Στις 12 Φεβρουαρίου 1922 δημοσιεύεται το Δημοκρατικό Μανιφέστο, ένα πολιτικό κείμενο που έμελλε να σημαδέψει την πολιτική ιστορία της χώρας.
Αποτελούσε σαφή παρέμβαση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία και η ευρύτερη κρίση της χώρας συνδέονταν με τη λειτουργία του θεσμού της μοναρχίας και ζητούσε δραστική πολιτειακή αλλαγή.
Εκδόθηκε σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η χώρα βρισκόταν ακόμη υπό το βάρος του Εθνικού Διχασμού, ενώ μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, η πολιτική πορεία είχε μεταβληθεί ριζικά.
Η Μικρασιατική εκστρατεία συνεχιζόταν, παρά τη σταδιακή απομόνωση της Ελλάδας. Στο εσωτερικό, η αντιπαράθεση ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς εξακολουθούσε, ενώ παράλληλα, η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα κλονιζόταν.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ομάδα πολιτικών με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου δημοσίευσε το Δημοκρατικό Μανιφέστο. Το μανιφέστο απέδιδε τις εθνικές αποτυχίες στη μοναρχική διακυβέρνηση, προειδοποιώντας ότι η συνέχισή της θα οδηγούσε σε εθνικό αδιέξοδο.
Η κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα. Οι υπογράφοντες του Δημοκρατικού Μανιφέστου παραπέμφθηκαν σε δίκη, με βάση τα άρθρα περί εσχάτης προδοσίας και εξύβρισης του βασιλέως.
Στις απολογίες τους, οι κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι δεν επρόκειτο για πράξη υπονόμευσης του πολιτεύματος, αλλά για πολιτική παρέμβαση και προειδοποίηση σχετικά με την πορεία της χώρας.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 16.2.1922, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το δικαστήριο δεν επέβαλε ποινές για εσχάτη προδοσία. Επιβλήθηκαν περιορισμένες ποινές φυλάκισης για το αδίκημα της εξύβρισης του βασιλέως οι οποίες ωστόσο, δεν ανέκοψαν την πολιτική διαδρομή των πρωταγωνιστών.
Λίγους μήνες αργότερα, θα ακολουθούσε η Μικρασιατική Καταστροφή και η ριζική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, με την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου Αʹ, μετά την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1922, που άνοιξε τον δρόμο για την ανακήρυξη της Αβασίλευτης Δημοκρατίας – εξελίξεις στις οποίες μάλιστα, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο.
Η επέτειος του 1935
Δεκατρία χρόνια αργότερα, το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 13ης Φεβρουαρίου 1935, καταγράφει τον ετήσιο εορτασμό της 13ης επετείου στο «Ακροπόλ Παλάς», με κεντρικό ομιλητή τον Αλέξανδρος Παπαναστασίου.
Η συγκυρία του 1935 δεν ήταν ουδέτερη. Η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία δοκιμαζόταν. Οι πολιτικές εντάσεις, οι απόπειρες ανατροπής, οι σκιές αυταρχισμού και η πόλωση απειλούσαν το πολίτευμα.
Ήταν η πρώτη φορά που εκτός των μελών του αγροτοεργατικού κόμματος, συμμετείχαν εκπρόσωποι και των λοιπών δημοκρατικών κομμάτων.
Στο γεύμα παρίσταντο εκπρόσωποι διαφόρων δημοκρατικών κομμάτων, γερουσιαστές, επιστήμονες και άνθρωποι των γραμμάτων. Η παρουσία τους, όπως τόνισε ο Παπαναστασίου, υπογράμμιζε ότι το Δημοκρατικό Μανιφέστο «δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που το έγραψαν», αλλά σε ολόκληρο το έθνος.
«Ήταν η κραυγή ενός λαού»
Στην ομιλία του, που δημοσιεύει εκτενώς το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», ο Παπαναστασίου επιστρέφει στο 1922, εκφράζοντας την πολιτική συνείδηση που ενέπνευσε το Δημοκρατικό Μανιφέστο:
«Αγαπητοί μου φίλοι
[…] Το δημοκρατικό μανιφέστο ήταν η κραυγή ενός λαού με μέγιστο ιστορικό παρελθόν σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή της ζωής του λαού, με βαθιά συναίσθησι των υποχρεώσεων του και των δικαιωμάτων του, συνηθισμένου σε σκληρούς αγώνες, προθύμου να τους συνεχίζη αιώνια για την εθνική του υπόστασι και την ανεξαρτησία του, αλλά και προικισμένου με πολιτική ωριμότητα και ικανού να διακρίνη τους κρημνούς στους οποίους τον ωθούσαν τα σφάλματα και οι εγωισμοί των οδηγών του.
