Οι πιο καθοριστικές συγκρούσεις της εποχής μας δεν αρχίζουν πάντοτε στα σύνορα ή στα πεδία των μαχών. Εκτυλίσσονται ολοένα περισσότερο μέσα στα συστήματα που κρατούν σε κίνηση την παγκόσμια οικονομία: στις θαλάσσιες οδούς, στους ενεργειακούς διαδρόμους, στα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις κρίσιμες υποδομές που στηρίζουν το διεθνές εμπόριο.
Για μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιστορίας, η ισχύς οριζόταν κυρίως με εδαφικούς όρους. Τα κράτη μετρούσαν τη δύναμή τους μέσω της επικράτειας, του πληθυσμού, της βιομηχανικής βάσης και της στρατιωτικής ισχύος τους. Η στρατηγική αφορούσε τον έλεγχο του χώρου, την υπεράσπιση των συνόρων και την προβολή ισχύος πάνω στη φυσική γεωγραφία.
Αυτό το πλαίσιο δεν έχει εξαφανιστεί. Δεν αρκεί όμως πλέον από μόνο του.
Η μεγάλη μετατόπιση της εποχής μας είναι ότι η ίδια η αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε πηγή ισχύος αλλά και σε πηγή ευαλωτότητας. Τα δίκτυα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κυρίως εργαλεία αποτελεσματικότητας αντιμετωπίζονται πλέον και ως εργαλεία πίεσης. Η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί απλώς το υπόβαθρο του ανταγωνισμού. Γίνεται σταδιακά ένα από τα βασικά του πεδία.
Αυτό σημαίνει ότι η ισχύς δεν ασκείται μόνο με τον άμεσο έλεγχο εδάφους, αλλά και μέσω της θέσης μέσα στα συστήματα που επιτρέπουν στην οικονομική και πολιτική ζωή να λειτουργεί. Όποιος μπορεί να επηρεάζει τη ροή της ενέργειας, της ναυτιλίας, της χρηματοδότησης, των κρίσιμων εισροών και της διασύνδεσης αποκτά επιρροή πολύ πέρα από τα σύνορά του.
Η νέα αυτή πραγματικότητα δεν εκφράζεται απαραίτητα μέσα από κατάκτηση. Εκφράζεται συχνά μέσω διατάραξης, περιορισμού, καθυστέρησης, ανακατεύθυνσης και επιλεκτικής πρόσβασης. Μια παρέμβαση σε ένα κρίσιμο σημείο του συστήματος μπορεί να επιφέρει συνέπειες δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με το αρχικό σημείο πίεσης. Μπορεί να αυξήσει το κόστος μεταφοράς, να αλλάξει τους όρους ασφάλισης, να επηρεάσει αλυσίδες παραγωγής, να διαμορφώσει προσδοκίες στις αγορές και να αναγκάσει κράτη και επιχειρήσεις να αναθεωρήσουν τις στρατηγικές τους.
Αυτή είναι η νέα γεωπολιτική σημασία των υποδομών.
Ό,τι μέχρι χθες έμοιαζε με ουδέτερη εμπορική αρχιτεκτονική αποκτά πλέον σαφές στρατηγικό βάρος. Τα λιμάνια δεν είναι απλώς κόμβοι logistics. Τα θαλάσσια περάσματα δεν είναι απλώς οδοί διέλευσης. Τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα δεν είναι μόνον τεχνικοί μηχανισμοί συναλλαγών. Οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας και μεταφοράς δεν είναι απλώς στοιχεία της βιομηχανικής αλυσίδας. Σε μια εποχή εντεινόμενου ανταγωνισμού, όλα αυτά μπορούν να μετατραπούν σε εργαλεία επιρροής.
Η ενέργεια παραμένει στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής. Η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται από την ασφαλή μετακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω διαδρομών που παραμένουν ευάλωτες. Όταν αυξάνεται η πίεση γύρω από κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους, οι επιπτώσεις είναι άμεσες: οι ναύλοι ανεβαίνουν, τα ασφάλιστρα αναπροσαρμόζονται, οι ροές επανεξετάζονται και η πολιτική διάσταση της οικονομικής διασύνδεσης γίνεται εντονότερη.
Το σύστημα συνήθως δεν καταρρέει. Προσαρμόζεται υπό πίεση.
Τα φορτία ανακατευθύνονται. Οι μεσάζοντες πολλαπλασιάζονται. Εμφανίζονται εναλλακτικά κανάλια. Τα στρατηγικά αποθέματα αποκτούν μεγαλύτερη αξία. Η ευαλωτότητα δεν εξαφανίζεται· μετατοπίζεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά με μεγαλύτερο κόστος, μικρότερη αποτελεσματικότητα και αυξημένη ευθραυστότητα.
Η θαλάσσια διάσταση είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική. Ένα σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου και της ενεργειακής τροφοδοσίας διέρχεται από περιορισμένο αριθμό στενών και ευαίσθητων περασμάτων. Τα Στενά του Ορμούζ, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, η διαδρομή του Σουέζ και τα Στενά της Μαλάκκας δεν είναι απλώς γεωγραφικά σημεία στον χάρτη. Είναι κομβικοί ρυθμιστές της παγκόσμιας κυκλοφορίας.
Για την Ευρώπη, και ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση. Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, η ανθεκτικότητα των διαδρόμων μεταφοράς, το μέλλον της ενεργειακής διαμετακόμισης και η σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου συνδέονται πλέον άμεσα με τη συνολική δομή του διεθνούς ανταγωνισμού. Μια χώρα με ισχυρή ναυτιλιακή παράδοση και με γεωγραφική θέση που ενώνει την Ευρώπη με τη Μεσόγειο και ευρύτερες θαλάσσιες ζώνες δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει αυτά τα ζητήματα μόνο με εμπορικούς όρους. Αποτελούν πλέον μέρος της στρατηγικής πραγματικότητας.
