις από το Ιράν για τους Ιρανούς.»
Παράλληλα, εξήρε τη στήριξη των βρετανικών αρχών τονίζοντας: «Η αστυνομία μάς υποστηρίζει σε εξαιρετικό βαθμό. Ακολουθούμε προσεκτικά κάθε συμβουλή που μας δίνει».
Αποκάλυψε επίσης ότι κατά περιόδους είχε διατεθεί ένοπλη αστυνομική προστασία, συμπεριλαμβανομένων των πρώην εγκαταστάσεων του σταθμού στο δυτικό Λονδίνο. «Έχουν ανταποκριθεί με εντυπωσιακό τρόπο στις ανάγκες μας», πρόσθεσε.
«Μέρος του ιρανικού εγχειριδίου δράσης»
Ο πρώην διευθυντής ασφαλείας του Iran International Ρότζερ ΜακΜίλαν, ο οποίος υπηρέτησε από το 2020 έως το 2024, δήλωσε ότι οι κατηγορίες είναι σοκαριστικές, αλλά όχι απρόσμενες: «Είναι ένα σοκαριστικό γεγονός, αλλά δυστυχώς όχι κάτι που μας εκπλήσσει. Το Iran International έχει τεράστια επιρροή στο Ιράν και αποτελεί ξεκάθαρα αγκάθι για την κυβέρνηση».
Κατά τον ΜακΜίλαν, η υπόθεση αποκαλύπτει το εύρος των δικτύων που φέρεται να χρησιμοποιούν εχθρικοί κρατικοί παράγοντες για να εκφοβίζουν δημοσιογράφους. «Βλέπουμε μέχρι πού είναι διατεθειμένο να φτάσει το δίκτυο που χρησιμοποιεί το IRGC για να παρενοχλεί και να φοβίζει δημοσιογράφους», υποστήριξε
Σχετικά με την κρυφή κάμερα, ανέφερε:«Θα εκτιμούσα ότι πρόκειται για κάτι όχι ασυνήθιστο σε μια επιχείρηση μυστικής παρακολούθησης». Ταυτόχρονα, επαίνεσε την έρευνα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας που οδήγησε στη σύλληψη, σημειώνοντας: «Αυτό οφείλεται στη σκληρή δουλειά της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, η οποία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προστασία αυτών των δημοσιογράφων».
Ο ΜακΜίλαν θεωρεί ότι η υπόθεση αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική του ιρανικού καθεστώτος απέναντι στους επικριτές του. Όπως είπε: «Νομίζω ότι αυτό αποτελεί ξεκάθαρα μέρος του εγχειριδίου δράσης τους. Όποιος ασκεί κριτική στο καθεστώς, είτε βρίσκεται στο Ιράν είτε στο εξωτερικό, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή του».
Ελευθερία του Τύπου υπό πίεση
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν εξόριστοι δημοσιογράφοι οι οποίοι εργάζονται σε δημοκρατικές χώρες. Ο ΜακΜίλαν προειδοποίησε ότι αυταρχικά καθεστώτα επιδιώκουν ολοένα και περισσότερο να φιμώσουν επικριτές πέρα από τα σύνορά τους, σημειώνοντας πως: «Δείχνει μια προθυμία, σε οποιοδήποτε επίπεδο, να περιοριστεί η ελευθερία του λόγου και του Τύπου. Η ελευθερία του Τύπου είναι απολύτως κρίσιμη, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως το Ιράν, που επί δεκαετίες καταστέλλει την ελευθερία της έκφρασης και την πρόσβαση στην πληροφορία».
Καθώς η δικαστική διαδικασία κατά του Αϊδινίδη συνεχίζεται, οι κατηγορίες αναμένεται να τροφοδοτήσουν περαιτέρω συζήτηση σχετικά με τη δράση ξένων κρατών στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν αυταρχικά καθεστώτα. Για τους εργαζομένους του Iran International, πάντως, το μήνυμα παραμένει σαφές. «Οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να εργάζονται», δήλωσε ο Μπέιλι. «Κανείς δεν έχει σταματήσει τη δουλειά του εξαιτίας αυτών των περιστατικών», πρόσθεσε.
