Πώς δημιουργήθηκε η συλλογή των 163 φωτογραφιών από τους Γερμανούς κατά την Κατοχή, που θέλει να αγοράσει το ελληνικό κράτος

Οι φωτογραφίες που έχει ο συλλέκτης Τιμ ντε Κρεν είναι δημιούργημα της οργανωμένης ναζιστικής προπαγάνδας και αποτυπώνουν τόσο τις γερμανικές θηριωδίες στην Κατοχή όσο και τον τρόπο με τον οποίο ο κατακτητής κατασκεύαζε την εικόνα της «επιτυχίας» του στην Ελλάδα.

Πώς δημιουργήθηκε η συλλογή των 163 φωτογραφιών από τους Γερμανούς κατά την Κατοχή, που θέλει να αγοράσει το ελληνικό κράτος

Με τη χθεσινή κήρυξη της φωτογραφικής συλλογής Τ. de Craene/H. Heuer, που περιλαμβάνει τις τελευταίες στιγμές των 200 εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, ως μνημείο, το «Υπουργείο Πολιτισμού αποκτά το έρεισμα για να την διεκδικήσει και να την αποκτήσει εκ μέρους του ελληνικού κράτους», κατά πώς δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.

Δηλαδή το ΥΠΠΟ επιδιώκει την αγορά του συνόλου της συλλογής των φωτογραφιών, οι οποίες υπολογίζονται στις 163 και όχι μόνο των 12 που βγήκαν σε δημοπρασία στο e-bay.de.

Συγκεκριμένα οι 12 φωτογραφίες των εκτελεσμένων κρατουμένων στην Καισαριανή, εμφανίστηκαν το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου στη διαδικτυακή πλατφόρμα δημοπρασιών από τον  Βέλγο συλλέκτη Τιμ ντε Κρεν, ο οποίος της προσέφερε για πώληση μέσω της εταιρείας του Crain’s Militaria (https://www.crainsmilitaria.com/). Ο ίδιος θεωρείται σημαντικός στον χώρο που δραστηριοποιείται με στατικά που αγγίζουν την πώληση 1350 τεκμηρίων από τη μεριά του.

Οι φωτογραφίες εν προκειμένω που απεικονίζουν τα πρόσωπα των ανθρώπων που βαδίζουν προς την εκτέλεση, αλλά και τα κτίρια του Στρατοπέδου Συγκέντρωσης Χαϊδαρίου όπου κρατούνταν, άγγιξαν την τιμή των 1200-2000 ευρώ προς πώληση από την αρχική τιμή των 40 ευρώ. Η χειρόγραφη σημείωση στο πίσω μέρος τους, Athen 1.5.44 είναι ένα  στοιχείο που προκαλεί εντύπωση, δείχνοντας ότι πρόκειται για κάποιους από τους 200 κρατούμενους οι οποίοι εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.

Την συλλογή των 163 φωτογραφιών είχε συγκροτήσει ο τότε Υπολοχαγός της Βέρμαχτ Χέρμαν Χόιερ (Hermann Heuer) από περιοχές της κατεχόμενης Ευρώπης. Οι φωτογραφίες των εκτελεσμένων Ελλήνων στην Καισαριανή έχουν αποσυρθεί, αλλά παραμένει προς πώληση η υπόλοιπη συλλογή των φωτογραφιών. Από αυτές τις φωτογραφίες, 5 απεικονίζουν τα κτίρια του Χαϊδαρίου ενώ άλλες 5 δείχνουν στιγμιότυπα από την εκτέλεσή των 200.

Μέχρι στιγμής τα ονόματα αυτών που έχουν ταυτοποιηθεί από διαφορετικούς ιστορικούς είναι τα εξής: Βασίλης Παπαδήμας, Ηλίας Ρίζος, Σπήλιος Αμπελογιάννης.

Θυμίζουμε ότι η συλλογή Τ. de Craene/H. Heuer κηρύχθηκε μνημείο στο σύνολό της «λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της, ως τεκμήριο διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων με εργαλείο την εικόνα, από την πλευρά των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής, στην Ελλάδα». Την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Πολιτισμού θα συναντηθούν με τον συλλέκτη Τιμ ντε Κρεν στην έδρα του, στο Έβεργκεμ του Βελγίου, προκειμένου να διαπιστώσουν την αυθεντικότητα της συλλογής από κοντά, για να προχωρήσουν οι διαδικασίες της απόκτησής της από το ελληνικό κράτος

Πώς δημιουργήθηκε η συλλογή φωτογραφιών του Χέρμαν Χόιερ

Ο Χόιερ υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας την περίοδο 1943-44. Ο ίδιος είχε την εντολή να παρακολουθήσει, ή και να συνδράμει στην εκτέλεση των 200 Ελλήνων κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Χόιερ δεν ζει πια εδώ και αρκετά χρόνια ενώ η συλλογή των φωτογραφιών του, από χώρες που κατακτήθηκαν από τους ναζί, όπως το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ελλάδα όπου υπηρέτησε, βρέθηκε στην κατοχή του Τιμ ντε Κρεν.

