Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, η Ριμόνα Αφάνα κινείται στα όρια της έρευνας, της τέχνης και της ακτιβιστικής δράσης, εξετάζοντας τις μαζικές θηριωδίες όχι μόνο εις βάρος των ανθρώπων αλλά και των «αισθανόμενων μη ανθρώπινων όντων», όπως η ίδια επιλέγει να τα ονομάζει. Με δημοσιεύσεις σε νομικά και εγκληματολογικά περιοδικά και παρουσία σε διεθνή καλλιτεχνικά και κοινωνικά εγχειρήματα, επιχειρεί να φωτίσει ένα πεδίο που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατο: τη συστηματική κακοποίηση δισεκατομμυρίων ζώων ως μέρος ενός παγκόσμιου οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος.
Σε ομιλία που θα δώσει στο συμπόσιο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης για τη θέση της μη ανθρώπινης ζωής στην κοινωνία, η Αφάνα επανέρχεται στην έννοια της «κοινοτοπίας του κακού», δανειζόμενη το σχήμα της Χάνα Άρεντ για να εξηγήσει πώς η βία κατά των ζώων μετατρέπεται σε κάτι καθημερινό, σχεδόν αόρατο.
Μιλά για τις διασταυρώσεις της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης βίας, για τα όρια του δικαίου, αλλά και για την ατομική και συλλογική ευθύνη σε έναν κόσμο όπου η ηθική δοκιμάζεται από την ίδια τη δομή του.
Δεν χρησιμοποιείτε συνήθως τον όρο «ζώα», αλλά τον ευρύτερο και πιο συμπεριληπτικό όρο «αισθανόμενα μη ανθρώπινα όντα». Θα θέλατε να μας εξηγήσετε αυτή την επιλογή και πώς αυτή η διάκριση υπηρετεί την ανάλυσή σας;
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε επίσης ζώα· γι’ αυτό πολλοί χρησιμοποιούν όρους όπως «μη ανθρώπινα ζώα» ή «αινσθανόμενα μη ανθρώπινα όντα» αντί για «ζώα». Αλλά και πάλι, στο επίκεντρο παραμένει ο άνθρωπος, άρα η ορολογία αυτή είναι εξίσου ανθρωποκεντρική. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ταξινομήσουμε τη ζωή· για παράδειγμα, τα πέντε βασίλεια οργανισμών: ζώα, φυτά, μύκητες, πρώτιστα και μονήρη. Οι οργανισμοί ζουν και πεθαίνουν μέσα σε πολύπλοκες, πολυκατευθυντικές σχέσεις ο ένας με τον άλλο.
Στο έργο μου για τις θηριωδίες που διαπράττονται εις βάρος των ζώων, εστιάζω σε ζώα με σύνθετη συναίσθηση. Η συναίσθηση των μη ανθρώπινων όντων αποτελεί ένα εκτεταμένο πεδίο μελέτης και ειδικότερα η σύνθετη συναίσθηση περιλαμβάνει χαρακτηριστικά όπως ένα ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα, αυτοεπίγνωση, προχωρημένες γνωστικές ικανότητες και σύνθετους κοινωνικούς δεσμούς. Όλα αυτά τα στοιχεία, σωρευτικά, καθιστούν τέτοια όντα πιο ευαίσθητα στη σωματική και ψυχική οδύνη. Τέτοια όντα είναι τρισεκατομμύρια μη ανθρώπινα ζώα που κακοποιούμε συστηματικά σε τομείς όπως η διατροφή, η ένδυση, η ιατρική έρευνα ή η ψυχαγωγία.
«Τα βασανιστήρια εις βάρος των μη ανθρώπινων όντων γίνονται κοινότοπα, διάχυτα, κανονικοποιημένα, αόρατα».
