Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Οι δημοσιογράφοι που παρακολουθούμε τη δίκη των Τεμπών αρχίζουμε πια να γνωριζόμαστε και κουβεντιάζουμε μεταξύ μας το πρωί που περιμένουμε να μπούμε στην αίθουσα. Αυτή την εβδομάδα, όλοι συζητούσαμε για μία άλλη δίκη. Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών ήταν εκεί, σαν σκιά πάνω από τη Λάρισα. Πάνω από εμάς.
Το κεντρικό ερώτημα είναι, βέβαια, πόσο ανεξάρτητη είναι η Δικαιοσύνη. Δεν ομολογείται – αλλά το νιώθουμε όλοι, καθώς προσερχόμαστε ξανά στην πρώτη συνεδρίαση μετά τις διακοπές του Πάσχα· η δίκη των Τεμπών είναι άλλο ένα σημείο όπου αυτό θα αποδειχθεί ή θα αμφισβητηθεί.
Η διαδικασία θα ξεκινούσε από εκεί που είχε σταματήσει πριν απο 20 μέρες, όταν έγινε γνωστό ότι το ελληνικό Δημόσιο θα δήλωνε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, εάν το δικαστήριο το δεχθεί, το Δημόσιο θα έχει το δικαίωμα να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία. Να κάνει ερωτήσεις και να καταθέτει στοιχεία.
Η νομική σύμβουλος του κράτους, καθόταν από νωρίς σε μία από τις τελευταίες θέσεις, πίσω από τους άλλους δικηγόρους. Την είχαμε δει στην προηγούμενη συνεδρίαση: γύρω στα πενήντα, με σκούρα μαλλιά, μάλλινο ταγιέρ και ύφος απολύτως λειτουργικό που δεν άφηνε κανένα περιθώριο ότι θα μπορούσε να παρεκκλίνει από αυτά που είχε έρθει να πει.
Πράγματι, όταν τελικά ανέβηκε στο βήμα, άρχισε να διαβάζει από το χαρτί που είχε μπροστά της: «Η ηθική βλάβη του δημοσίου συνίσταται στην προσβολή της εμπιστοσύνης των πολιτών στους κρατικούς θεσμούς και στη σοβαρή απαξίωση της διοικητικής και εποπτικής λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος…» Μα τι είχε πάθει η φωνή της; Μιλούσε τόσο σιγά που ακουγόταν με δυσκολία. Κάναμε ησυχία για να ακούσουμε τα ονόματα: «…Βασίλειο Σαμαρά, Παναγιώτη Χαμηλό, Κωνσταντίνο Πουλόπουλο και Δημήτριο Νικολάου…» Τα πρόσωπα είναι πλέον γνωστά. Είναι ο σταθμάρχης που ξέχασε το κλειδί και έστειλε το τρένο με τους 352 επιβάτες σε λάθος τροχιά, οι δύο συναδέλφοι του που έφυγαν νωρίτερα από το πόστο τους και ο επιθεωρητής διοίκησης της Λάρισας.
Δεν θα έλεγε άλλους; Από τους 36 κατηγορούμενους το Δημόσιο θα στρεφόταν μόνο εναντίον των σταθμαρχών; Του στενού πυρήνα που εκείνο διόρισε και εξέθρεψε; Δεν νομίζω ότι ήμουν η μόνη· έχω την αίσθηση ότι όλη η αίθουσα κρατούσε την αναπνοή της.
Η συνήγορος του δημοσίου έκανε παύση και ζήτησε λίγο νερό. Η στιγμή ήταν κάπως ιστορική. Μία συνεργάτης της τής έφερε νερό. Είναι η πρώτη φορά που έβλεπα πλαστικό μπουκαλάκι στο βήμα και η πρώτη φορά που το Δημόσιο κάνει παράσταση κατηγορίας – απέναντι σε ανθρώπους που το ίδιο πλήρωνε. Δεν είχε κάνει το ίδιο στο Μάτι. Ούτε στη Μάνδρα. Εδώ θα κριθεί για πρώτη φορά το ζήτημα, από την Πρόεδρο Γεωργία Στεφανίδου, η οποία καλείται να αποφασίσει αν θα δεχθεί αυτή την παράσταση.
Η σύμβουλος ολοκλήρωσε την τοποθέτηση της και, για μία στιγμή, νόμιζα ότι δεν θα πέσει καρφίτσα.
Δέκα λεπτά αργότερα επικρατούσε πανδαιμόνιο.
Σε μία δίκη – και εγώ τώρα τα μαθαίνω – όλα γίνονται με τη σειρά. Πρώτα νομιμοποιούνται οι διάδικοι – αυτό έγινε την περασμένη συνεδρίαση όταν οι συγγενείς των θυμάτων και οι τραυματίες δήλωσαν ότι θα συμμετέχουν στη δίκη και με ποιον δικηγόρο – μετά ακούγονται τα αιτήματα όλων των άλλων που επιθυμούν να κάνουν παράσταση κατηγορίας και, τέλος, καλούνται οι δικηγόροι υπεράσπισης να εκφράσουν τυχόν αντιρρήσεις.