Ήταν η γεμάτη παλμό κραυγή του έθνους που αγωνιούσε, κραυγή κινδύνου στους κυβερνήτες του που είχαν τυφλωθή και δεν έβλεπαν την επερχόμενη καταστροφή. Η φωνή εκείνη ήταν συγχρόνως μια επίκλησι της προσοχής, μια αίτησι και ικεσία ακόμη, αλλά και μια απειλή, συγχρόνως μια προσπάθεια ειρηνική και νομοταγής ενός λαού πειθαρχημένου για να γίνη έστω και την τελευταία στιγμή κάθε θυσία – και τι ελάχιστη που ήταν η προσωπική θυσία που ζήτησε το φτωχό έθνος! – για τη σωτηρία του ελληνισμού, αλλά και μία προειδοποίησι του τι έμελλε να γίνει αν η αξίωσι του δεν γινότανε σεβαστή».
Η μεγάλη συμφορά, η Μικρασιατική Καταστροφή ακολούθησε. Και όπως τονίζει ο ίδιος:
»Το έθνος αισθάνθηκε βαθειά το μέγεθος της καταστροφής και της περιφρονήσεως που του έγινε. Εκλονίστηκε αλλά δεν έπεσε. Από την οδύνη του την ασύγκριτη, την μεγάλη του αγανάκτησι και την θέλησι του την αδάμαστη να ζήση τίμια και υπερήφανα και να δημιουργήση ένα μέλλον φωτεινό εξεπήδησε η δημοκρατία.
Δημοκρατία ως ηθικός καθαρμός
»Δεν εσήμαινε η καθιέρωσι της όπως εξέλαβαν μερικοί, εκδίκησι εναντίον της ξένης δυναστείας που σωριάστηκε ηθικό ερείπιο και λαομίσητη από τα ίδια της τα ανομήματά και πετάχτηκε έξω από τα σύνορα της πατρίδας μας, ούτε είχε μοναδικό σκοπό την απελευθέρωσι για πάντα του έθνους από το δυναστικό εφιάλτη […]
Εσήμανε αναζωογόνησι του φρονήματος και των ελπίδων του έθνους, ήταν η επιβολή σαν νόμου υπέρτατου της σωτηρίας της ολότητας πάνω από οποιοδήποτε άτομο και ομάδα, της υποταγής των προσωπικών, των μερικών εγωισμών στο συμφέρον όλης της κοινότητας, στην προκοπή και τον υψωμό της, ήταν η επιβολή του σεβασμού της κυρίαρχης θελήσεως του λαού […]».
Δημοκρατία υπό πίεση
Το 1935 το πολίτευμα βρίσκεται υπό πίεση. Γι’ αυτό και ο λόγος του αποκτά έντονο αμυντικό χαρακτήρα:
»Σήμερον […] προσπαθούν να περισφίξουν τη δημοκρατία σαν φείδια φαρμακερά είτε τα μίση και ο φθόνος ανάξιων ανθρώπων που έρπουν τόσο χαμηλά, ώστε να εξαρτούν όλες τους τις ελπίδες από την πολιτική δολοφονία, είτε οι δικτατορικοί μαϊμουδισμοί, από τους οποίους κατέχονται άνθρωποι ανίκανοι για συστηματικές και δημιουργικές προσπάθειες και που, ή δεν είναι πρόθυμοι για σκληρούς αγώνες και προσμένουν κανένα από μηχανής Θεό για να τους βγάλη από την αφάνεια που βρίσκονται, ή φαντάζονται πως μπορούν να σηκώσουν με τη βία το ανάστημά τους εμπρός στην ολότητα και να την υποτάξουν […]
Πόλεμος κατά του «σκότους»
»Ο πόλεμος μας ήταν και θα είναι αμείλικτος και εναντίον των ανθρώπων του σκότους, που έχουν για σύμβολό τους το πολιτικό έγκλημα και ατιμάζουν με τις πράξεις τους την Ελλάδα, και εναντίον εκείνων που φαντάζονται πως μπορεί να επικρατήση στον τόπο μας, στην πατρίδα της δημοκρατίας, η βία και ο αυταρχισμός, καθώς και εναντίον των εγωιστικών συμφερόντων ατόμων ή ομάδων σε οποιαδήποτε τάξι κι αν ανήκουν, είτε στους οικονομικώς ισχυρότερους απ’ όπου ο εγωισμός και η περιφρόνησι του γενικώτερου συμφέροντος εκδηλώνονται αυθαδέστερα, είτε και στους οικονομικώς αδυνατότερους».
