Ενώ ο τηλεφωνητής μάς έχει πια αφήσει χρόνους, περνώντας στην ιστορία, τα φωνητικά μηνύματα γνωρίζουν ολοένα και μεγαλύτερη επιτυχία.
Στοιχεία που δημοσιεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 2025 αποκάλυψαν ότι αποστέλλονται 9 δισεκατομμύρια φωνητικά μηνύματα καθημερινά· μια παγκόσμια έρευνα της Statista, στην οποία συμμετείχαν 14.000 άτομα, έδειξε ότι σε μόλις έναν χρόνο ο μέσος άνθρωπος αφιερώνει σχεδόν 150 ώρες στην αποστολή και λήψη φωνητικών μηνυμάτων.
Απόλυτα κατανοητό γιατί γνωρίζουν τέτοια «άνθιση» σε μια εποχή που τρέχει κι εμείς τρέχουμε να (την) προλάβουμε. Πρόκειται για έναν βολικό τρόπο να διατηρούμε επαφή, εξαλείφοντας την αμφισημία στον τόνο που μπορεί να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις μέσω μηνυμάτων ή email.
Το να ακούμε τη φωνή φίλων και συγγενών, οι οποίοι ενδεχομένως ζουν πολύ μακριά μας, μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε ότι εκμηδενίζουμε τις αποστάσεις.
Φωνητικά μηνύματα, η επέλαση
Η έρευνα διαπίστωσε ότι η συχνότητα των αλληλεπιδράσεων μέσω φωνητικών μηνυμάτων έχει αυξηθεί κατά 7% σε ετήσια βάση, ενώ η διάρκεια τους έχει αυξηθεί κατά 8%.
Περίπου το 55% των ερωτηθέντων παραδέχτηκε ότι «συχνά» ξεχνά να ακούσει τις φωνητικές σημειώσεις· το 22% δήλωσε ότι έχει βαρεθεί να ακούει μακροσκελείς σημειώσεις· ενώ το 15% χαρακτήρισε την εμπειρία ως «αγγαρεία».
Και πέρα από αυτά -που είναι ήδη αρκετά- υπάρχουν και πρακτικά μειονεκτήματα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανατρέξει κανείς σε λεπτομέρειες σχετικά με το πότε και πού θα πραγματοποιηθεί μια συνάντηση, όταν αυτές είναι θαμμένες κάτω από ένα εκτενές συνονθύλευμα λέξεων που περιλαμβάνει τα νέα της ημέρας, δύο παράπονα, τρεις ερωτήσεις για ένα πρότζεκτ που τρέχει και μια αναφορά στο σκυλάκι που μόλις υιοθετήσατε από ένα καταφύγιο ζώων.
Η μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης αποτελεί επίσης εμπόδιο. Από το 88% των ερωτηθέντων που δήλωσαν ότι συχνά ξεχνούν τι ακριβώς ειπώθηκε κατά τη διάρκεια ενός φωνητικού μηνύματος, το 37% είχε αποσπαστεί στη μέση της συνομιλίας, ενώ το 30% απέδωσε το γεγονός στο ότι δεν θυμόταν το περιεχόμενο στη διάρκεια του φωνητικού μηνύματος.
«Θύματα» οι πραγματικές σχέσεις
Η συνήθεια των φωνητικών μηνυμάτων φαίνεται ότι επηρεάζει τις πραγματικές σχέσεις. Καθώς η δημοτικότητα των φωνητικών μηνυμάτων έχει αυξηθεί, η χρήση των τηλεφωνικών κλήσεων έχει σημειώσει κατακόρυφη πτώση, ιδίως στις νεότερες γενιές.
Έρευνες δείχνουν ότι η Gen Ζ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα μηνύματα κειμένου ή στην αποστολή φωνητικών μηνυμάτων ως κύριο μέσο επικοινωνίας, με το ένα τέταρτο των ατόμων ηλικίας 18 έως 34 ετών να παραδέχεται ότι δεν απαντά ποτέ σε εισερχόμενες κλήσεις, σύμφωνα με μια έρευνα της USwitch του 2024.
Εν τω μεταξύ, το 52% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι τα φωνητικά μηνύματα αντικαθιστούσαν κυριολεκτικά τις διαπροσωπικές επαφές, με το ποσοστό αυτό να φτάνει το 60% μεταξύ των μελών της Gen Ζ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα: σχεδόν το ήμισυ (49%) των ερωτηθέντων δήλωσε ότι είχε περάσει μερικές φορές ολόκληρο το βράδυ στέλνοντας φωνητικά μηνύματα σε έναν φίλο αντί να τον συναντήσει από κοντά. Την ίδια στιγμή παράδοξο είναι ότι το 54% ανέφερε ότι οι πιο ικανοποιητικές συνομιλίες γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο.
Ένας μονόλογος στο κενό
Σε αντίθεση με ένα τηλεφώνημα ή μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο, τα φωνητικά μηνύματα δεν αποτελούν καθόλου συνομιλία. Μια μορφή επικοινωνίας μονής κατεύθυνσης, ένας μονόλογος στο κενό στον οποίο ο αποστολέας παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Δεν υπάρχει χώρος για ενδεχόμενη παρεμβολή του παραλήπτη, ο οποίος δεν μπορεί να αντιδράσει ή να απαντήσει σε πραγματικό χρόνο. Αναφερόμαστε περισσότερο σε μια μετάδοση, παρά σε μια πραγματική συνομιλία που θα ήταν και το ζητούμενο.
Δεν είναι περίεργο που το 76% των ανθρώπων λέει ότι τα φωνητικά μηνύματα τείνουν να είναι «εγωκεντρικά».
Το πραγματικό θύμα σε όλη αυτή την ιστορία ίσως να είναι η ικανότητά μας να διατηρούμε μια αμφίδρομη συζήτηση. Υπάρχει λόγος που την αποκαλούμε «τέχνη» της συνομιλίας – γιατί, όταν γίνεται σωστά, είναι όντως τέχνη, ένας λεπτός και επιδέξιος χορός επικοινωνίας.
Η «ζωντανή» εκδοχή ενός φωνητικού μηνύματος μοιάζει, σε σύγκριση, απίστευτα επίπεδη και μονότονη. Η επιστήμη έχει δείξει ότι όσο πιο αφοσιωμένοι είμαστε κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, τόσο υψηλότερη είναι η αντιληπτή ποιότητα της συνομιλίας.
Σύμφωνα με έρευνα, οι συμμετέχοντες σε speed dating που έκαναν περισσότερες ερωτήσεις παρακολούθησης είχαν περισσότερες πιθανότητες να κλείσουν δεύτερο ραντεβού.
Για παράδειγμα, η αποτελεσματική ακρόαση, η οποία περιλαμβάνει σύντομα διαλείμματα κατά τη διάρκεια των συνομιλιών καθώς οι συμμετέχοντες επεξεργάζονται πραγματικά ό,τι λέγεται πριν απαντήσουν, συνδέεται με υψηλότερη ικανοποίηση και περισσότερα συναισθήματα σύνδεσης.
Σε καμία περίπτωση δεν δαιμονοποιούμε τις φωνητικές συνομιλίες, μπορούν όμως να φροντίσουμε να παραμένουν συμπληρωματικές των συνομιλιών στην πραγματική ζωή.
Με πληροφορίες από The Independent