Το Δημόσιο ήταν το τελευταίο μετά τους 48 δικηγορικούς συλλόγους που δήλωσε παράσταση.
Αλλά όταν ήρθε η στιγμή να ζητήσει η Πρόεδρος από τους δικηγόρους υπεράσπισης εάν έχουν αντιρρήσεις, οι περισσότεροι «επιφυλάχθηκαν». Δεν είχαν τον χρόνο, διαμαρτύρονταν, να μελετήσουν.
Απ’ ό,τι φαίνεται, το στικάκι που τους είχε δοθεί από την γραμματεία της έδρας δεν είχε μέσα τις δηλώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Υπήρχε δόλος; ακούστηκαν ψιθυρίσματα. Ήθελαν κάποιοι να καθυστερήσουν σκοπίμως τη δίκη;
Ο Θεόδωρος Μαντάς μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας σηκώθηκε όρθιος και διαρρήγνυε τα ιμάτια του ότι είχε παραδώσει το στικάκι εμπρόθεσμα. Η γραμματέας της έδρας, μπορεί να ήταν ιδέα μου, κοιτούσε αμήχανα μπροστά. Δικηγόροι – και από τις δύο πλευρές – σηκώνθηκαν και φώναζαν. Οι μεν εκτόξευαν ειρωνίες και ύβρεις στους δε – και το τούμπαλιν. Σηκώθηκα και εγώ για να βλέπω καλύτερα. Τότε με πλησίασε ένας δικηγόρος της υπεράσπισης και μου είπε: Δεν θυμίζει όλο αυτό βρετανικό κοινοβούλιο;
Η Πρόεδρος διέκοψε για την επόμενη μέρα.
Τρίτη 28 Απριλίου
Η σύγκριση με το βρετανικό κοινοβούλιο, δεν ήταν τυχαία. Πολλά έχουν ειπωθεί για την ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στην οποία δικάζεται η υπόθεση των Τεμπών, αλλά πρέπει να επανέλθω για άλλη μία φορά στη χωροταξία.
Σε κάθε δικαστική αίθουσα – έτσι και εδώ – οι δικηγόροι υπεράσπισης της κατηγορίας κάθονται μπροστά από την έδρα, από την πλευρά που είναι ο εισαγγελέας, και οι δικηγόροι υπεράσπισης από την πλευρά της γραμματέως. Έτσι βρίσκονται αντικριστά. Μόνο που συνήθως είναι δύο – τρεις σε κάθε πλευρά.
Στη δίκη των Τεμπών, έχουν τοποθετηθεί πάνω από 50 έδρανα για κάθε ομάδα. Η μία απέναντι από την άλλη, σαν αντίπαλες παρατάξεις. Όλοι έχουμε δει τηλεοπτικές εικόνες από μέσα από το βρετανικό κοινοβούλιο με τους βουλευτές να διακόπτουν συνεχώς ο ένας τον άλλον με φωνές και ειρωνικά σχόλια και όλοι καταλαβαίνουμε ότι, σε αυτό το περιβάλλον, η σύγκρουση βρίσκει γρήγορα φωνή.
Στα έδρανα της υπεράσπισης της κατηγορίας, τον τόνο δίνει η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο πατέρας της Νίκος Κωνσταντόπουλος. Στα 83 του χρόνια ο Κωνσταντόπουλος διατηρεί μεγαλύτερο ειδικό βάρος από πολλούς μέσα στην αίθουσα. Θυμάμαι να τον βλέπω για πρώτη φορά στην τηλεόραση πριν από σχεδόν σαράντα χρόνια, την εποχή του ειδικού δικαστηρίου για το σκάνδαλο Κοσκωτά – τη μοναδική δίκη στην Ελλάδα η οποία προβαλλόταν σε ζωντανή μετάδοση – και αργότερα τον γνώρισα και ως πρόεδρο του Συνασπισμού. Παρόλα αυτά, αυτές τις ημέρες στέκεται τις περισσότερες φορές πίσω από την κόρη του. Σηκώνεται πάντα όρθιος όταν η Ζωή μιλάει. Μία κίνηση προστασίας ή παροπλισμού; Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη.
Αλλά δεν είναι μόνο η οικογένεια. Είναι και ο πρώην βουλευτής και υπουργός του ΠΑΣΟΚ Λουκάς Αποστολίδης ο οποίος παρεμβαίνει συνέχεια παρομοιάζοντας τη δίκη των Τεμπών με τη χούντα – η αλήθεια είναι ότι έχει πλέον περισσότερους αστυνομικούς από συγγενείς μέσα στην αίθουσα – είναι και ο Δημήτρης Σκαρίμπας, ο οποίος, μπορεί να μην έχει περάσει από τη βουλή, υπήρξε όμως γνωστός καθοδηγητής του ΚΚΕ.