Το ίδιο ισχύει και πέρα από την ενέργεια και τη ναυτιλία. Η συγκέντρωση της επεξεργασίας κρίσιμων ορυκτών, βασικών βιομηχανικών εξαρτημάτων και προηγμένων τεχνολογικών εισροών σε μικρό αριθμό χωρών έχει δημιουργήσει ασυμμετρίες που για χρόνια υποτιμήθηκαν. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως αποτελεσματικός διεθνής καταμερισμός εργασίας αποκαλύπτεται ολοένα περισσότερο ως στρατηγική εξάρτηση.
Το δίδαγμα δεν είναι ότι κάθε εξάρτηση είναι κατ’ ανάγκην επικίνδυνη ούτε ότι η αυτάρκεια αποτελεί ρεαλιστική λύση. Το δίδαγμα είναι ότι η υπερσυγκέντρωση σε κρίσιμα σημεία της παραγωγής, της επεξεργασίας, της μεταφοράς ή της χρηματοδότησης δημιουργεί μοχλούς επιρροής με σαφή γεωπολιτική αξία.
Παράλληλα, και το χρηματοπιστωτικό επίπεδο παραμένει καθοριστικό. Η πρόσβαση στο δολαριακό σύστημα και στους δυτικούς θεσμούς εξακολουθεί να προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες και στους εταίρους τους σημαντική διαρθρωτική ισχύ. Αυτή η ισχύς παραμένει μεγάλη. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη χρήση κυρώσεων και περιορισμών ενθαρρύνει και προσαρμοστικές αντιδράσεις: τοπικά νομίσματα, παράλληλα κανάλια πληρωμών, πιο αδιαφανείς διαμεσολαβήσεις, εναλλακτικούς μηχανισμούς διακανονισμού.
Εδώ αναδεικνύεται ένα από τα βασικά παράδοξα της νέας εποχής. Τα εργαλεία πίεσης μπορούν να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά, ιδίως βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα όμως, η υπερβολική εξάρτηση από αυτά μπορεί να επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών. Η ισχύς παραμένει πραγματική, αλλά η επαναλαμβανόμενη χρήση της μεταβάλλει σταδιακά και το ίδιο το σύστημα πάνω στο οποίο στηρίζεται.
Ο σύγχρονος ανταγωνισμός, επομένως, δεν αφορά μόνο το ποιος διαθέτει περισσότερους πόρους ή ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις. Αφορά και το ποιος κατέχει πλεονεκτική θέση μέσα στα δίκτυα μέσω των οποίων κινούνται οι πόροι, ποιος μπορεί να απορροφά κραδασμούς, ποιος μπορεί να ανακατευθύνει ροές και ποιος μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όταν κρίσιμοι σύνδεσμοι τίθενται υπό πίεση.
Γι’ αυτό και τα παραδοσιακά μέτρα ισχύος, όσο αναγκαία κι αν παραμένουν, δεν επαρκούν πλέον από μόνα τους. Η επικράτεια, η στρατιωτική δυνατότητα και ο πληθυσμός εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις παράγοντες. Στον 21ο αιώνα όμως, το στρατηγικό πλεονέκτημα εξαρτάται και από κάτι λιγότερο ορατό: την ικανότητα αποτελεσματικής λειτουργίας μέσα σε έναν κόσμο διαχειριζόμενης αλληλεξάρτησης.
Αυτό δεν συνιστά το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Συνιστά τη μετάλλαξή της.
Ο διασυνδεδεμένος κόσμος των τελευταίων δεκαετιών δεν εξαφανίζεται. Γίνεται πιο πολιτικοποιημένος, πιο αμφισβητούμενος και πιο στρατηγικός. Η αλληλεξάρτηση παραμένει, αλλά παύει να σημαίνει αποκλειστικά αμοιβαίο όφελος. Σημαίνει όλο και περισσότερο και αμοιβαία έκθεση σε κινδύνους.
Η μετατόπιση αυτή έχει συνέπειες όχι μόνο για τα κράτη, αλλά και για τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και τις κοινωνίες. Η ανθεκτικότητα δεν είναι πια απλώς τεχνικό ή διαχειριστικό ζήτημα. Μετατρέπεται σε στρατηγικό. Η διαφοροποίηση, η εφεδρεία, η ασφαλής πρόσβαση σε κρίσιμες εισροές και η προστασία της φυσικής και χρηματοπιστωτικής συνδεσιμότητας αποκτούν πλέον χαρακτήρα εθνικής ισχύος.
Το τοπίο που αναδύεται δεν είναι ούτε επιστροφή στην κλασική γεωπολιτική με την παλαιά της μορφή ούτε συνέχιση της αισιόδοξης παγκοσμιοποίησης του ύστερου 20ού αιώνα. Είναι κάτι πιο σύνθετο: ένας κόσμος όπου ο ανταγωνισμός και η αλληλεξάρτηση συνυπάρχουν, και όπου τα ίδια τα συστήματα που στηρίζουν την ευημερία μετατρέπονται ταυτόχρονα και σε μέσα πίεσης.
Τα σημεία ανάφλεξης μπορεί να είναι περιφερειακά. Οι επιπτώσεις τους όμως είναι παγκόσμιες.
Στα χρόνια που έρχονται, η ισχύς θα ανήκει λιγότερο σε όσους απλώς κατέχουν έδαφος και περισσότερο σε όσους μπορούν να εξασφαλίσουν θέση, να διατηρήσουν ανθεκτικότητα και να αντέξουν τη διαταραχή μέσα στα συστήματα που κρατούν σε κίνηση την παγκόσμια οικονομία.
