Η 9η Φεβρουαρίου είναι μια ημερομηνία με διπλό, βαθύ συμβολισμό για τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Είναι η ημέρα που έφυγε από τη ζωή, στην Κέρκυρα το 1857, ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, αλλά και η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, η οποία έχει καθιερωθεί την ίδια ημερομηνία.
Η επιλογή της ημερομηνίας έγινε προς τιμήν του ποιητή, που συνέδεσε όσο λίγοι τη γλώσσα με την ελευθερία, τη συλλογική μνήμη και την εθνική αυτοσυνειδησία.
Ο Σολωμός δεν υπήρξε μόνο ο ποιητής του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», αλλά και ένας βαθιά ανήσυχος στοχαστής της ίδιας της γλώσσας: της μορφής της, της γραφής της, των κανόνων και των περιορισμών της.
Μια λιγότερο γνωστή αλλά αποκαλυπτική πλευρά αυτής της στάσης φωτίζει εκτενές δημοσίευμα του περιοδικού «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 20ης Ιανουαρίου 1983. Το κείμενο, υπογεγραμμένο από τον Κώστα Κουμπέτσο, περιγράφει τη ριζοσπαστική στάση του εθνικού ποιητή, απέναντι στη γραφή και την ορθογραφία.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά:
»Επαναστάτης της γλώσσας μας ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, έγραψε τα έργα του στη δημοτική και έριξε το ανάθεμα στο πολύπλοκο σύστημα γραφής της και το τονικό φορτίο της.
»Χρησιμοποίησε μάλιστα ένα δικό του φωνητικό και μονοτονικό τρόπο γραφής σε πολλά του κείμενα, δείχνοντας το δρόμο για τη γλωσσική μας απελευθέρωση.
»Δημοτικιστής, που ήθελε μάλιστα να καταργήσει την ιστορική ορθογραφία, ήταν ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός. Επαναστάτης δηλαδή, όχι μόνο στη γλώσσα, αλλά και στο θέμα της γραφής της».
“Μου πονεί η ψυχή μου, να βλέπω τόσους νέους να ξοδιάζουν χρόνους και χρόνους”
, έλεγε συχνά, για τα γλωσσικά.
Η χρήση της δημοτική
Η επιλογή της δημοτικής ήταν βαθιά ιδεολογική. Ο Σολωμός, σύμφωνα με το δημοσίευμα, «παραμέρισε με θάρρος τη νεκρή γλώσσα των σοφολογιότατων της εποχής του και έγραψε το έργο του στη ζωντανή, απλή γλώσσα του λαού. Τη δημοτική».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στη φωνητική και μονοτονική γραφή που υιοθέτησε σε πολλά χειρόγραφά του:
«Ενσυνείδητα μάλιστα, χρησιμοποίησε στα γραφτά του μονοτονικό και φωνητικό σύστημα, στα νεανικά του χρόνια ιδιαίτερα», σημειώνει ο συντάκτης, αποδίδοντας αυτή την επιλογή και στην επιρροή του ποιητή Ιωάννη Βηλαρά, ο οποίος είχε προτείνει την κατάργηση τόνων, πνευμάτων και διπλών συμφώνων. Όπως έλεγε ο ίδιος:
“Κάθε περιττό ψηφίο κάνει τη γλώσσα ανορθόγραφη”
Τα χειρόγραφα και η φωνητική γραφή
Τα σωζόμενα χειρόγραφα του Σολωμού, όπως επισημαίνεται:
«εντυπωσιάζουν όποιον τα βλέπει σήμερα, καθώς χρησιμοποιεί ένα όμικρον, όπου υπάρχει όμικρον ή ωμέγα αδιάφορα και ένα γιώτα στη θέση κάθε γιώτα, ήτα, ύψιλον, έψιλον γιώτα και όμικρον γιώτα αδιάκριτα. Ήταν το σύστημα, που βρήκε και υιοθέτησε ο Σολωμός να γράφει τα ελληνικά του, νέος».
Η ιταλική παιδεία και οι γλωσσικές δυσκολίες
Στο ίδιο δημοσίευμα φιλοξενείται και η μαρτυρία του καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας Καριοφίλη Μητσάκη, ο οποίος εξηγεί ότι ο Σολωμός, μεγαλωμένος στα Επτάνησα και σπουδαγμένος στην Ιταλία, δυσκολευόταν με τα ελληνικά του όταν επέστρεψε στη Ζάκυνθο:
«Ο Σολωμός γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Επτάνησα, με την έντονη παράδοση ιταλικής κουλτούρας, που είχαν. Και σπούδασε, από παιδί, στην Ιταλία. Εκεί διαμόρφωσε το γλωσσικό κόσμο του και διαπλάστηκε, όπως ήταν φυσικό, με γλωσσική ιταλομάθεια.
»Νεαρός, όταν γύρισε στη Ζάκυνθο, δυσκολευότανε με τα ελληνικά του. Όσα ήξερε ήταν ίσως αρκετά για να συνεννοείται με τους συντοπίτες του. Όχι όμως ικανά για να εκφράζει και να διατυπώνει άνετα την ποίησή του.