Ωστόσο, μια προσέγγιση που βασίζεται στις ικανότητες ή στην συναίσθηση είναι και η ίδια μεροληπτική και σπισιστική: οδηγεί σε ιεραρχίες θυμάτων, βλαβών και προστασιών. Σε γενικές γραμμές, ο στόχος μου είναι μετριοπαθής: η μείωση του πόνου. Δεν θα τον εξαλείψουμε ποτέ, αλλά υπάρχει τόσος περιττός πόνος. Η ίδια η έννοια της «αναγκαιότητας» είναι ένα τεράστιο θέμα: πολλές ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες δεν είναι πραγματικά αναγκαίες, όμως πολιτισμικά και νομικά έχουν κανονικοποιηθεί, με αποτέλεσμα ο πόνος των μη ανθρώπινων όντων να θεωρείται περίπου δεδομένος.
Ο τίτλος της ομιλίας σας, «Η κοινοτοπία του κακού: Πώς τα βασανιστήρια των ζώων γίνονται κάτι το συνηθισμένο» παραπέμπει στη γνωστή έννοια της Χάνα Άρεντ για τη στάση των ναζί απέναντι στο Ολοκαύτωμα. Θεωρείτε ότι υπάρχουν παραλληλισμοί ανάμεσα σε αυτό το σχήμα και τα βασανιστήρια των ζώων;
Το 1963 η Άρεντ μίλησε για την «κοινοτοπία του κακού»: για το πώς, στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούσαν να διαπράττουν θηριωδίες ακολουθώντας εντολές, προσκολλώμενοι στη ρουτίνα και υποκύπτοντας στη μαζική ιδεολογική χειραγώγηση. Στο βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ», η Άρεντ περιγράφει τον Αδόλφο Άιχμαν, έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες του Ολοκαυτώματος και μετέπειτα καταδικασμένο εγκληματία πολέμου, ως έναν άνθρωπο εκπληκτικά «κανονικό», προσανατολισμένο στην καριέρα του και «απροβλημάτιστο», και όχι ως το αρχετυπικό τέρας. Έκτοτε, πολυάριθμες μελέτες στην ψυχολογία, όπως το πείραμα του Milgram στις αρχές της δεκαετίας του ’60, έχουν δείξει ότι η σκληρότητα είναι μια δυνατότητα που υπάρχει μέσα σε όλους μας: όταν το πλαίσιο ευνοεί τη βία και την ατιμωρησία, πολλοί -αν όχι οι περισσότεροι- άνθρωποι μπορούν να προκαλέσουν πόνο σε άλλα όντα. Η βλάβη μετατοπίζεται έξω από το πεδίο της συνείδησής μας.
Χρησιμοποιώ την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» για να δείξω πώς τα βασανιστήρια εις βάρος των μη ανθρώπινων όντων γίνονται κοινότοπα, διάχυτα, κανονικοποιημένα, αόρατα. Και πώς οι αυτουργοί δεν είναι κατ’ ανάγκην τέρατα: συχνά είναι απολύτως συνηθισμένοι άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους φυσιολογικό και ηθικό. Σημαντικό είναι επίσης ότι μερικές φορές δεν έχουμε έναν συγκεκριμένο θύτη: το ίδιο το σύστημα -ένα κράμα καπιταλισμού, ανθρωποκεντρισμού, καρνισμού και βίαιων συστημάτων που οργανώνουν τον κόσμο μας- παράγει και αναπαράγει τα βασανιστήρια. Με τη βοήθεια προηγμένων τεχνολογιών, τα βασανιστήρια αυτοματοποιούνται κι έτσι η ευθύνη αφαιρείται, γίνεται αφηρημένη ή μεταβιβάζεται αλλού.
Αυτό που διαπιστώνει κανείς, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, είναι ότι η βία κατά των ανθρώπων και η βία κατά των μη ανθρώπινων όντων τέμνονται, ακολουθούν παρόμοια μοτίβα και συχνά έχουν αντίστοιχες επιπτώσεις στα θύματα. Η κατανόηση αυτών των ομοιοτήτων μπορεί να καλλιεργήσει μια δια-ειδική συμπόνια και αλληλεγγύη.
Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες μορφές βασανιστηρίων εις βάρος των ζώων και σε ποιους τομείς εμφανίζονται κυρίως;
Τα βασανιστήρια εμφανίζονται σε σκοτεινές μορφές. Στον τομέα της διατροφής, τρισεκατομμύρια ζώα υφίστανται βασανιστική βία μέσω της αιχμαλωσίας, του περιορισμού, των ακρωτηριασμών χωρίς αναισθησία, των ασθενειών που μένουν χωρίς θεραπεία και, συχνά, άγριων μεθόδων θανάτωσης. Στη βιομηχανία ένδυσης, ζώα που εκτρέφονται για το δέρμα ή τη γούνα τους κρατούνται για μήνες αιχμάλωτα σε μικροσκοπικά συρμάτινα κλουβιά ή περιφραγμένους χώρους και κατόπιν θανατώνονται: με ηλεκτροπληξία, ασφυξία, δηλητηρίαση, αέρια, αφαίμαξη ή ακόμη και γδάρσιμο ενώ είναι ζωντανά. Στα εργαστήρια, ζώα κρατούνται έγκλειστα σε όλη τους τη ζωή και υποβάλλονται σε επεμβατικές διαδικασίες που τα τραυματίζουν σωματικά και ψυχικά.
Σε τσίρκα, ζωολογικούς κήπους, ενυδρεία και θαλάσσια πάρκα, τα ζώα βασανίζονται μέσω του εγκλεισμού και της απομόνωσης, ενώ ορισμένα κακοποιούνται και κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους. Υπάρχουν και άνθρωποι που βασανίζουν ζώα για διασκέδαση: ομάδες βασανισμού ζώων είναι δημοφιλείς στο dark web, με ζώα να υφίστανται ηλεκτροπληξία, πνιγμό, στραγγαλισμό, σύνθλιψη, ασιτία μέχρι θανάτου ή ακόμη και να μαγειρεύονται ή να τρώγονται ζωντανά. Υπάρχει επίσης η λεγόμενη «(κακό)διαχείριση» των «χωροκατακτητικών», των «υπερπληθυσμιακών» ειδών και των «παρασίτων»: αναρίθμητα μη ανθρώπινα όντα με σύνθετη αισθητικότητα εξοντώνονται, πολλές φορές με απάνθρωπες και βασανιστικές μεθόδους.

Το να σκοτώνονται εκατομμύρια ζώα δήθεν για να προστατευθούν άλλα, αποτελεί -παραδόξως- κεντρικό μηχανισμό τόσο της προστασίας της φύσης όσο και της βιοποικιλότητας. Υπάρχουν πολλά ακόμη να ειπωθούν, αλλά θα προτιμούσα ο κόσμος να έρθει αυτό το Σαββατοκύριακο στην κεντρική ομιλία μου για τα βασανιστήρια των ζώων, στο εργαστήριό μου για την αιχμαλωσία των ζώων και στις υπόλοιπες θεματικές που θα αναπτύξουν οι συνάδελφοί μου.
Αρκεί ένας ενιαίος, οικουμενικός ορισμός των βασανιστηρίων για να καλύψει όλα τα έμβια όντα;
Όχι. Όπως ακριβώς και οι ορισμοί της γενοκτονίας και των βασανιστηρίων -δύο εγκλημάτων με ισχυρό διεθνές νομικό πλαίσιο- είναι στενοί, διαχωριστικοί, αμφισβητούμενοι και παρωχημένοι, έτσι και ένας ορισμός των βασανιστηρίων εις βάρος των μη ανθρώπινων όντων θα έχει πιθανότατα ανάλογες αδυναμίες. Επιπλέον, υπάρχουν επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά της ένταξης των μη ανθρώπινων όντων σε νομικά πλαίσια που σχεδιάστηκαν αρχικά για τους ανθρώπους.
Το πρόβλημα είναι ότι η νομοθεσία έρχεται πάντα εκ των υστέρων: ο νόμος δεν μπορεί να συμβαδίσει με την πολυπλοκότητα της ζωής και με το πλήθος των βίαιων, περιττών θανάτων. Ενώ οι πραγματικότητες και οι έννοιες παραμένουν δυναμικές και σύνθετες, ό,τι υπάγεται σε νομικά καθεστώτα εμφανίζεται συχνά στατικό ή αμβλυμένο, ακριβώς λόγω της λειτουργίας του δικαίου, που είναι η μείωση της πολυπλοκότητας. Μέχρι να αποκτήσουμε έναν ορισμό και ένα νομικό πλαίσιο, εκατομμύρια όντα έχουν ήδη μετατραπεί σε θύματα. Και ακόμη κι όταν υπάρχουν, υποτίθεται, επαρκείς νόμοι, η έλλειψη εφαρμογής τους είναι συχνά το πρόβλημα -είτε μιλάμε για ανθρώπινα είτε για μη ανθρώπινα θύματα. Έτσι, η πρόληψη και η αποκατάσταση παραμένουν άπιαστες.
