Ωφελεί ο πόλεμος στο Ιράν τη Ρωσία

Η Μόσχα χαίρεται για τα αυξημένα έσοδα που προκαλεί η πετρελαϊκή κρίση αλλά ταυτόχρονα δείχνει ευάλωτη διπλωματικά και στρατιωτικά

Ωφελεί ο πόλεμος στο Ιράν τη Ρωσία

Είναι ο Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου απρόσμενη οικονομική ευκαιρία για τη Ρωσία; Η βραχυπρόθεσμη ανάσα, που την αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα των περιορισμένων δυνατοτήτων της στην Ουκρανία αλλά και διεθνώς; Οι εκτιμήσεις μαρτυρούν μια «γκρίζα» ζώνη μεταξύ κέρδους και οφέλους, μακριά από απλουστεύσεις.

Κέρδη και ευκαιρίες

Το πως ο πόλεμος που μαίνεται στη Μέση Ανατολή ευνοεί τη Μόσχα είναι εύκολο να απαντηθεί με οικονομικούς όρους. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ σήμανε αυτομάτως την απόσυρση του 20% των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου από την παγκόσμια αγορά, προκαλώντας μπαράζ αυξήσεων σε καύσιμα και τρόφιμα. Το κενό έσπευσαν να καλύψουν οι ρωσικές πετρελαϊκές εταιρίες, που ευνοημένες και από την απόφαση του Λευκού Οίκου να άρει προσωρινά τις κυρώσεις στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα, είδαν τα έσοδά τους να σημειώνουν ρεκόρ τετραετίας τις πρώτες τρείς εβδομάδες της σύρραξης ανάμεσα στον συνασπισμό ΗΠΑ-Ισραήλ και το Ιράν. Τα ημερήσια έσοδα κυριολεκτικά διπλασιάστηκαν από 135 εκατομμύρια δολάρια σε 270 εκατομμύρια, με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να προειδοποιεί ωστόσο για το εφήμερο της συγκυρίας.

Υπάρχουν και στρατιωτικά οφέλη, αφού ο πόλεμος αποσπά πολύτιμους πόρους από την ενίσχυση του Κιέβου. «Η ταχεία εξάντληση των πυρομαχικών, ιδίως για τα συστήματα αεράμυνας, περιορίζει την υλική βοήθεια που οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να παράσχουν στην Ουκρανία. Αυτό βελτιώνει τη θέση της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης και καθιστά τις αεροπορικές επιθέσεις της πιο θανατηφόρες.» τονίζει ο Τόμας Γκράχαμ, συνεργάτης του Council of Foreign Relations. Παράλληλα, ο ίδιος συναρτά την αναμενόμενη εαρινή επίθεση των ρωσικών δυνάμεων με την εξέλιξη των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή. «Όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση στον Κόλπο, τόσο πιθανότερο είναι να έχουμε εξελίξεις στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας. Η Ρωσία θα αποκτήσει μια σταθερή ροή κεφαλαίων για να καλύψει το αυξανόμενο κόστος, όσο οι ΗΠΑ θα εξαντλούνοπλικά συστήματα που διαφορετικά θα μπορούσαν να πουλήσουν σε ευρωπαϊκές χώρες για να αποσταλούν στην Ουκρανία».

Απώλειες και στασιμότητα

Υπάρχει ασφαλώς κι άλλη όψη στο νόμισμα. Η εντυπωσιακή πρόοδος που έχει πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια η αμυντική βιομηχανία της Ουκρανίας στον τομέα της αεροναυπηγικής, και ειδικότερα στα μη επανδρωμένα αεροχήματα (drones), καθιστά τις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας πρώτης τάξεως στόχο. Σε πρόσφατο ρεπορτάζ του το Reuters υποστηρίζει ότι το 40% της εξαγωγικής ικανότητας πετρελαίου της χώρας έχει τεθεί εκτός λειτουργίας από επιθέσεις ουκρανικών drones, αναδεικνύοντας κατά πόσο το «υπερόπλο» της ρωσικής οικονομίας αποτελεί ταυτόχρονα αχίλλειο πτέρνα.

«Στη Ρωσία, όπου η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιπροσωπεύει το ένα πέμπτο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και το 30% με 50% των εσόδων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ο υπολογισμός ήταν απλός. Για κάθε αύξηση 10 δολαρίων στην τιμή του πετρελαίου, αναμενόταν επιπλέον 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια σε φορολογικά έσοδα μηνιαίως» αναφέρει δημοσίευμα της Le Monde και προσθέτει: «Στην Ουκρανία, ο αντίστροφος υπολογισμός ήταν εξίσου απλός. Πριν τη σύγκρουση στο Ιράν, η Ρωσία κατάφερνε, παρά τις κυρώσεις, να εξάγει περίπου 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, τα οποία πωλούνταν σε τιμή περίπου 70 δολαρίων το βαρέλι. Οι ουκρανικές επιθέσεις των προηγούμενων ημερών πιστεύεται ότι μείωσαν την εξαγωγική ικανότητα κατά 2 εκατομμύρια βαρέλια. Έτσι, τα 3 εκατομμύρια βαρέλια που απομένουν διαθέσιμα πωλούνται σήμερα σε τιμή των άνω των 100 δολαρίων, αφαιρώντας τα όποια πλεονάζοντα κέρδη. Τελικά, η Ρωσία, η οποία επεδίωκε να κερδίσει περισσότερα, κερδίζει όσο και πριν. Ενδεικτικά, η προ ημερών αδρανοποίηση του ρωσικού λιμανιού Ουστ-Λούγκα στη Βαλτική Θάλασσα, όπου φιλοξενείται τερματικός σταθμός εξαγωγής πετρελαίου, σήμανε αυτομάτως την απώλεια 700.000 βαρελιών ημερησίως».

Οι απώλειες δεν αφορούν αποκλειστικά την οικονομία. Ο νέος μεσανατολικός πόλεμος, με τις παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις του, επιβεβαιώνει την περιορισμένη δυνατότητα της Μόσχας να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η τετραμερής συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Αιγύπτου, με αντικείμενο τις εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο και την πιθανότητα μιας σταδιακής αποκλιμάκωσης, συνιστούν εμφατική απόδειξη ότι το διαπραγματευτικό βάρος έχει μετατοπιστεί μακριά από τις παραδοσιακές Μεγάλες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας.

Συν τοις άλλοις, η περιορισμένη στρατιωτική στήριξη που έχει ως τώρα παράσχει η Μόσχα στην Τεχεράνη –κυρίως μέσα από εργαλεία ψηφιακής παρατήρησης για τον εντοπισμό στόχων- μάλλον δικαιώνει όσους αναφέρονται στις περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων. «Όπως ακριβώς δεν μπόρεσε να σώσει τους συμμάχους της σε Συρία και Βενεζουέλα, έτσι δεν είναι σε θέση να βοηθήσει το Ιράν. Με την παγκόσμια επιρροή του σε κατάρρευση, το ρωσικό καθεστώς έχει περιοριστεί σε ρόλο θεατή» διαπιστώνει ο συγγραφέας και ιστορικός Σεργκέι Ρατσένκο σε άρθρο του στο περιοδικό Foreign Policy.

Διαπίστωση που εν μέρει εξηγεί γιατί οι αντίπαλοι της Μόσχας, όπως ο ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Άντριι Σίμπιχα, χαιρέκακα υποστηρίζουν ότι «η Ρωσία δεν είναι αξιόπιστος πάροχος ασφαλείας για τους φίλους της».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version