Τελικά η τεχνητή νοημοσύνη θα μας σώσει ή θα μας αφανίσει;

Οσο βλέπουμε στην ΤΝ ευκαιρίες για πειραματισμό, παιχνίδι και κυρίως ανθρώπινη επικοινωνία, είμαι αισιόδοξος ότι, αν και πολιορκημένοι, είμαστε ελεύθεροι

«Τελικά η τεχνητή νοημοσύνη θα μας σώσει ή θα μας αφανίσει;» Αυτή είναι η συχνότερη ερώτηση που δέχομαι όταν αναφέρω την ιδιότητά μου. Η ερώτηση είναι εύλογη και αντικατοπτρίζει την κοινή αντίληψη για τις τεχνολογίες που, ίσως καταχρηστικά, αποκαλούμε τεχνητή νοημοσύνη, ότι είναι απίθανα ισχυρές, αλλά και εγγενώς απρόβλεπτες. Πίσω από την αντίληψη αυτή κρύβεται ένα διττό αφήγημα, είτε μεσσιανικό είτε καταστροφολογικό. Το αξιοπρόσεκτο είναι πως η αντίληψη αυτή συντηρείται από τη σύγχρονη τεχνολογική ελίτ και τους αυλικούς της. Θα περίμενε κανείς αυτοί να είναι οι τελευταίοι που θα υιοθετούσαν ένα τέτοιο δογματικό αφήγημα, που δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί ή να απορριφθεί επιστημονικά. Γιατί το κάνουν; Πέρα από την αντικειμενική πιθανότητα να σωθούμε ή να αφανιστούμε από την τεχνητή νοημοσύνη (ή, το πιθανότερο, τίποτε από τα δύο) υπάρχει η υποκειμενική διαπίστωση ότι το αφήγημα πουλάει. Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη έχουν πλέον ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Σαμ Αλτμαν, ιδρυτής της OpenAI και για πολλούς το πρόσωπο της σύγχρονης τεχνητής νοημοσύνης, χρησιμοποιεί σε κάθε ευκαιρία τόσο τις μεσσιανικές όσο και τις καταστροφολογικές εκδοχές του αφηγήματος για να προσελκύει εκατοντάδες δισεκατομμύρια επενδύσεων. Αυτός και οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων έχουν την αμέριστη υλική και άυλη στήριξη των κολοσσών της τεχνο-λογίας, των λεγόμενων Magnificent 7 (Google, Apple, Microsoft, Nvidia, Meta, Tesla, Amazon). Έχουν επίσης αποκλειστική πρόσβαση στα πιο ευαίσθητα δεδομένα των περισσότερων από εμάς (μόνο το ChatGPT έχει 800 εκατομμύρια χρήστες). Το σύνολο της ψηφιακής μας παρουσίας εποπτεύεται, αναλύεται και αξιοποιείται με ελάχιστη ή καθόλου δημόσια εποπτεία.

Τα δεδομένα που παράγουμε όσο δουλεύουμε, βλέπουμε ταινίες ή ακούμε μουσική δεν είναι μόνο το τίμημα που πληρώνουμε για τη χρήση των υπηρεσιών. Είναι και το ίδιο το προϊόν της εργασίας μας. Παλιότερα η παραγωγή συνέβαινε στο χωράφι ή στο εργοστάσιο. Σήμερα συμβαίνει στην οθόνη του κινητού, όσο κάνουμε scrolling. Δεν είμαστε απλώς χρήστες. Είμαστε εργάτες δεδομένων που δεν πληρώνονται ποτέ. Την ίδια στιγμή, η τεχνολογία φτάνει σε ολοένα πιο οικείες πτυχές της ζωής μας.

Τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μια ραγδαία ανάπτυξη νέων μηχανών ψηφιακής συντροφικότητας, όπως οι ψηφιακοί κλώνοι υπαρκτών προσώπων και οι ψηφιακοί ερωτικοί σύντροφοι. Παρότι μόνο οι πάροχοι γνωρίζουν με ακρίβεια πόσοι χρησιμοποιούν τις εφαρμογές σαν ψυχοθεραπευτή, φίλο ή ερωτικό σύντροφο, είναι σαφές ότι η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά. Εφαρμογές που φάνταζαν επιστημονική φαντασία πριν λίγα χρόνια, είναι σήμερα από συνηθισμένες έως μπανάλ.

Οι κίνδυνοι για τους χρήστες είναι πολύπλευροι. Οταν κάτι πάει στραβά, πράγμα καθόλου σπάνιο ή ασυνήθιστο, οι πάροχοι αυτών των εφαρμογών προβάλλουν τον ισχυρισμό πως οι τεχνολογίες τους είναι από τη φύση τους «μαύρα κουτιά», δηλαδή απροσπέλαστες και αδιαφανείς, με συχνά απρόσμενες συνέπειες. Πώς είναι δυνατόν να είναι κανείς ηθικά ή νομικά υπαίτιος για το απρόβλεπτο ή το αναπόφευκτο;