Ίσως είναι αφελές να μιλάμε για βασανιστήρια των ζώων τη στιγμή που ακόμη και το έγκλημα όλων των εγκλημάτων, η γενοκτονία, εξελίσσεται ατιμώρητα στην Παλαιστίνη, στο Σουδάν, στο Κονγκό, στην Υεμένη, στη Μιανμάρ και αλλού. Αυτές οι θηριωδίες μάς δείχνουν ότι ο νόμος δεν είναι μέτρο δικαιοσύνης και ότι το τέλος των φρικαλεοτήτων συχνά δεν έρχεται μέσω του δικαίου, αλλά μέσω της λαϊκής αντίστασης. Αυτός είναι και ο ρόλος εκθέσεων όπως η «Why Look at Animals» ή συμποσίων όπως το «(Against) Animal Capitalism» -να αλλάζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε και, ιδανικά, να κινητοποιούν την αλληλεγγύη. Αυτό είναι πολύ πιθανότερο να σώσει ή να αλλάξει ζωές, απ’ ό,τι η αναμονή μέχρι ο νόμος να κάνει σωστά τη δουλειά του στην πρόληψη, στην αναχαίτιση και στην αποκατάσταση της βίας.
Υπάρχουν εκτιμήσεις για την κλίμακα της οικονομικής δραστηριότητας που βασίζεται στην εκμετάλλευση των ζώων, από την τροφική αλυσίδα μέχρι τη βιομηχανία του θεάματος, όπως τα θεματικά πάρκα με ζώα;
Υπάρχουν χιλιάδες μελέτες που τεκμηριώνουν την έκταση, την ένταση και τις συνέπειες της χρήσης και κακοποίησης των ζώων. Περίπου 90 δισεκατομμύρια χερσαία ζώα και περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια υδρόβια ζώα -εκτρεφόμενα ή αλιευμένα από το φυσικό περιβάλλον- σφάζονται κάθε χρόνο για κρέας. Αν προσθέσουμε και τους πολλούς άλλους τομείς, πέρα από την παραγωγή και κατανάλωση κρέατος, που μετατρέπουν τα ζώα σε θύματα, το σύνολο υπερβαίνει τα τρισεκατομμύρια ζώων ετησίως. Στη βιομηχανία της μόδας, για παράδειγμα, πάνω από 100 εκατομμύρια ζώα εκτρέφονται και θανατώνονται κάθε χρόνο για τη γούνα τους. Πολλά άλλα σκοτώνονται για το δέρμα τους. Εκατομμύρια ακόμη κακοποιούνται σε εργαστήρια, ζωολογικούς κήπους, τσίρκα, ενυδρεία, θαλάσσια πάρκα, θεματικά πάρκα κ.ο.κ. Η κλίμακα της εκμετάλλευσης των ζώων είναι τεράστια. Πέρα όμως από τις άμεσες βλάβες, υπάρχουν και πολυάριθμες έμμεσες: η κλιματική αλλαγή, η κατάρρευση των οικοσυστημάτων, η αστικοποίηση, η αποψίλωση των δασών, η χημική ρύπανση και άλλες ανθρωπογενείς διαδικασίες σκοτώνουν ή βλάπτουν επίσης ζώα.
«Η αναγνώριση των θεμελιωδών ομοιοτήτων ανάμεσα σε εμάς και στα άλλα ζώα θα έπρεπε να καλλιεργεί ταπεινότητα και συμπόνια».
Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι τα ζώα θα έπρεπε να θεωρούνται μέρος της εργατικής τάξης. Συμφωνείτε με αυτή την οπτική; Μπορεί να υπάρξει ουσιαστική προστασία για τα ζώα χωρίς μια μορφή ταξικής συνείδησης και, αν ναι, πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτό;
Δισεκατομμύρια ζώα υπόκεινται σε καταναγκαστική εργασία. Εφόσον τα ζώα είναι ανίκανα να δώσουν ελεύθερη και ενσυνείδητη συναίνεση, στις περισσότερες περιπτώσεις η εργασία τους δεν είναι συναινετική. Όπως δεν ρυθμίζουμε τη δουλεία αλλά τη θεωρούμε έγκλημα, ίσως δεν θα έπρεπε να ρυθμίζουμε την καταναγκαστική εργασία των ζώων. Η αναγνώριση των ζώων ως εργαζομένων και η παροχή προστασιών μπορεί να βελτιώσει τη ζωή τους, αλλά δεν λύνει το βασικό πρόβλημα: στις περισσότερες περιπτώσεις, η εργασία τους είναι εξαναγκασμένη, άρα συνιστά παραβίαση εις βάρος ενός αισθανόμενου όντος που έχει ανάγκη από αυτονομία, ελευθερία και σωματική ακεραιότητα. Αν η καταναγκαστική εργασία των ζώων καταργούνταν, πολλά από αυτά τα ζώα δεν θα υπήρχαν καν, αφού τα εκτρέφουμε αποκλειστικά για να τα εκμεταλλευτούμε. Είναι αυτό προτιμότερο από έναν κόσμο όπου τα ζώα ζουν και πεθαίνουν μέσα στον πόνο; Ίσως…
Ο πολιτισμός μας παραμένει βαθιά ανθρωποκεντρικός. Σε πρακτικό επίπεδο, πώς μπορούμε να αρχίσουμε να αμφισβητούμε αυτή την κυρίαρχη δομή των κοινωνιών μας;
Με το να μορφωνόμαστε γύρω από τις εκπληκτικές ικανότητες των ζώων και γύρω από τα θαύματα της φύσης. Όταν κατανοούμε την πολυπλοκότητα, την ευαλωτότητα και την ανθεκτικότητά τους, συνειδητοποιούμε πόσο μικροί και ασήμαντοι είμαστε τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Είμαστε ένα μόνο είδος ανάμεσα σε εκατομμύρια, και κυβερνάμε τον κόσμο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ύστερα από δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, κατά τα οποία άλλες μορφές ζωής κυριαρχούσαν στον πλανήτη.
Γνωρίζουμε ελάχιστα για τα είδη και ακόμη λιγότερα για την τεράστια ποικιλομορφία των ατόμων, οπότε η κατανόησή μας για τον μη ανθρώπινο κόσμο είναι περιορισμένη. Υπάρχουν πολλά εξαιρετικά ντοκιμαντέρ, με συχνά εντυπωσιακή κινηματογράφηση, για τη φύση και τα ζώα, που μας δείχνουν πόσο παραπλανητικός είναι ο ανθρωποκεντρισμός.
Αν κόψεις ένα γουρούνι, θα ματώσει· αν κλοτσήσεις έναν σκύλο, θα κλάψει και θα τρέξει ή θα προσπαθήσει να σε δαγκώσει· αν αφήσεις έναν αρουραίο να πεινάσει, θα αναζητήσει απεγνωσμένα τροφή· αν κλείσεις μια αλεπού σε κλουβί, θα προσπαθήσει να δραπετεύσει. Σε τι διαφέρουν όλα αυτά από εμάς τους ανθρώπους; Όλοι νιώθουμε πείνα, δίψα, κρύο, ζέστη, φόβο, πόνο, άγχος. Η αναγνώριση αυτών των θεμελιωδών ομοιοτήτων ανάμεσα σε εμάς και στα άλλα ζώα θα έπρεπε να καλλιεργεί ταπεινότητα και συμπόνια.
«Δεν χρειαζόμαστε ζωικά προϊόντα για να έχουμε μια υγιή και απολαυστική ζωή».