Παράλληλα, ο Παπαναστασίου συμπεριλαμβάνει στην ομιλία του την αναγκαιότητα της θεσμικής ενίσχυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος:
» […] θα χρειασθή να συμπληρώσουμε το δημοκρατικό μας πολίτευμα σε τρόπο που, χωρίς να πνίγουνται οι μεγάλες του αρετές, το δικαίωμα του λαού να αυτοκυβερνιέται, ο δημόσιος έλεγχος των κυβερνητικών πράξεων, το αντιπροσωπευτικό σύστημα να ασφαλίζεται η επιβολή της πολιτείας, η επικράτηση κάθε φορά των ζωτικώτερων συμφερόντων, η πειθαρχία στο γενικό καλό, η πρόοδος και η εξέλιξι της πολιτείας και του λαού σύμφωνα με αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης».
Ο Παπαναστασίου κλείνει εκφράζοντας ένα όραμα μεταρρύθμισης με πολιτική πίστη:
»Η Ελλάς να είνε πρότυπο φωτεινής, δημοκρατούμενης πολιτείας […] Αυτό είνε ο πόθος του λαού, αυτό είνε το θέλημα του Θεού. Ζήτω η ελληνική δημοκρατία! (Χειροκροτήματα)».
Η πρόποση υπέρ Βενιζέλου
Η βραδιά κορυφώνεται με την πρόποση υπέρ του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος βρισκόταν τότε στα Χανιά, μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 13.2.1935, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Ο Παπαναστασίου, παρά τις παλαιότερες πολιτικές τους διαφωνίες, αναγνωρίζει δημόσια:
»Ημπορεί να ευρίσκεται κάνεις σε οποιαδήποτε αντίθεσι πολιτική με τον κ. Βενιζέλο, κι εμείς ευρεθήκαμε σε αντίθεσι στο παρελθόν και δεν είνε αδύνατον να διαφωνήσουμε και αύριο. Αλλά κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μην αναγνωρίζη ότι είναι μια κορυφή, μια δόξα για την Ελλάδα, γιατί είναι αυτός που σε μια δύσκολη καμπή της εθνικής μας ιστορίας κατόρθωσε να εξύψωση το κύρος της πολιτείας, να αυξήση και να κάνει αποδοτικώτερες για το λαό τις λειτουργίες της και να επιβάλη τάξι, κατόρθωσε ακόμη να εμπνεύση και ενθουσιάση το έθνος και να το οδηγήση στους μεγάλους αγώνες της αποκαταστάσεως του […]
»Η υπόθεση Βενιζέλου, η αποκατάστασι του δικαίου στο ζήτημα της εναντίον του απόπειρας, είνε υπόθεσι δικαίου για όλο το έθνος είνε ζήτημα τιμής για την Ελλάδα. Και ύστερα από τα λίγα αυτά λόγια σας παρακαλώ να σηκώσουμε όλοι το ποτήρι υπέρ του κ. Βενιζέλου».
Λίγους μήνες μετά, η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία θα καταρρεύσει.
Η φράση «Ζήτω η ελληνική δημοκρατία!» ηχεί σήμερα όχι μόνο ως σύνθημα μιας εποχής, αλλά ως υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ακόμη κι όταν γιορτάζεται.
Σήμερα, που οι θεσμοί αμφισβητούνται ανοιχτά και ακόμη και στις πιο ισχυρές χώρες του κόσμου, ο αυταρχισμός και η βία παρουσιάζονται ως «λύση», οι λέξεις του Παπαναστασίου δεν μοιάζουν μακρινές.
Και ίσως αυτό να είναι το διαχρονικότερο μήνυμα του Δημοκρατικού Μανιφέστου της 12ης Φεβρουαρίου. Η δημοκρατία δεν καταλύεται μόνο με την ανατροπή της. Καταλύεται ακόμα και όταν παύουμε να την υπερασπιζόμαστε ενεργά.