Πικροδάφνη: Μεταξύ επιστήμης, περιβάλλοντος και υπερβολής

Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι αναμφίβολα προτεραιότητα. Ωστόσο, οι αποφάσεις που αφορούν το περιβάλλον οφείλουν να λαμβάνονται με επιστημονική τεκμηρίωση, ψυχραιμία και σεβασμό προς το οικοσύστημα των πόλεων

Ενώ η ανθρωπότητα κρατά την ανάσα της παρακολουθώντας τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, στην Ελλάδα ανακαλύψαμε μέσω του ΕΟΔΥ έναν νέο δημόσιο κίνδυνο: την πικροδάφνη. Η πρόσφατη σύσταση για την οριζόντια απομάκρυνση της πικροδάφνης (Nerium oleander) από σχολεία, πάρκα και δημόσιους χώρους προκάλεσε έντονη ανησυχία και αντιδράσεις στον χώρο των γεωτεχνικών επιστημόνων και των επαγγελματιών του αστικού πρασίνου. Η πρόταση για μαζική εκρίζωση ενός τόσο διαδεδομένου φυτικού είδους δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική απόφαση διαχείρισης φυτεύσεων· συνιστά μια επιλογή με σημαντικές περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνέπειες.

Η πικροδάφνη αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του ελληνικού τοπίου. Πρόκειται για ένα αυτοφυές, αειθαλές φυτό, εξαιρετικά ανθεκτικό στις συνθήκες ξηρασίας, υψηλών θερμοκρασιών και ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε δρόμους, ρέματα, πάρκα και δημόσιους χώρους. Παράλληλα, συμβάλλει σημαντικά στη σταθεροποίηση εδαφών, στη συγκράτηση μικροσωματιδίων και στη διατήρηση της αστικής βιοποικιλότητας. Σε μια εποχή όπου η κλιματική κρίση και τα φαινόμενα αστικής υπερθέρμανσης αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα, η διατήρηση ανθεκτικών ειδών αστικού πρασίνου είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα των πόλεων.

Βεβαίως, είναι γνωστό από την αρχαιότητα ότι η πικροδάφνη διαθέτει τοξικά συστατικά, κυρίως καρδιακούς γλυκοζίτες. Όπως φανερώνει και το όνομα τους, πρόκειται για συστατικά που επιδρούν στην καρδιακή λειτουργία. Από την άλλη όμως πλευρά και όπως αποτυπώνεται και στη σχετική βιβλιογραφία της σχετικής οδηγίας, τα περιστατικά δηλητηρίασης από κατανάλωση πικροδάφνης στην Ευρώπη είναι εξαιρετικά σπάνια και συνήθως αφορούν απόπειρες αυτοκτονίας. Άλλωστε, χιλιάδες φυτικά είδη, ακόμα και εδώδιμα, έχουν τοξικές ιδιότητες που μπορούν να αποβούν μοιραίες, όπως για παράδειγμα τα κουκιά.

Δεν πρέπει επίσης να μας διαφύγει το γεγονός ότι η προτεινόμενη εκρίζωση θα είχε και σημαντικό οικονομικό κόστος. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει η Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Γεωτεχνικών & Επιχειρήσεων Πρασίνου (Π.Ε.Ε.Γ.Ε.Π.) , η αντικατάσταση εκατομμυρίων φυτών θα επιβάρυνε σοβαρά τους προϋπολογισμούς των δήμων και του κράτους, την ώρα που η πικροδάφνη αποτελεί ένα από τα πιο οικονομικά και χαμηλής συντήρησης είδη για τις αστικές φυτεύσεις. Παράλληλα, μια τέτοια μαζική απομάκρυνση θα ερχόταν σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές για την κλιματική ουδετερότητα, οι οποίες προβλέπουν όχι τη μείωση αλλά την ενίσχυση του αστικού πρασίνου μέχρι το 2030. Αντιπροτείνει δε την ενημέρωση και την εκπαίδευση ως αποτελεσματικότερων μέτρων έναντι της συλλήβδην ερημοποίησης του αστικού και ιδιαίτερα του σχολικού περιβάλλοντος.

Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι αναμφίβολα προτεραιότητα. Ωστόσο, οι αποφάσεις που αφορούν το περιβάλλον οφείλουν να λαμβάνονται με επιστημονική τεκμηρίωση, ψυχραιμία και σεβασμό προς το οικοσύστημα των πόλεων. Η πικροδάφνη δεν είναι ένα πρόβλημα προς εξάλειψη, αλλά μέρος της λύσης για πιο ανθεκτικές, πράσινες και βιώσιμες πόλεις.

Ο Σπύρος Κίντζιος είναι Καθηγητής, Πρύτανης στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version