Η “Γαλάζια Πατρίδα” και η στρατηγική ένταση στην Αν. Μεσόγειο

Η κατάθεση του «Νομοσχεδίου για τις Θαλάσσιες Ζώνες Δικαιοδοσίας» στην τουρκική Βουλή τοποθετεί την Ελλάδα και την Κύπρο στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης για τα κυριαρχικά δικαιώματά τους

Το γεωπολιτικό σκηνικό της Ανατολικής Μεσογείου βρίσκεται μπροστά σε ένα δομικό μετασχηματισμό, καθώς η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει το εθνικιστικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan) από ιδεολογική ρητορική σε εσωτερικό δίκαιο.

Η κατάθεση του «Νομοσχεδίου για τις Θαλάσσιες Ζώνες Δικαιοδοσίας» στην τουρκική Βουλή έρχεται σε τριβή με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), τοποθετώντας την Ελλάδα και την Κύπρο στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης για τα κυριαρχικά δικαιώματά τους.

Αυτή η αντιπαράθεση συμβαίνει στον απόηχο για την οικοδόμηση ενός περιφερειακού ενεργειακού άξονα, συγκεκριμένα του Great Sea Interconnector, το μακρύτερο και βαθύτερο υποθαλάσσιο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης παγκοσμίως, καθώς και την προοπτική του αγωγού EastMed. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η συνεργασία αυτή βασίζεται απαρέγκλιτα στη διεθνή έννομη τάξη, με στόχο τη σύνδεση των κοιτασμάτων της Λεβαντίνης απευθείας με την ευρωπαϊκή αγορά.

Επισημοποιώντας αυτόν τον ενεργειακό διάδρομο, η Ελλάδα και η Κύπρος θωρακίζουν τα νομικά όρια των αντίστοιχων Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) τους, σε απόλυτη σύμπνοια με την UNCLOS, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη σύμπραξη του Ισραήλ στη βάση του κοινού οικονομικού και ενεργειακού ενδιαφέροντος.

Ωστόσο, η Άγκυρα ερμηνεύει τη συγκεκριμένη σύγκλιση ως στρατηγική ανάσχεσης, με σκοπό να εξαναγκάσει κάθε περιφερειακό έργο να τελεί υπό τη δική της έγκριση.

Στη κλιμάκωση αυτή βρίσκεται μια ριζική διαφωνία αναφορικά με το καθεστώς των νησιών στο διεθνές δίκαιο.

Η Ελλάδα και η Κύπρος θεμελιώνουν τις θέσεις τους στο Άρθρο 121 της UNCLOS, το οποίο ρητά αναγνωρίζει στα νησιά το δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, εξισώνοντάς τα πλήρως με τις ηπειρωτικές περιοχές.

Αντιθέτως, η νέα τουρκική νομοθεσία κωδικοποιεί το αναθεωρητικό επιχείρημα, υποστηρίζοντας αυθαίρετα ότι τα νησιά που βρίσκονται επί της υφαλοκρηπίδας μιας γειτονικής ηπειρωτικής χώρας πρέπει να «αποκόπτονται» και να στερούνται θαλασσίων ζωνών.

Η Τουρκία επιδιώκει να επιβάλει de facto μια πραγματικότητα όπου τα νησιά καθίστανται νομικά ανύπαρκτα, διχοτομώντας τη Μεσόγειο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναδεικνύεται σε καταλυτικό παράγοντα, αναγνωρίζοντας ότι η στήριξη της Ελλάδας και της Κύπρου αποτελεί ζήτημα τόσο νομικής αρχής όσο και στρατηγικής επιβίωσης.

Στον απόηχο της ενεργειακής κρίσης στην Ουκρανία, αλλά και της κλιμακούμενης γεωπολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν, η ΕΕ έχει εντάξει τις διασυνδέσεις της Ανατολικής Μεσογείου στο καθεστώς των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI).

Οι Βρυξέλλες έχουν ουσιαστικά καταστήσει ευρωπαϊκό ζήτημα τις θαλάσσιες διεκδικήσεις των δύο κρατών-μελών τους και διαμηνύουν με σαφήνεια ότι κάθε απόπειρα παρεμπόδισης μέσω μονομερών εσωτερικών νομοθετημάτων συνιστά προσβολή της συλλογικής ενεργειακής ασφάλειας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της ίδιας της Ένωσης.

Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις αυτών των κινήσεων εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους συστημικής αποσταθεροποίησης.

Η επιλογή της Άγκυρας να κωδικοποιήσει διεκδικήσεις που εκμηδενίζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα των νησιών αποτελεί μια επιθετική γεωπολιτική κίνηση. Εάν η προσπάθεια αυτή τελεσφορήσει, θα δημιουργηθεί μια ιδιότυπη «γκρίζα ζώνη», εντός της οποίας οι περιφερειακοί εταίροι θα αδυνατούν να λειτουργήσουν χωρίς τη συγκατάθεση της Τουρκίας.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα και η Κύπρος αντιμετωπίζουν την πρόκληση να αποδείξουν ότι η προσήλωσή τους στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας μπορεί να αντέξει απέναντι σε ενδεχόμενα επιχειρησιακά τετελεσμένα.

Εν κατακλείδι, ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος κινούνται αυστηρά εντός του θεσμικού πλαισίου της UNCLOS για να οικοδομήσουν ένα ασφαλές ενεργειακό μέλλον για την Ευρώπη, η Τουρκία επιχειρεί να εγκαθιδρύσει μια παράλληλη νομική πραγματικότητα μέσω εγχώριων καταστατικών.

Η μακροπρόθεσμη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου εξαρτάται αποκλειστικά από την ανθεκτικότητα των κοινών διεθνών αρχών.

Το ερώτημα για την περιοχή είναι αν η διεθνής έννομη τάξη, υποστηριζόμενη από την ΕΕ και τους συμμάχους της, διαθέτει τα απαραίτητα ερείσματα για να επικρατήσει έναντι της μονομερούς νομοθετικής και επιχειρησιακής ισχύος μιας αναθεωρητικής δύναμης.

Ο Θάνος Πανταζής είναι νομικός και γεωπολιτικός αναλυτής με ειδίκευση στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version