Όταν ο Γλέζος και ο Σάντας κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη

Η παράτολμη επιχείρηση των 19χρονων Γλέζου και Σάντα να κατεβάσουν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη, μέσα από τις δικές τους αφηγήσεις

Όταν ο Γλέζος και ο Σάντας κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη

Τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου 1941, λίγες εβδομάδες μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, δύο νεαροί φοιτητές αποφάσισαν να κάνουν κάτι που έμοιαζε αδιανόητο. Ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας ανέβηκαν στην Ακρόπολη και κατέβασαν από τον Ιερό Βράχο τη ναζιστική σημαία.

Η πράξη τους απέκτησε κατευθείαν συμβολική σημασία. Η Αθήνα βρισκόταν υπό Κατοχή, η Κρήτη έδινε ακόμη τη δική της μάχη και η Ευρώπη σχεδόν ολόκληρη βρισκόταν κάτω από τη ναζιστική κυριαρχία.

Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 30ης Μαΐου 1976 επέστρεφε σε εκείνη τη νύχτα. Ο Γιάννης Φάτσης έγραφε χαρακτηριστικά:

«Δύο παλληκάρια κατέβασαν, σα σήμερα, πριν 35 χρόνια τη γερμανική πολεμική σημαία από την Ακρόπολη. Ήταν ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας, νέα παιδιά 19 χρονών τότε. Το τολμηρό εγχείρημά τους ήταν η πρώτη πράξη αντιστάσεως στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ευρώπη.

»Ο κόσμος υποδέχτηκε με ενθουσιασμό αυτό το γενονός. Ανεβασμένοι στις ταράτσες, οι Αθηναίοι κοιτούσαν προς την Ακρόπολη, όπου ήταν πάλι μοναχή της η Ελληνική σημαία.

»Αλλοι έλεγαν ότι οι Γερμανοί θα φύγουν, άλλοι έλεγαν ότι κάποιος ήρωας ντρόπιασε το εθνικό σύμβολο των κατακτητών».

Η αντίδραση των Γερμανών

Η γερμανική διοίκηση αντέδρασε άμεσα και με βιαιότητα. Η αφαίρεση της σημαίας από την Ακρόπολη δεν ήταν μόνο ένα πλήγμα στο γόητρο των κατακτητών. Ήταν μια  απειλή ότι η κατεχόμενη Αθήνα δεν είχε σιωπήσει:

«Την ίδια μέρα ο Γερμανός φρούραρχος Αθηνών, σε ανακοίνωσή του, απείλησε με την ποινή του θανάτου όσους συνεργάστηκαν στο εγχείρημα και περιόρισε κατά δύο ώρες την κυκλοφορία των πολιτών στούς δρόμους. Η ανακοίνωση, που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες, έλεγε:

“Κατά την νύκτα της 30ης προς την 31ην Μαΐου, υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών. Διεξάγονται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και οι συνεργοί αυτών θα τιμωρηθούν δια της ποινής του θανάτου”.

»Τα δυο παλληκάρια, έκοψαν δυό κομμάτια απ’ τη γερμανική σημαία, που κατέβασαν απ᾿ τον ιστό της, πήρε ο καθένας από ένα και τάβαλαν μέσα από τα πουκάμισά τους. Την υπόλοιπη σημαία την έθαψαν σ’ ένα πηγάδι, όπου σάπισε.

Η σύλληψη της ιδέας

«ΤΟ ΒΗΜΑ» μετέφερε τις αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστών για τη σύλληψη της ιδέας, για την προετοιμασία, για το κατέβασμα της σημαίας και για τον αντίκτυπο της πράξης τους.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.5.1976, Ιστορικό αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Η ιδέα, όπως αφηγούταν ο Λάκης Σάντας, γεννήθηκε μέσα στις συζητήσεις των νέων που αναζητούσαν τρόπο να αντιδράσουν:

«Γινόταν ακόμη η μάχη της Κρήτης. Ακούγαμε τα συμμαχικά ανακοινωθέντα από το B.B.C. Συζητούσαμε μεταξύ μας τα παιδιά τι θα έπρεπε να κάνουμε. Λέγαμε ν’ αρπάξουμε κανένα όπλο από κάποιο Γερμανό ή παρόμοιες πράξεις».

Η απόφαση πάρθηκε γρήγορα. Το βράδυ της 30ης Μαΐου οι δύο φίλοι ανέβηκαν στην Ακρόπολη:

Η περιπέτεια

«Ήταν Παρασκευή περίπου 10 η ώρα όταν ανεβήκαμε στην Ακρόπολη. Χρησιμοποιήσαμε, φυσικα, την εσωτερική δίοδο με την εκκλησία. Κρατούσαμε ένα κλεφτοφάναρο κι ένα μαχαιράκι.

