Την τελευταία του πνοή άφησε ένας 69χρονος, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να έπεσε από σκάλα, στη διάρκεια εργασιών, με αποτέλεσμα να υποστεί βαρύτατο τραυματισμό στο κεφάλι.
Μεταφέρθηκε άμεσα στο Νοσοκομείο Χανίων, όπου νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, υπέκυψε στα τραύματά του το πρωί της Τρίτης.
Οι ακριβείς συνθήκες του εργατικού δυστυχήματος παραμένουν υπό διερεύνηση από τις αρμόδιες αρχές.
Παρέμβαση του Εργατικού Κέντρου Χανίων
Σε ανακοίνωσή του, το Εργατικό Κέντρο Χανίων εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για τον θάνατο του εργαζομένου, ο οποίος τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια εργασιών ηλεκτροσυγκόλλησης.
Όπως αναφέρει, από την πρώτη στιγμή επικοινώνησε με την Επιθεώρηση Εργασίας, τη διοίκηση του Νοσοκομείου Χανίων και εργαζομένους που βρίσκονταν στο σημείο, προκειμένου να ενημερωθεί για τις συνθήκες του ατυχήματος.
Παράλληλα, ζητά την πλήρη διερεύνηση των αιτιών του δυστυχήματος, την απόδοση ευθυνών όπου προκύπτουν, αλλά και την εντατικοποίηση των ελέγχων για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας και των κανόνων υγείας και ασφάλειας στους χώρους εργασίας.
«Άνθρωποι μεγάλης ηλικίας αναγκάζονται να εργάζονται»
Το Εργατικό Κέντρο επισημαίνει ακόμη ότι προκαλεί προβληματισμό το γεγονός πως εργαζόμενοι προχωρημένης ηλικίας εξακολουθούν να εργάζονται, προκειμένου να καλύψουν τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες της καθημερινότητας.
«Η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής για το μεροκάματο αποτελεί τη χειρότερη υπενθύμιση ότι η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη», τονίζεται χαρακτηριστικά.
Έντονη αντίδραση από την Ένωση Οικοδόμων Χανίων
Σκληρή ήταν και η ανακοίνωση της Ένωσης Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων Χανίων, η οποία κάνει λόγο για ακόμη μία ανθρώπινη απώλεια στον αγώνα για το μεροκάματο.
«Το ποτήρι γέμισε, η οργή ξεχείλισε», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι ένας άνθρωπος 69 ετών βρισκόταν ακόμη στην εργασία για να συμπληρώσει το εισόδημά του.
Η Ένωση ζητά, μεταξύ άλλων, ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, περισσότερους ελέγχους στους χώρους δουλειάς και μέτρα για την προστασία των εργαζομένων, τονίζοντας πως «δεν πρέπει να χυθεί άλλο αίμα εργατών».