«Ούτε σε πολιτική δίκη να είμαστε», φωνάζει από τα έδρανα υπεράσπισης της κατηγορίας καθώς ο ένας μετά τον άλλον οι δικηγόροι υπεράσπισης σηκώνονται στο απέναντι βήμα και επιφυλάσσονται να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους για τα αιτήματα παράστασης του δημοσίου και των δικηγορικών συλλόγων. (Αφού χάθηκε το στικάκι.)
Και όταν κάποιοι διαμαρτύρονται για την προσβολή – άλλωστε, λένε, είναι δικαίωμα τους να επιφυλαχθούν μέχρι να μελετήσουν όλα τα επιχειρήματα – ο Σκαρίμπας κλιμακώνει την επίθεση:
-Κάντε αναφορά στον Τζαβέλλα, ειρωνεύεται.
Καμία δίκη, σκέφτομαι, δεν λαμβάνει χώρα εν κενώ, καθώς τα παρατηρώ όλα αυτά από απέναντι. Από την όχθη της υπεράσπισης. Οι θέσεις που έχουν δοθεί στους δημοσιογράφους είναι συγκεκριμένες και βρίσκονται ακριβώς δίπλα στα έδρανα των συνηγόρων των κατηγορουμένων. Με τους οποίους, όπως και μεταξύ μας, έχουμε αρχίσει να γνωριζόμαστε.
Αυτό στα κανονικά δικαστήρια δεν συμβαίνει· εκεί οι δημοσιογράφοι κάθονται σε μία ζώνη πίσω από τους δικηγόρους και των δύο πλευρών και τηρούν ίσες αποστάσεις. Σαν κυανόκρανοι.
Αποφασίζω να διαβώ τον Ρουβίκωνα.
Σε μια διακοπή σηκώνομαι, διασχίζω την αίθουσα και περνάω στην άλλη πλευρά. Με κάποια ενοχή, λόγω της αυστηρής ταξιθεσίας που έχει επιβάλλει το δικαστήριο, κάθομαι δίπλα στους συνηγόρους υπεράσπισης της κατηγορίας και προσπαθώ να ακούσω και τις δικές τους κουβέντες. Αλλά όταν η έδρα ανεβαίνει πάλι πάνω, αιφνιδιαστικά, «εγκλωβίζομαι». Δεν προλαβαίνω να επιστρέψω και ελπίζω οι αστυνομικοί που μας παρακολουθούν να μην δουν ότι κάθομαι σε λάθος θέση.
Ήταν ξαφνικά σαν να παρακολουθώ τα πάντα με άλλη οπτική γωνία. Από την ανάποδη. Τώρα έβλεπα τις πλάτες των μεν και τα πρόσωπα των δε.
Από εκεί παρακολούθησα τον Θεμιστοκλή Σοφό να εκφράζει την αντίρρηση του για το αίτημα του δημοσίου υπερασπιζόμενος τον επιθεωρητή διοίκησης Δημήτρη Νικολάου. Ο Σοφός ανακοίνωσε ότι θα υποβάλει μήνυση κατά του υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Κωνσταντίνου Κυρανάκη για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση, όπως επίσης υποστήριξη κατηγορίας κατά του πρώην υπουργού Κώστα Αχιλλέα Καραμανλή, στην εκκρεμή δικογραφία εναντίον του. «Δεν κατέστρεψε ο κ. Νικολάου την ασφάλεια της συγκοινωνίας», κατέληξε ο δικηγόρος υπεράσπισης μετά από σχεδόν δύο ώρες που έδινε μάχη για τον εντολέα του.
Τείνουμε να το ξεχνάμε: Σε μια δίκη δεν υπάρχει πιο ιερό πρόσωπο από τον κατηγορούμενο.
Και στη ζωή, δεν υπάρχει πιο βαρύ φορτίο από μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της. Η μόνη που διέκοψε την αγόρευση Σοφού ήταν η μητέρα της Κλαούντια Άλμα Λάτα.
«Γιατί έβαλε τον Σαμαρά στη θέση του και σκοτώθηκε το παιδί μου;» άρχισε να φωνάζει αλλά το ερώτημα έμεινε αναπάντητο. Ο Σοφός απλώς διέκοψε για λίγο και συνέχισε την αγόρευση του. Το πρόσωπο του παρέμεινε ανέκφραστο.
Το εάν θα επιτραπεί ή όχι στο Δημόσιο να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας, θα το μάθουμε τον Ιούνιο. Το δικαστήριο θα διακόψει για έναν μήνα, γιατί όπως ανακοίνωσε η Πρόεδρος, χρειάζεται να γίνουν και άλλες εργασίες στην αίθουσα. Δεν μας είπε ποιες, αλλά υποψιάζομαι ότι έχουν να κάνουν με τις καταγγελίες για την καταλληλότητα και την κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας. Ή μήπως θα έχουμε νωρίτερα εκλογές;
