Οι πρώτες επιπτώσεις στην οικονομία της ΕΕ από το πόλεμο

Παρά το βαρύ αποτύπωμα του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία, το Eurogroup που συνήλθε εκτάκτως την Παρασκευή δεν κατέληξε σε κοινές αποφάσεις για οριζόντια μέτρα

Οι πρώτες επιπτώσεις στην οικονομία της ΕΕ από το πόλεμο

Ο πόλεμος που κήρυξαν ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν πριν από έναν μήνα η έκβαση και η διάρκεια του οποίου παραμένουν άγνωστες, ωθεί τις χώρες να αναθεωρήσουν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για την παραγωγή, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζονται για αναζωπύρωση του πληθωρισμού με φόντο τη νέα ενεργειακή κρίση.

Η Ευρώπη που μόλις άρχισε να ξεπερνάει τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, φαίνεται να ξαναβλέπει σκηνές του ίδιου έργου. Για τις κυβερνήσεις και συνολικά για την ΕΕ σημαίνει μερική επιστροφή στις πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση εκείνης της κρίσης, καθώς προσφέρεται βοήθεια στα νοικοκυριά και οι κεντρικές τράπεζες στρέφονται προς αυξήσεις των επιτοκίων.

Για τις επιχειρήσεις, οι πρώτες επιπτώσεις είναι φανερές σε τομείς που απαιτούν πρώτες ύλες οι οποίες περιορίζονται λόγω του πολέμου. Το πρόβλημα, όμως, για τις επιχειρήσεις θα επιδεινωθεί και θα εξαπλωθεί ευρύτερα όσο το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών μειώνεται λόγω του πληθωρισμού.

Το Eurogroup

Παρά, ωστόσο, το βαρύ αποτύπωμα του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία, το Eurogroup που συνήλθε εκτάκτως την Παρασκευή δεν κατέληξε σε κοινές αποφάσεις για οριζόντια μέτρα, ενώ οι διαφορές μεταξύ των κρατών παραμένουν.

Χωρίς την «ομπρέλα» της γενικής ρήτρας διαφυγής, η Ευρώπη εισέρχεται σε μια πιο απαιτητική φάση διαχείρισης της ενεργειακής κρίσης, με τα περιθώρια στήριξης να περιορίζονται αισθητά.

Η Κομισιόν ήταν σαφής: «Η ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής ή των εθνικών ρητρών δεν θα ήταν σκόπιμη σε αυτό το στάδιο», παρά την εκτόξευση των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η προϋπόθεση για μια τέτοια κίνηση, δηλαδή μια γενικευμένη οικονομική ύφεση στην ευρωζώνη, «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται ή θα πληρωθεί σύντομα».

Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, ξεκαθάρισε ότι η ρήτρα συνδέεται με σενάρια βαθιάς ύφεσης και όχι με την τρέχουσα επιβράδυνση. Με άλλα λόγια, η οικονομία αντέχει, παρά τις σαφείς πιέσεις. Αυτό σημαίνει πως τα κράτη-μέλη καλούνται να κινηθούν με βάση τις δικές τους αντοχές, χωρίς μια ενιαία ευρωπαϊκή «ασπίδα» όπως έγινε στην πανδημία.

Εργαλειοθήκη αντί για ρήτρα διαφυγής

Η Κομισιόν ετοιμάζει μια «εργαλειοθήκη» με παρεμβάσεις από μείωση φόρων στην ενέργεια και ελάφρυνση χρεώσεων για τη βιομηχανία, έως παρεμβάσεις στο σύστημα ρύπων και φορολόγηση υπερκερδών όμως η εφαρμογή τους θα εξαρτηθεί από τα δημοσιονομικά περιθώρια και τις επιλογές κάθε χώρας

Καθιστά σαφές ότι «τυχόν δημοσιονομικά μέτρα που θα εισαχθούν θα πρέπει να παραμείνουν συνεπή με τις πορείες αύξησης των καθαρών δαπανών που συνιστά το Συμβούλιο στα κράτη μέλη» και σημειώνει ότι οι δημοσιονομικές αποκλίσεις «θα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από μέτρα ενεργειακής στήριξης ή από οποιοδήποτε άλλο δημοσιονομικό μέτρο».

Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι μπορούν να ληφθούν μέτρα στήριξης, αλλά θέτει 4 βασικούς κανόνες καθώς τα μέτρα πρέπει να είναι:

  • Συμβατά με την απανθρακοποίηση
  • Να μην αυξάνουν τη ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο
  • Προσωρινά και δημοσιονομικά περιορισμένα
  • Στοχευμένα στους πιο ευάλωτους (νοικοκυριά και επιχειρήσεις)

Προβλήματα στη βιομηχανία

Και μπορεί η ΕΕ να έκρινε πως δεν είναι ακόμη η ώρα για ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής, ωστόσο η ενεργειακή κρίση επανέρχεται δυναμικά.