»Η αναρρίχηση ήταν δύσκολη. Πρώτος ανέβαινα εγώ, πίσω μου ο Μανώλης. Όταν φτάσαμε επάνω, σε ύψος 35-40 μέτρων, διαπιστώσαμε, ότι έλειπε ένα μαδέρι. Ακούσαμε φωνές των Γερμανών και κάποιων γυναικών στη μεριά των Προπυλαίων. Είμαστε αποφασισμένοι να την πάρουμε τη σημαία, οτιδήποτε κι αν συνέβαινε, ακόμη κι αν υπήρχε φρουρός.

»Χωρίσαμε με τον Μανώλη. Ο ένας πήγαινε αριστερά , δίπλα στο τείχος, ο άλλος δεξιά προς τις κολώνες του Παρθενώνα. Κι’ αυτό, γιατί αν ο φρουρός μας άκουγε, θα κατευθυνόταν στον ένα απ’ τους δυό μας, οπότε ο άλλος θ’ αντιδρούσε.

»Προχωρούσαμε με προσοχή, φροντίζοντας να βρισκόμαστε πάντοτε στη σκιά των μαρμάρων, για να μη φαινόμαστε».

Όταν έφτασαν στον ιστό, διαπίστωσαν ότι το σχέδιό τους δεν θα ήταν απλό. Η σημαία δεν κατέβαινε εύκολα. Ο ιστός ήταν λείος, τα συρματόσχοινα δεμένα, η ώρα περνούσε και ο κίνδυνος να εμφανιστεί φρουρός μεγάλωνε:

«Φυσικά δεν μας πέρασε η ιδέα να φύγουμε άπρακτοι […] Κάναμε μια προσπάθεια ν’ ανεβούμε στον ιστό να τραβήξουμε τη σημαία. Αλλ΄αυτός ήταν λείος και γλιστρούσαμε. Ήταν αδύνατο να στηριχτούμε πάνω του παρ’ όλο που είμασταν νέα και γερά παιδιά. Φθάσαμε ως τη σημαία, τη γαντζώναμε, την τραβούσαμε, αλλ’ αυτή δεν κατέβαινε. Είχαμε ιδρώσει πολλές φορές».

Πώς έπεσε η σημαία

Τελικά, με τα χέρια και με το μικρό μαχαίρι που είχαν μαζί τους, κατάφεραν να χαλαρώσουν και να σπάσουν τα συρματόσχοινα:

«Όταν έσπασαν τα συρματόσχοινα, έπεσε μόνη της η σημαία και μια κουκούλωσε. Ήταν μεγάλη. Είχε 3-4 μέτρα μήκος και δύο μέτρα πλάτος. Κόψαμε με το μαχαιράκι δύο κομμάτια από τον αγκυλωτό σταυρό, πήρε ο καθένας από ένα, ενώ την υπόλοιπη σημαία την κάναμε ένα μπόγο. Ήταν 12.30 μετά τα μεσάνυχτα.

»Πήραμε το δρόμο της επιστροφής κουβαλώντας τη σημαία. Φθάσαμε στο Ερεχθείο, κατεβήκαμε τη σκαλωσιά και κατεβήκαμε στο ξεροπήγαδο. Την πετάξαμε σ’ ένα λάκκο. Ακούσαμε ένα “μπουμ”. Ρίξαμε χώμα και πέτρες, για να τη θάψουμε.

»Ύστερα ανοίξαμε την πορτούλα του τείχους, έρποντας περάσαμε το αλσύλιο, ύστερα πηδήσαμε τα συρματοπλέγματα και βρεθήκαμε στα σκαλιά της Πλάκας».

Οι δυο πρωταγωνιστές της ηρωϊκής αυτής πράξης δεν είχαν στόχο να αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.5.1976, Ιστορικό αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Όπως σημείωνε ο Μανώλης Γλέζος, η δημοσιότητα που πήρε το γεγονός ήταν ανεξάρτητη από τη δική τους πρόθεση:

«Προσωπικά μ’ ενόχλησε αυτή η προβολή του εγχειρήματος μας. Προτιμούσα να μείνω άγνωστος […] Πρόθεσή μας ήταν να μείνουμε άγνωστοι, να μη μάθει κανένας ποιοι πραγμάτωσαν αυτό το γεγονός […]

»Η σκέψη που κυριάρχησε μέσα μας, όταν η κυβέρνηση και οι άλλοι εγκατέλειπαν το Ελληνικό έδαφος, ήταν να δείξουμε ότι ο αγώνας συνεχίζεται».