Οι φωτογραφίες με τους Έλληνες κρατουμένους αποτελούν σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καθώς «δίνουν πρόσωπο στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν την εκτέλεσή τους».

Παράλληλα, το αρχειακό σύνολο στο οποίο εντάσσονται φωτίζει τη λειτουργία της ναζιστικής προπαγάνδας και τον ρόλο της φωτογραφίας ως εργαλείου ιδεολογικής χειραγώγησης, επιτρέποντας τη μελέτη της «ματιάς του κατακτητή» και του τρόπου κατασκευής της εικόνας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. «Ο μηχανισμός προπαγάνδας που έστησε ο Γιόζεφ Γκέμπελς αξιοποίησε την αιχμή της τεχνολογίας ενημέρωσης της εποχής του -τον κινηματογράφο και την φωτογραφία- για να δημιουργήσει σκηνοθετημένα τεκμήρια “επιτυχίας” και διάδοσης της, ως εργαλείο επιρροής», σημείωσε στη δήλωσή της η υπουργός Πολιτισμού.

«Η διείσδυση στην καθημερινότητα των στρατιωτών μέσα από τη φωτογραφία -σκηνοθετημένο τεκμήριο της «επιτυχίας» τους, η διάδοση αυτής της «επιτυχίας» με την αποστολή των φωτογραφιών στα μετόπισθεν, η δημιουργία αναμνήσεων με προδιαγραφές που ορίζει ο ναζιστικός μηχανισμός, όλα αυτά μοιάζουν χονδροειδή και αδέξια εργαλεία επιρροής στα δικά μας μάτια, σήμερα. Είναι όμως μελέτη πάνω στη δύναμη της εικόνας, στον πολιτισμό της οποίας ζούμε ακόμη. Είναι ένα μάθημα οπτικού γραμματισμού από το παρελθόν, το οποίο το έχουμε ανάγκη, και ως άσκηση και ως ιστορικό τεκμήριο», σημείωσε στην εισήγησή της στο ΚΣΝΜ η διεύθυντρια της Διεύθυνσης Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Βίλλυ Φωτοπούλου.

Οι Μονάδες Προπαγάνδας του Γκέμπελς

Το πλαίσιο δημιουργίας της συλλογής Χόιερ συμπυκνώνει όλη την πολιτική του ναζιστικού κόμματος και του Τρίτου Ράιχ για τη χρήση των κινούμενων και στατικών εικόνων ως οργάνων προπαγάνδας. Ο Γκέμπελς δημιούργησε τις λεγόμενες Μονάδες Προπαγάνδας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30, πριν μπει η Γερμανία στον πόλεμο το 1939 και τις περιέγραφε ως εξής: «Ο άνδρας των Μονάδων Προπαγάνδας δεν είναι με καμιά έννοια ένας συμβατικός ρεπόρτερ, αλλά ένας στρατιώτης. Εκτός από το πιστόλι και τη χειροβομβίδα κουβαλάει και άλλα όπλα μαζί του: τη φωτογραφική του μηχανή, τη Leica, το μολύβι και το σημειωματάριο. Έχει εκπαιδευτεί ανάμεσα σε στρατιώτες και βιώνει τα συναισθήματά τους».

Οι Μονάδες Προπαγάνδας συνόδευαν όλα τα στρατεύματα στις περιοχές που εξαπλωνόταν το Ράιχ. Η Μονάδα Προπαγάνδας 960 ήταν υπεύθυνη για την κάλυψη των ειδήσεων για τα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Σε αυτήν όπως και σε όλες είχαν εμπλακεί πολλοί φωτογράφοι, επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Οι εικόνες της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, δεν δημιουργήθηκαν όλες από τις Μονάδες Προπαγάνδας αλλά και από τις μονάδες των SS στις οποίες δραστηριοποιούνταν ερασιτέχνες φωτογράφοι απεικονίζοντας μέχρι και θηριωδίες ως υλικό τεκμηρίωσης.

Πολλές από τις φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι Μονάδες Προπαγάνδας είναι φωτογραφίες «ωραιοποίησης», που δείχνουν τα μνημεία και τη σχέση των Γερμανών στρατιωτών με αυτά – ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι φωτογραφίες με το Σύνταγμα του Χόιερ σε παρέλαση στο Καλλιμάρμαρο ή στο Θησείο ή κατάβασή του από τη Γιουγκοσλαβία με στάση στον Όλυμπο.

Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν φωτογραφίες από τους Γερμανούς φαντάρους με φτηνές μικρές φωτογραφικές μηχανές, τις πρώτες που είχαν κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο, μετά από οδηγίες του Γκέμπελς για να φωτογραφίζουν τις «επιτυχίες» των ναζιστικών στρατευμάτων στις χώρες που κατακτούσαν. Όπως έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Αδιαπραγμάτευτο καθήκον του κάθε στρατιώτη είναι να φέρει τη φωτογραφική μηχανή του σε δράση.»

