Γιατί ο Λευκός Οίκος ανησυχεί για τα αμερικανικά ομόλογα

Το υψηλότερο κόστος δανεισμού ανησυχεί τον Λευκό Οίκο καθώς η κυβέρνηση βαδίζει προς τις ενδιάμεσες εκλογές

Πριν από τρεις δεκαετίες, ο Τζέιμς Κάρβιλ, πολιτικός σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον, αστειευόταν λέγοντας ότι ήθελε να αναστηθεί ως αγορά ομολόγων επειδή «μπορείς να εκφοβίζεις τους πάντες».

Η αγορά ομολόγων αποτελεί εδώ και καιρό μια ισχυρή πολιτική δύναμη που μπορεί να διαμορφώσει την πολιτική ατζέντα στην Ουάσινγκτον, η οποία πρέπει να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών για τη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους. Όταν οι επενδυτές χάνουν την πίστη τους, το αυξανόμενο κόστος δανεισμού ασκεί πίεση στην κυβέρνηση, που πρέπει να διαχειριστεί και το υψηλό έλλειμμα και να εξυπηρετήσει το χρέος της.

Σήμερα αποτελεί μια από τις κύριες πηγές ανησυχίας της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς η απόδοση του 30 ετούς ομολόγου έχει ξεπεράσει το 5% ενώ του δεκαετούς άγγιξε το 4,7%.

Με το βλέμμα στις ενδιάμεσες εκλογές

Οι υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν αυξημένο κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, ενώ οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου ωθούν προς τα πάνω τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Αυτό το μείγμα μπορεί να προκαλέσει πονοκεφάλους στην κυβέρνηση καθώς προετοιμάζεται για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όπου διακυβεύεται ο έλεγχος της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων.

«Τα αμερικανικά ομόλογα βρίσκονται πλέον σταθερά στη Ζώνη Κινδύνου στο επίπεδο όπου το 10ετές ομόλογο τείνει να ασκεί πίεση σε σχεδόν όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων», έγραψαν οι στρατηγικοί αναλυτές της HSBC, προειδοποιώντας ότι η περαιτέρω ανατιμολόγηση των προσδοκιών για τα τελικά επιτόκια θα μπορούσε να οδηγήσει τις αποδόσεις «ακόμα περισσότερο στη Ζώνη Κινδύνου, πιθανώς οδηγώντας προσωρινά τα περιουσιακά στοιχεία κινδύνου σε χαμηλότερα επίπεδα».

Οι αγορές «μοιράζουν πόνο» στον Αμερικανό πρόεδρο και η διαχείριση τους ξεπερνά τις δυνάμεις του. «Βρισκόμαστε ήδη σε επίπεδα που τελικά οι αποδόσεις θα επηρεάσουν τα επιτόκια στεγαστικών δανείων και θα επηρεάσουν και την αγορά κατοικίας» εξηγεί στο Reuters ο Γκρεγκ Φαρανέλο, επικεφαλής στρατηγικής επιτοκίων των ΗΠΑ στην AmeriVet Securities στη Νέα Υόρκη.

Τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες, οι επενδυτές σε αμερικανικά ομόλογα έχουν επικεντρωθεί στην αοριστία της  συμφωνίας με το Ιράν και στις μακροπρόθεσμες συνέπειες του πολέμου, στέλνοντας υψηλότερα τις αποδόσεις.

Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου, που είναι ο δείκτης αναφοράς, έχει αυξηθεί περισσότερο από 50 μονάδες από την έναρξη του πολέμου και τελευταία διαπραγματευόταν στο 4,56%. Επηρεάζει το κόστος των στεγαστικών δανείων, των δανείων για την αγορά αυτοκινήτων και τις πιστωτικές κάρτες αλλά και είναι βαρόμετρο για το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ.

Μια διαρκής αύξηση του κόστους δανεισμού θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση για στέγαση, να επιβαρύνει τις καταναλωτικές δαπάνες και, στη χειρότερη περίπτωση, να οδηγήσει την οικονομία προς την ύφεση. Αυτός ο κίνδυνος θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικός ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.

«Η οικονομική προσιτότητα είναι μια λέξη-κλειδί στην Ουάσιγκτον, και όχι άδικα, καθώς το θέμα αυτό απασχολεί πραγματικά μεγάλο αριθμό νοικοκυριών, ενώ τα επιτόκια παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτό» τονίζει ο Τζον Κέρσνερ, παγκόσμιος επικεφαλής του τμήματος τιτλοποιημένων προϊόντων της Janus Henderson στο Ντένβερ.

Υποβαθμίζει ο Λευκός Οίκος

Αυτή την εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι οι αυξημένες αποδόσεις, ειδικά στο μακροπρόθεσμο άκρο της καμπύλης, καθοδηγούνται από το ενεργειακό σοκ του πολέμου στο Ιράν, το οποίο θα αποδειχθεί προσωρινό.

Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε επίσης ότι οποιαδήποτε αναστάτωση είναι πιθανό να είναι βραχύβια.

«Ο Πρόεδρος Τραμπ ήταν πάντα σαφής σχετικά με τις προσωρινές αναταραχές της αγοράς ως αποτέλεσμα της Επιχείρησης Epic Fury», δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κους Ντεσάι.

Είπε ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται στην «μακροπρόθεσμη ατζέντα του Τραμπ για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης, τη μείωση της γραφειοκρατίας και την περικοπή της απάτης στις κρατικές δαπάνες για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής υγείας της Αμερικής».

Ωστόσο οι  συμμετέχοντες στην αγορά προειδοποιούν ότι η ικανότητα και η προθυμία της Ουάσινγκτον να αντιδράσει μπορεί να είναι περιορισμένες, ακόμη και αν οι αποδόσεις εκτοξευθούν στο 5% που θεωρείται  βασικό επίπεδο πόνου, ιδιαίτερα όταν τα επιτόκια καθοδηγούνται από ισχυρή ανάπτυξη και επίμονο πληθωρισμό και όχι από πιστωτικές ανησυχίες.

Η υπερβολικά επιθετική παρέμβαση σε αυτό το περιβάλλον κινδυνεύει να υπονομεύσει την αξιοπιστία του πληθωρισμού και θα μπορούσε να επιδεινώσει τις πιέσεις που ωθούν τις αποδόσεις υψηλότερα.

Το νέο φυσικό επιτόκιο

Οι Jamie Rush, Tom Orlik και Stephanie Flanders του Bloomberg Economics από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι η πολιτική και οι διαρθρωτικές δυνάμεις θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταστήσουν τις αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων στο 4,5% το νέο φυσιολογικό.

Αυτό συμβαίνει καθώς δεκαετίες μείωσης του «φυσικού» επιτοκίου – του πραγματικού επιτοκίου που θα επικρατούσε εάν η οικονομία λειτουργεί με πλήρη απασχόληση με σταθερό πληθωρισμό – έχουν ήδη τελειώσει και έχουν αντιστραφεί εν μέρει.

«Στα επόμενα χρόνια, το φυσικό επιτόκιο αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο» έγραψαν οι Rush, Orlik και Flanders σε ένα βιβλίο με τίτλο «Η τιμή του χρήματος», που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2025. «Εάν οι κίνδυνοι από το χρέος, το κλίμα, τη γεωπολιτική και την τεχνολογία κρυσταλλωθούν, θα μπορούσε να αυξηθεί αρκετά».

ΠΗΓΗ: ot.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version