«Ο αγώνας συνεχίζεται»

Για τον Γλέζο, η επιλογή της ημέρας είχε ιδιαίτερη σημασία. Η πράξη έγινε τη στιγμή που οι Γερμανοί ανακοίνωναν θριαμβευτικά την κατάληψη της Κρήτης και η εικόνα της ολοκληρωτικής επικράτησης του Άξονα έμοιαζε να βαραίνει ολόκληρη την Ευρώπη. Όπως έλεγε:

«Επιλέξαμε τη μέρα, που θα κατεβάζαμε τη σημαία, ακριβώς όταν οι Γερμανοί ανήγγειλαν θριαμβευτικά την κατάληψη της Κρήτης και κάθε αντίσταση είχε σταματήσει σ΄όλη τη χώρα.

»Ενεργήσαμε ως εκφραστές της θέλησης του Ελληνικού λαού, που επέμενε να παραμείνει αδούλωτος. Κι αυτό το δείξαμε στον κατακτητή με την πράξη μας.

»Πιστεύω, όμως ότι αν αυτό δεν το κάναμε εμείς, θα τόκαναν άλλοι Έλληνες. Εμείς απλώς προλάβαμε. Είμασταν ‘γοργοπόδαροι’, γι αυτό το επιχειρήσαμε πρώτοι.

»Η πράξη μας είχε το νόημα ότι έδειχνε στους Γερμανούς την πρόθεση του λαού μας να μην τους αφήσει σε καμμιά περίπτωση ήσυχους».

Το γεγονός μεταδόθηκε από ραδιοφωνικούς σταθμούς του ελεύθερου κόσμου και θεωρήθηκε πράξη αντίστασης για όλη την Ευρώπη. Ο Γλέζος αφηγούνταν:

«Το περιστατικό το ανέφεραν από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του ελεύθερου κόσμου. Οι Ευρωπαίοι το θεώρησαν σαν ένα στοιχείο αντιστάσεως όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. Το παρουσίασαν στις διαστάσεις που είχε και το έδειξαν σαν ένα παράδειγμα αντίστασης των λαών κατά των Γερμανών, ακριβώς όταν έγινε η κατάληψη της Κρήτης, που σήμαινε και την ολοκληρωτική κατάληψη της Ευρώπης, εκτός της Σοβιετικής Ενώσεως, που δεν είχε μπει ακόμη στον πόλεμο. Το B.B.C. τότε είχε χαλάσει τον κόσμο»

Για τους κινδύνους που είχαν μπροστά τους, ανέφερε ο Μανώλης Γλέζος:
“Ασφαλώς τους μετρήσαμε, αλλά τους αφήσαμε. Άλλωστε αφήσαμε τα δακτυλικά αποτυπώματά μας πάνω στον ιστό. Για να μην ενοχοποιηθούν άλλοι.”

Η συνέχεια της αντιστασιακής τους δράσης

Μετά το κατέβασμα της σημαίας, τόσο ο Γλέζος όσο και ο Σάντας συνέχισαν την αντιστασιακή τους δράση. Ύστερα επιχείρησαν να φύγουν στη Μέση Ανατολή, αλλά συνελήφθησαν από τους Γερμανούς, φυλακίστηκαν στις φυλακές Αβέρωφ, βασανίστηκαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο ετών. Με την αμνηστία του 1942 αποφυλακίστηκαν και συνέχισαν από διαφορετικούς δρόμους τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση.

Ο Σάντας ανέβηκε στο βουνό και κατατάχθηκε στον ΕΛΛΑΣ. Ο Γλέζος έμεινε στην Αθήνα και έδρασε στα πλαίσα των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΟΚΝΕ.

Μετά την Απελευθέρωση ο Γλέζος ανέπτυξε πολιτική δραστηριότητα. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο, αντιμετώπισε 28 καταδίκες για πολιτικά αδικήματα κι έμεινε 16 χρόνια στη φυλακή και την εξορία. Ο ντε Γκωλ τον αποκάλεσε “πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης”.

Ο Σάντας εκτοπίστηκε το 1947 στην Ικαρία και το 1949 στο Μακρονήσι. Αργότερα, έφυγε στον Καναδά, επανήλθε το 1961 στην Ελλάδα και έκτοτε δεν ασχολήθηκε με δημόσια δραστηριότητα.

Όπως αναφέρει «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 30ης Μαΐου 1976:

«Ο Γλέζος τιμήθηκε για την πρώτη αντιστασισκή πράξη του σε πολλές ευκαιρίες κι από πολλές χώρες. Ο Σάντας δεν πήρε ούτε ένα παράσημο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version