Γυρίζουμε έτσι στην αρχική ερώτηση, και στο μοιρολατρικό αφήγημα που θεοποιεί την τεχνολογία και αφαιρεί από εμάς κάθε βούληση. Δεν είναι η πρώτη φορά που η έλευση μιας νέας τεχνολογίας διχάζει. Στον Φαίδρο του Πλάτωνα, ο Σωκράτης αφηγείται τον διάσημο Μύθο της Γραφής. Σύμφωνα με τον Μύθο, ο Αιγύπτιος θεός Θευθ δωρίζει τις τέχνες των μαθηματικών, της γεωμετρίας, της αστρονομίας, και κυρίως της γραφής στον βασιλιά Θαμούθ, ώστε να τις μοιραστεί με τον λαό της Αιγύπτου. Ιδιαίτερα η γραφή, παρουσιάζεται ως «φάρμακο της μνήμης» που θα κάνει τους Αιγύπτιους σοφότερους. Ο Θαμούθ όμως δεν είναι τόσο σίγουρος. Αντιτείνεται στον Θευθ πως το δώρο του θα δώσει στους Αιγύπτιους μόνο την «επίφαση της σοφίας» και δεν θα αυξήσει πραγματικά τη μνήμη τους, αφού πλέον δεν θα χρειάζεται να μνημονεύουν, παρά μόνο να καταγράφουν. Είναι η γραφή φάρμακο της μνήμης ή μήπως δηλητήριο; Αυτή η διφορούμενη στάση φαίνεται να συνοδεύει την έλευση κάθε νέας τεχνολογίας.

Το ζητούμενο για εμάς είναι να ωριμάσουμε συλλογικά και προσωπικά, ώστε και αυτή η νέα τεχνολογία που αποκαλούμε τεχνητή νοημοσύνη να δουλεύει προς όφελος του ανθρώπου και όχι το αντίστροφο. Πώς όμως; Πρώτον, μπορούμε να διεκδικήσουμε το προϊόν της εργασίας μας, δηλαδή τα δεδομένα που παράγουμε. Αντίθετα με τους φυσικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, τα ψηφιακά δεδομένα παράγονται τοπικά και μεταφέρονται εύκολα. Η αποκέντρωση της χρήσης και αποθήκευσης δεδομένων είναι η πιο ρεαλιστική πολιτική επιλογή, ειδικά για χώρες του μεγέθους και της γεωγραφικής και πολιτιστικής πολυμορφίας της Ελλάδας.

Για να γίνει αυτό, πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε τόσο τα δεδομένα όσο και την τεχνολογική υποδομή γύρω τους ως κοινά ψηφιακά αγαθά. Δεύτερον, μπορούμε να ανακτήσουμε την κυριότητα στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Οταν ένα εργαλείο χρησιμοποιείται άβουλα, γίνεται από ωφέλιμο βλαβερό. Το ίδιο συμβαίνει και με τις σύγχρονες τεχνολογικές εφαρμογές, ειδικά εκείνες που «κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη». Οταν, στον βωμό της ευκολίας και της άνεσης, αναθέτουμε σε μία μηχανή κάτι που αποφεύγουμε (π.χ. να γράψει ένα άρθρο), δεν απαλλασσόμαστε μόνο από τον κόπο. Τελικά εκχωρούμε στη μηχανή τη χαρά της συγγραφής και την ουσιαστική κυριότητα του έργου. Αντίθετα, όσο χρησιμοποιούμε την τεχνολογία συνειδητά για να εμπλουτίσουμε τους δικούς μας συλλογισμούς η κυριότητα παραμένει σ’ εμάς.

Η υβριδική δημιουργία, αποτέλεσμα διαλόγου ανθρώπου-μηχανής είναι σίγουρα προτιμότερη της ανάθεσης. Τρίτον, η έλευση των «έξυπνων μηχανών» μάς ωθεί να επαναδιατυπώσουμε το ανθρώπινο. Από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι σήμερα, ορίζουμε και διαχωρίζουμε τον άνθρωπο από την υπόλοιπη φύση με κριτήριο τη λογική. Πλέον δεν συγκρινόμαστε με τη φύση που υπάρχει μαζί αλλά και ανεξάρτητα από εμάς. Συγκρινόμαστε με τις μηχανές που εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» μας. Ισως σήμερα ο άνθρωπος δεν είναι πια το ζώο που έχει λόγο, αλλά η μηχανή που έχει σώμα και συνείδηση, φαντάζεται, πονάει, αγαπάει και όσο και αν προσπαθεί, αδυνατεί να εξηγήσει τον ίδιο της εαυτό. Στο καφενείο του χωριού που μένω, οι θαμώνες ζητούν από το ChatGPT να τους πει το φλιτζάνι του καφέ, και φυσικά γελούν με τις απαντήσεις.

Οσο βλέπουμε στην τεχνητή νοημοσύνη ευκαιρίες για πειραματισμό, παιχνίδι και κυρίως ανθρώπινη επικοινωνία, είμαι αισιόδοξος ότι, αν και πολιορκημένοι, είμαστε ελεύθεροι.

*Ο Φίλιππος Σταματίου είναι φιλόσοφος. Εργάζεται στο Κέντρο Φιλοσοφίας της Τεχνητής Νοημοσύνης του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version