Και η οργή είναι ένας σπουδαίος καταλύτης αλλαγής. Οργή απέναντι στη σκληρότητα, απέναντι στην υποκρισία, απέναντι στη δική μας συνενοχή. Αν δεν νιώθουμε οργή όταν βλέπουμε τη φρίκη γύρω μας, πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί έχουμε αναισθητοποιηθεί. Πότε και πώς χάσαμε τη σύνδεσή μας με τη ζωή -και με τον θάνατο; Γιατί η βία και το παράλογο μας φαίνονται φυσιολογικά; Από τη στιγμή που θα νιώσουμε οργή, θα αλλάξουμε πράγματα μέσα μας και γύρω μας.
Η μικρή αλλαγή είναι μια σταγόνα στον ωκεανό, αλλά είναι μια αρχή. Την ίδια στιγμή, όμως, η ατομική αλλαγή μπορεί να λειτουργήσει και ως αντιπερισπασμός από την ανάγκη για συστημική αλλαγή: να αφήνει ανέπαφα εγκληματικά οικονομικά συστήματα και να μεταθέτει την ευθύνη στο άτομο. Όμως το μικρο- και το μακρο-επίπεδο είναι αλληλένδετα. Όλοι βαδίζουμε προς το τέλος· η ζωή είναι σύντομη και εύθραυστη. Όσο είμαστε ακόμη ζωντανοί, έχουμε χρέος να αντισταθούμε και να μετασχηματίσουμε τον αποκαλυπτικό κόσμο που έχουμε δημιουργήσει ως ανθρώπινο είδος.
Η vegan διατροφή μπορεί να ιδωθεί ως ένα βήμα προς μια δικαιότερη μεταχείριση των ζώων, αλλά και ως έμπρακτη αναγνώριση του πόνου που υφίστανται ή, από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί και μια προνομιούχα μορφή κατανάλωσης, όχι προσιτή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις λόγω κόστους;
Δεν χρειαζόμαστε ζωικά προϊόντα για να έχουμε μια υγιή και απολαυστική ζωή· η διακοπή ή η μείωση της κατανάλωσής τους είναι κάτι που οι περισσότεροι από εμάς μπορούν σχετικά εύκολα να κάνουν για να μειώσουν τον πόνο των ζώων. Ο βιγκανισμός δεν αφορά κατ’ ανάγκην τους προνομιούχους· αυτό εξαρτάται από τις γνώσεις κάποιου γύρω από τη διατροφή, από την ικανότητά του να μαγειρεύει και από τον τρόπο ζωής που επιλέγει. Τα δημητριακά και τα όσπρια είναι γενικά φθηνά: φασόλια, αρακάς, φακές, ρύζι, σιτάρι, καλαμπόκι κ.λπ. Τα λαχανικά, τα φρούτα, οι σπόροι και τα μυρωδικά είναι σε πολλές χώρες προσιτά, ενώ αλλού κοστίζουν περισσότερο. Τα φυτικά υποκατάστατα κρέατος, τα vegan γάλατα, τυριά και γιαούρτια είναι συνήθως ακριβότερα από τα ζωικά προϊόντα.
Αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, στις οικονομίες κλίμακας, όσο περισσότερο παράγεις -και άρα όσο περισσότερο πουλάς- τόσο φθηνότερο γίνεται το προϊόν. Επειδή τα ζωικά προϊόντα καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες, γίνονται φθηνότερα. Το αντίστροφο συμβαίνει με τις φυτικές εναλλακτικές: είναι ακριβότερες επειδή η ζήτηση παραμένει ακόμη σχετικά χαμηλή, οπότε οι εταιρείες αποκομίζουν κέρδος χρεώνοντας περισσότερο το κάθε προϊόν αντί να πουλούν μεγαλύτερο όγκο σε χαμηλότερη τιμή. Δεύτερον, σε πολλές χώρες η ζωική παραγωγή επιδοτείται από το κράτος, γεγονός που καθιστά τα ζωικά προϊόντα τεχνητά φθηνά. Για παράδειγμα, το 2023 οι ΗΠΑ διέθεσαν περίπου 800 φορές περισσότερη δημόσια χρηματοδότηση και 190 φορές περισσότερα χρήματα σε lobbying για τρόφιμα ζωικής προέλευσης σε σύγκριση με τις εναλλακτικές. Στην ΕΕ, η δημόσια χρηματοδότηση προς τα ζωικά προϊόντα ήταν περίπου 1.200 φορές μεγαλύτερη και τα κονδύλια λόμπινγκ τριπλάσια.
