Για δεκαετίες, η ενέργεια στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε ως υπόθεση λίγων μεγάλων παικτών και ενός κράτους που είτε παρήγαγε κεντρικά είτε ρύθμιζε εκ των υστέρων. Ο πολίτης παρέμενε στο τέλος της αλυσίδας: καταναλωτής, πληρωτής, αποδέκτης επιδομάτων όταν οι τιμές ξέφευγαν. Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών έδειξε τα όρια αυτού του μοντέλου. Όταν σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες δυσκολεύεται να κρατήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό και όταν οι ληξιπρόθεσμοι λογαριασμοί γίνονται καθημερινότητα, δεν μιλάμε απλώς για αγορά ενέργειας. Μιλάμε για δημοκρατία, κοινωνική συνοχή και αξιοπρέπεια.
Οι Ενεργειακές Κοινότητες δείχνουν έναν άλλο δρόμο. Θεσμοθετημένες ήδη από το 2018, δεν είναι ένα περιθωριακό εργαλείο «καλής πρόθεσης». Είναι ένας νέος θεσμός συμμετοχής. Δίνουν σε πολίτες, δήμους, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγρότες και τοπικούς φορείς τη δυνατότητα να παράγουν, να αποθηκεύουν, να συμψηφίζουν και να διαχειρίζονται «καθαρή» ενέργεια συλλογικά. Με άλλα λόγια, μετατρέπουν τον πολίτη από παθητικό καταναλωτή σε ενεργό συμμέτοχο της ενεργειακής μετάβασης.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό περιεχόμενο ενός «Συνεργατικού Κράτους». Ενός κράτους που δεν περιορίζεται στον ρόλο του παρόχου ή του ρυθμιστή, αλλά λειτουργεί ως πλατφόρμα συνεργασίας. Δεν κρατά όλη την ισχύ στο κέντρο, ούτε αναθέτει τα πάντα στην αγορά. Μοιράζει ρόλους, πόρους και δυνατότητες. Δημιουργεί τους κανόνες, τις υποδομές και τα εργαλεία ώστε οι πολίτες και οι κοινότητες να συν-παράγουν λύσεις.
Στην ενέργεια, αυτό σημαίνει προτεραιότητα στις Ενεργειακές Κοινότητες ευρείας βάσης. Σημαίνει πρόσβαση στον ηλεκτρικό χώρο, σταθερή χρηματοδότηση, τεχνική υποστήριξη, απλές διαδικασίες, ένταξη ευάλωτων νοικοκυριών σε συλλογικά σχήματα αυτοπαραγωγής. Σημαίνει δήμοι που μειώνουν το κόστος σχολείων, αντλιοστασίων και κοινωνικών δομών· αγρότες που περιορίζουν το κόστος άρδευσης· νοικοκυριά που δεν περιμένουν κάθε χειμώνα ένα επίδομα, αλλά συμμετέχουν σε μόνιμες ενεργειακές υποδομές.
Γι’ αυτό η Εθνική Ημέρα Ενεργειακών Κοινοτήτων δεν πρέπει να περιοριστεί σε εκδηλώσεις και χαιρετισμούς. Πρέπει να γίνει αφετηρία πολιτικής δέσμευσης: ότι η «πράσινη» μετάβαση δεν θα είναι υπόθεση λίγων μεγάλων έργων, αλλά υπόθεση πολλών μικρών και μεσαίων συλλογικών λύσεων. Ότι οι κοινότητες που σήκωσαν το βάρος του παλιού ενεργειακού μοντέλου, όπως αυτές της Δυτικής Μακεδονίας, θα έχουν προτεραιότητα στο νέο.
Το ίδιο πνεύμα μπορεί να διατρέξει και άλλους τομείς. Στην ανοιχτή τεχνολογία, στα δημόσια δεδομένα, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην τοπική παραγωγή γνώσης, το κράτος μπορεί να επιλέξει αν θα λειτουργήσει ως κλειστός μηχανισμός αναθέσεων ή ως ανοικτή υποδομή συλλογικής δημιουργίας. Ένα Συνεργατικό Κράτος επενδύει σε θεσμούς που επιτρέπουν σε πανεπιστήμια, δήμους, συνεταιρισμούς, νεοφυείς επιχειρήσεις και πολίτες να συμμετέχουν στη λύση. Όχι ως διακοσμητικοί εταίροι, αλλά ως συνιδιοκτήτες της αλλαγής.
Η εποχή των κρίσεων —κλιματικών, ενεργειακών, κοινωνικών— απαιτεί περισσότερη δημοκρατία, όχι λιγότερη. Περισσότερη συμμετοχή, όχι τεχνοκρατική αποξένωση. Περισσότερη διάχυση ισχύος, όχι συγκέντρωση.
Η 22α Μαΐου μπορεί να σηματοδοτήσει αυτή τη στροφή. Από την ενέργεια ως εμπόρευμα στα χέρια λίγων, στην ενέργεια ως κοινό αγαθό. Από τον πολίτη-καταναλωτή στον πολίτη-συνδημιουργό. Από το κράτος που αποφασίζει για όλες και όλους, στο κράτος που συνεργάζεται με όλες και όλους.
Αυτό είναι το στοίχημα των Ενεργειακών Κοινοτήτων. Και αυτό μπορεί να γίνει το θεμέλιο μιας νέας, δίκαιης και δημοκρατικής μετάβασης.
Ο κύριος Βασίλης Κωστάκης είναι Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας και ιδρυτικό μέλος Ενεργειακής Κοινότητας αυτοπαραγωγής με έδρα την Ήπειρο.