Οι προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις εντείνονται. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και το σενάριο στασιμοπληθωρισμού. Σε ένα βασικό σενάριο, η ανάπτυξη το 2026 μπορεί να είναι έως 0,4% χαμηλότερη και ο πληθωρισμός 1% υψηλότερος, ενώ σε πιο αρνητική εξέλιξη η απώλεια ανάπτυξης μπορεί να φθάσει το 0,6% και να επεκταθεί και στο 2027.

Σύμφωνα με την ίδια την Κομισιόν, μόνο στις πρώτες 17 ημέρες της κρίσης με το Ιράν, η ΕΕ κατέβαλε επιπλέον 6 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, ενώ οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου κινούνται ξανά σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, σε αντίθεση με την περίοδο 2022–2023, η απάντηση δεν θα είναι δημοσιονομική χαλάρωση ευρείας κλίμακας.

Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, υπογράμμισε ότι οι επιπτώσεις του πολέμου είναι ήδη ορατές στην πραγματική οικονομία, τόσο στα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων όσο και στους λογαριασμούς των νοικοκυριών, ενώ τόνισε την ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή αντίληψη. Ωστόσο, αυτή η κοινή γραμμή δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.

Η γερμανική χημική βιομηχανία -η οποία επλήγη σοβαρά από την τελευταία αύξηση του κόστους ενέργειας το 2022- έχει προειδοποιήσει για περικοπές στην παραγωγή, καθώς τα Στενά του Σουέζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά.

Η παραγωγή στο μεγαλύτερο εργοστάσιο αμμωνίας της χώρας, την SKW Piesteritz GmbH, έχει μειωθεί στο τεχνικό ελάχιστο του 85%, ενώ η Evonik Industries, κατασκευαστής ειδικών χημικών προϊόντων, εξακολουθεί να εκτιμά τις ζημίες που ενδέχεται να υποστεί, σύμφωνα με το Bloomberg.

«Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να ποσοτικοποιήσουμε τις ακριβείς συνέπειες», δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος Christian Kullmann. Ωστόσο, «η Evonik δεν θα μπορέσει να αποφύγει τις έμμεσες συνέπειες των εχθροπραξιών».

Η ναυτιλιακή εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων Hapag-Lloyd AG αντιμετωπίζει επιπλέον εβδομαδιαία έξοδα ύψους 40-50 εκατομμυρίων δολαρίων για δαπάνες όπως καύσιμα, ασφάλιση και αποθήκευση. Η εταιρεία προσπαθεί να ανακτήσει μέρος αυτών των εξόδων μέσω «χρεώσεων έκτακτης ανάγκης και απρόβλεπτων περιστάσεων», όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Rolf Habben Jansen.

Τέτοια έξοδα απειλούν να μετακυληθούν σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, αυξάνοντας το κόστος ζωής για όλους. Οι καταναλωτές το γνωρίζουν καλά, όπως αποτυπώνεται στις έρευνες.

Ακόμη, η βρετανική εταιρεία μόδας Next προειδοποίησε ότι ενδέχεται να αυξήσει τις τιμές κατά 1,5% έως 2% εάν ο πόλεμος διαρκέσει περισσότερο από τρεις μήνες.

Η σουηδική Hennes & Mauritz AB δήλωσε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις από τον τομέα της ενέργειας, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν την κατανάλωση.

Η ανατροπή των δεδομένων στην ΕΕ, που μέχρι πρόσφατα πρόσβλεπε σε οικονομική ανάκαμψη και ήπιο πληθωρισμό μετά τις εμπορικές αναταραχές του περασμένου έτους, θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες.

Μια γεύση του πόσο τολμηροί θα είναι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Ομάδας των Επτά (G7) αναμένεται να δοθεί τη Δευτέρα, όταν οι υπουργοί Ενέργειας και Οικονομικών θα συνομιλήσουν διαδικτυακά. Ο γάλλος υπουργός Οικονομικών Roland Lescure συνόψισε την κλίμακα της πρόκλησης που θέτει ο πόλεμος: «Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι των οικονομικών ζητημάτων, των ενεργειακών ζητημάτων, του πληθωρισμού και των κεντρικών τραπεζών», είπε την Πέμπτη.

ΠΗΓΗ: Ot.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version