Ένα άλλο αγαπημένο είδος φωτογραφιών ήταν οι εικόνες της καθημερινής ζωής των πόλεων ή των περιοχών που είχε καταλάβει το Τρίτο Ράιχ, χωρίς όμως να δίνεται έμφαση στους κατοίκους, αλλά στην καλή ζωή των φαντάρων στις κατεχόμενες χώρες (για παράδειγμα υπάρχει φωτογραφία που οι φαντάροι του Συντάγματος του Χόιερ κάνουν μπάνιο στο Καβούρι).

Η οδηγία ήταν σαφής: οι Γερμανοί φαντάροι  φωτογράφιζαν τον ντόπιο πληθυσμό εάν ο γηγενής πληθυσμός είχε κάποια συγγένεια με την άρεια καταγωγή του γερμανικού λαού, όπως οι Ολλανδοί ή οι Νορβηγοί και οι φωτογραφίες απεικόνιζαν κάποιου είδους ομαλή σχέση των ντόπιων με τα γερμανικά στρατεύματα. Το αντίθετο συνέβαινε με τις σλαβικές χώρες, που θεωρούνταν κατώτερης προέλευσης, ενώ για την Ελλάδα επικρατούσε η αντίληψη περί επιμειξιών που είχαν υποστεί οι αρχαίοι Ελλήνες ώστε οι σύγχρονοι Έλληνες να υποτιμούνται ως άνθρωποι. Στη φωτογραφική συλλογή περιλαμβάνονται φωτογραφίες που απεικονίζουν την εξαθλίωση, αλλά και απρόσμενα καλές φωτογραφίες, όπως Έλληνες Εύζωνοι που χορεύουν καθώς και κορίτσια με λαϊκή παραδοσιακή φορεσιά σε πανηγύρι στην Κόρινθο, μια σπάνια εικόνα που σχετίζεται με την Ελλάδα.

Η Διεύθυνση Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού έχει ασχοληθεί στο παρελθόν με αυτό το κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας και της ναζιστικής προπαγάνδας μέσα από την έκθεση «Με το βλέμμα του κατακτητή: η Αθήνα της Κατοχής στη φωτογραφική συλλογή του Βύρωνα Μήτου» που διοργανώθηκε το 2019 στο Φετιχιέ Τζαμί της Αρχαίας Αγοράς από το Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς και μέσα από την ομώνυμη μερίδα στο Μουσείο της Ακρόπολης την ίδια περίοδο.

Η εκτέλεση των 200 Ελλήνων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, Πρωτομαγιά 1944

Η εκτέλεση των 200 Ελλήνων στην Καισαριανή διατάχθηκε ως αντίποινα στον φόνο 4 Γερμανών στρατιωτικών. Πρόκειται για την επίθεση της διμοιρίας του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον ανθυπολοχαγό ΠΖ του Ελληνικού Στρατού Μανώλη Σταθάκη ενάντια στον διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, Υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και της συνοδείας του, στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944. Κατά την επίθεση σκοτώθηκε ο Κρεχ και 3 μέλη της συνοδείας του.

Στις 26 Απριλίου 1944, μία ημέρα πριν, είχε γίνει η απαγωγή του Υποστράτηγου Κράιπε από Βρετανούς και Έλληνες αντιστασιακούς, στην Κρήτη.

Κατόπιν τούτου η διαταγή του στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδος, Γουόλτερ Σιμάνα, δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ της 30ης Απριλίου 1944:

«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν: 1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944. 2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς. Ο στρατιωτικός διοικητής Ελλάδος Walter Schimana»

Από τους 200 που εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, περίπου 150-160 ήταν πολιτικοί κρατούμενοι από τη δεκαετία του 1930, κυρίως από την Ακροναυπλία, τους οποίους ο Μανιαδάκης παρέδωσε στις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί κατά την Κατοχή, με κατηγορίες για αντιστασιακή δράση. Στην πλειονότητά τους, μέλη του ΕΑΜ ή/και του ΚΚΕ.

Σύμφωνα με την απολογία τουν Χέλμουτ Φέλμυ, διοικητή των στρατευμάτων της Νότιας Ελλάδας, στη δίκη της Νυρεμβέργης, ο συνταγματάρχης και αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, Διονύσιος Παπαδόγγονας, διέταξε με τη δική του θέληση τη θανάτωση 100 αντιστασιακών, ή ύποπτων για αντιστασιακή δράση στη Νότια Πελοπόννησο.

Περίπου 50 ακόμη Έλληνες δολοφονήθηκαν από Γερμανούς στην περιοχή της Λακωνίας, όπως όριζε η διαταγή. Συνολικά 350 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των γεγονότων εκείνης της περιόδου.

Οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής είχαν πληροφορηθεί από τις εφημερίδες που έμπαιναν λαθραία στο Χαϊδάρι την απόφαση του Σιμάνα και ήταν έτοιμοι. Οι αφηγήσεις για την ηρεμία και την αποφασιστικότητά τους, όταν έμαθαν ότι θα μεταφέρονταν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, αποκτούν πλέον «πρόσωπο» και γίνονται τεκμήρια ιστορίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version