«Το αν ο βιγκανισμός κάποιου θα μετατραπεί σε ελιτισμό εξαρτάται από πολλούς άλλους παράγοντες της ζωής του».
Η παραγωγή ενός κιλού κρέατος ή τυριού απαιτεί τεράστιους πόρους, κι όμως το τελικό προϊόν είναι τεχνητά φθηνότερο από ένα κιλό vegan υποκατάστατου. Αυτό που πληρώνουμε δεν είναι το πραγματικό κόστος, γιατί πολλά επιμέρους κόστη δεν ενσωματώνονται στην τιμή. Η ζωική γεωργία και κτηνοτροφία αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της περιβαλλοντικής κρίσης, λόγω της συμβολής της στην κλιματική αλλαγή και στην ατμοσφαιρική ρύπανση, στην εξάντληση και ρύπανση των υδάτων, καθώς και στην απώλεια της βιοποικιλότητας — πέρα, βέβαια, από τις επιπτώσεις στα επιμέρους ζώα που υφίστανται κακοποίηση. Όμως αυτές οι εξωτερικότητες δεν ενσωματώνονται στην τιμή του κρέατος και των άλλων ζωικών προϊόντων, ακριβώς επειδή σε πολλές χώρες οι γενναίες επιδοτήσεις κρατούν τα ζωικά προϊόντα τεχνητά φθηνά, διατηρώντας έτσι υψηλή τη ζήτηση και την προσφορά.
Ο βιγκανισμός είναι μια ελιτίστικη στάση ή μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι ευρύτερα συλλογικό;
Σήμερα ο βιγκανισμός τείνει πράγματι να συνδέεται με τη λευκή προνομιακότητα. Ωστόσο, επί χιλιετίες, το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης διατροφής σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν φυτικής βάσης· τα ζωικά προϊόντα αποτελούσαν εξαίρεση, ένα μικρό μόνο μέρος της δίαιτας, και αυτό εξακολουθεί να ισχύει σε πολλά μέρη του κόσμου. Υπό μία έννοια, λοιπόν, η χορτοφαγία και ο βιγκανισμός υπερβαίνουν τις συμβατικές αντιλήψεις περί προνομίου. Το αν ο βιγκανισμός κάποιου θα μετατραπεί σε ελιτισμό εξαρτάται από πολλούς άλλους παράγοντες της ζωής του.
Ωστόσο, ο βιγκανισμός δεν λύνει άλλες μορφές βίας. Με το να υπάρχουμε απλώς ως άνθρωποι σήμερα, ακόμη κι αν είμαστε οι πιο αφοσιωμένοι βίγκαν και περιβαλλοντιστές, παραμένουμε συνένοχοι σε πολυάριθμες άλλες μορφές βίας απέναντι σε ανθρώπους, μη ανθρώπινα όντα και στη φύση. Το παγκόσμιο οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε στηρίζεται στην εξόρυξη και στην καταστροφή. Τα μέταλλα των ηλεκτρονικών μας συσκευών, οι τρόποι μετακίνησής μας, οι πόλεις και οι υποδομές που κατοικούμε: όλα πατούν πάνω στη διαγραφή ή στη συντριβή άλλων. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ελαχιστοποιήσουμε τη βία μέσα σε ένα εγγενώς βίαιο σύστημα.
Αν κάνουμε την αναγκαία αφαίρεση και υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ενιαίο αντι-σπισιστικό κίνημα, πιστεύετε ότι μέσα σε αυτό υπάρχουν συγκεκριμένες απαντήσεις και εφαρμόσιμες προτάσεις που θα μπορούσαν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα ζώα από την εκμετάλλευση και τα βασανιστήρια;
Δεν έχουμε και δεν θα έχουμε ποτέ ένα ενιαίο αντι-σπισιστικό κίνημα. Όπως ακριβώς το αντιπολεμικό ή το περιβαλλοντικό κίνημα, έτσι και το κίνημα για τα δικαιώματα των ζώων είναι ετερογενές: διαφορετικές οπτικές, διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές δικαιοδοσίες, διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. Παρότι έχουν θεσπιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο πολυάριθμες προστασίες για τα ζώα, τα ζώα εξακολουθούν να θεωρούνται ιδιοκτησία σε όλες τις έννομες τάξεις, ενώ οι εμπορικοί τομείς που τα βλάπτουν παραμένουν κερδοφόροι. Αυτό κανονικοποιεί τη χρήση και την κακοποίησή τους.
«Ως το υποτιθέμενα ανώτερο είδος, έχουμε την ικανότητα -και το καθήκον- να μειώσουμε τη σφοδρότητα της βίας».
Σήμερα διαθέτουμε περισσότερα «χάνζαπλαστ» ή «αναισθητικά» -νόμους που προστατεύουν τα ζώα, ενώ ταυτόχρονα ανέχονται τη συνεχιζόμενη θανάτωση και εκμετάλλευσή τους-, αλλά το αν τα ζώα θα απελευθερωθούν ποτέ από τη βία είναι άλλο ζήτημα. Από τη στιγμή που η βία ελλοχεύει μέσα σε όλους μας και ενεργοποιείται ή μεγεθύνεται από βίαια κοινωνικά συστήματα -αποικιοκρατία, καπιταλισμός, ανθρωποκεντρισμός, σπισισμός, καρνισμός, ρατσισμός, σεξισμός κ.ά.-, δεν βλέπω έναν κόσμο απαλλαγμένο από τη βία. Η βία είναι στοιχείο τόσο του ανθρώπινου όσο και του μη ανθρώπινου κόσμου. Όμως, ως το υποτιθέμενα ανώτερο είδος, έχουμε την ικανότητα -και το καθήκον- να μειώσουμε τη σφοδρότητα και την έκτασή της.
Η υπεράσπιση των αισθανόμενων μη ανθρώπινων όντων προϋποθέτει ένα ορισμένο επίπεδο προνομίου, ιδίως σε μια εποχή κατά την οποία οι ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων διευρύνονται;
Σε εποχές όπου εκατομμύρια άνθρωποι σφαγιάζονται, εκτοπίζονται, πεινούν ή αρρωσταίνουν, ναι: το να έχει κανείς τον χρόνο και τον ψυχικό χώρο να υπερασπιστεί τα ζώα είναι ένα προνόμιο. Για πολλούς, η πίεση της ίδιας της επιβίωσης αποκλείει τη δυνατότητα να υπερασπιστούν άλλους. Ακριβώς γι’ αυτό, όσοι βρίσκονται σε θέση προνομίου έχουν καθήκον να αγωνιστούν για τους άλλους, ανθρώπινους και μη ανθρώπινους.
Η βία κατά των ανθρώπων και κατά των μη ανθρώπινων όντων αποτελεί ένα συνεχές: είτε μιλάμε για τη βιομηχανία των όπλων, είτε για τη βιομηχανική εκτροφή ζώων, είτε για το εμπόριο άγριας ζωής, το κέρδος είναι αυτό που κινεί τη βία. Η βία απέναντι σε ανθρώπους και μη ανθρώπινα όντα εμφανίζεται συχνά με παρόμοιες μορφές και επηρεάζει με ανάλογο τρόπο τα θύματά της. Η γνήσια ηθική και η γνήσια συμπόνια απαιτούν να αναγνωρίσουμε ότι τα ανθρώπινα και τα μη ανθρώπινα δικαιώματα είναι αδιαχώριστα.
Δεν μπορούμε να υπερασπιζόμαστε πειστικά τα ανθρώπινα δικαιώματα με πτώματα ζώων στα πιάτα μας. Και δεν μπορούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας υπερασπιστές των δικαιωμάτων των ζώων, ενώ ταυτόχρονα διολισθαίνουμε στη μισανθρωπία, αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τον ανθρώπινο πόνο ή κρατάμε ουδέτερη στάση απέναντι στη γενοκτονία, στα εγκλήματα πολέμου και στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Δεν μπορούμε να καταδικάζουμε μία μορφή βίας και ταυτόχρονα να παραμένουμε συνένοχοι σε μια άλλη. Δυστυχώς, η επιλεκτική ενσυναίσθηση είναι διαδεδομένη.