»Έτσι ο Σολωμός αρχίζει μαθήματα ελληνικής γλώσσας, που την καλλιεργεί συστηματικά και γράφει τα πρώτα του ελληνικά ποιήματα. Σ’ αυτά φανερώνονται όλες οι αδεξιότητές του στην εθνική του γλώσσα.
Αργότερα, βέβαια, με πολλή μελέτη, των δημοτικών μας τραγουδιών ιδιαίτερα, δαμάζει απόλυτα την ελληνική γλώσσα».
Ωστόσο, δεν έπαψε να προβληματίζεται για τη γραφή της:
«Αυτό ήταν που τον οδήγησε να χρησιμοποιεί με επιδεξιότητα τη γλώσσα με τη φωνητική ορθογραφία της. Ακουστικά».
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το χειρόγραφο «Γυναίκας της Ζάκυθος», όπου λέξεις όπως το «Εγώ», ο «Κύριον» ή το «βοηθήσει» αποδίδονται με καθαρά φωνητική λογική:
«Στην παράγραφο 16 του πρώτου κεφαλαίου, βλέπουμε το κείμενο της φράσης “για τούτο εγώ παρακαλώντας θερμά τον Κύριον να καταδεχτεί να με βοηθήσει να καταλάβω το σύμβολο” το “Εγώ” είναι γραμμένο με όμικρον, τον “κύριον” το κί με γιώτα, στη λέξη “βοηθήσει” όλα γιώτα τα διάφορα ήττα και έψιλον γιώτα και στο “καταλάβω” το “βο” με όμικρον».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 20.1.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το ζήτημα του τονισμού
Ο Διονύσιος Σολωμός διαφοροποιήθηκε επίσης, και στην αντιμετώπιση του ζητήματος του τονισμού:
«Τόνιζε κάθε τονιζόμενη συλλαβή, άσχετα αν επρόκειτο για μονοσύλλαβες ή πολυσύλλαβες λέξεις, με μια οξεία πάνω της και μόνο[…]
»Πλησίασε δηλαδή το τελειοποιημένο σήμερα μονοτονικό, που καταργεί πια όλο εκείνο το πολύπλοκο, πολύμορφο και περιττό σύστημα τονισμού, το οποίο βασάνιζε και τους μεγάλους, αλλά κυρίως τα νέα παιδιά […]
»Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Σολωμός, επειδή δεν ήξερε ελληνικά, έγραφε φωνητικά, επηρεασμένος από τα ιταλικά του, όπως άλλωστε έκαναν και άλλοι Εφτανήσιοι της εποχής του. Είναι όμως χαρακτηριστικό, ότι κατάφυγε στη διέξοδο αυτή, για να βγει από τον προβληματισμό του και να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την εθνική του γλώσσα».
Ο Σολωμός δεν περιορίστηκε στην πράξη. Στον περίφημο «Διάλογο» του, παίρνει, όπως σημειώνει ο κ. Κ. Μητσάκης, «επίσημη θεωρητική θέση» ενάντια στο βάρος της πολυτονίας. Με σκληρή ειρωνεία, απευθύνεται στον «Σοφολογιώτατο»:
«Εσύ ομιλείς για ελευθερία; Εσύ όπου έχεις αλυσσωμένον τον νουν σου από όσες περισπωμένες εγράφηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα;
Και όταν ο Σοφολογιώτατος του παρατηρεί ότι: “Ημπορεί να είναι καλά αυτά όλα μα πρέπει να σου φανερώσω ότι λέγουν πώς δεν γνωρίζεις την ορθογραφίαν”, ο Σολωμός, οργισμένος, του απαντάει: “Φιλοσοφικότατη παρατήρησις. Χαίρετε θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες. Χαίρετε θαυμαστά πνεύματα, ψιλό, δασύ! Κόρακες, κόρακες αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα που βγήκε από την Κιβωτό και εθρεφόταν με τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός”».
«Να αναπνεύσει η νέα γενιά»
Την καθιέρωση του μονοτονικού είχαν υποστηρίξει ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα προοδευτικοί γλωσσολόγοι και λογοτέχνες. Ο Γεώργιος Χατζηδάκις, θεμελιωτής της γλωσσολογίας στην Ελλάδα, τάχθηκε υπέρ της δημοτικής και του μονοτονικού, ενώ οι «απόδημοι λογοτέχνες» του Λονδίνου, Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης και Πέτρος Βλαστός, οπαδοί του Γιάννη Ψυχάρη – πρωτοπόρου δημοτικιστή που ζούσε στο Παρίσι – δημοσίευσαν έργα σε μονοτονικό ή ατονικό σύστημα. Το 1929 ο Ελισσαίος Γιαννίδης διαμόρφωσε τους πρώτους κανόνες του μονοτονικού και το 1941 ο Ι.Θ. Κακριδής οδηγήθηκε στη «Δίκη των τόνων», για την απόπειρα του να τους καταργήσει.
Στο δημοσίευμα επισημαίνεται επίσης, η συμβολή του Τύπου στην καθιέρωση και εξοικείωση με το μονοτονικό σύστημα:
«Στην επίσπευση της καθιέρωσης του μονοτονικού συμβάλαν αποφασιστικά, μετά τη μεταπολίτευση του 1974, τα περιοδικά και οι εφημερίδες με το τριγωνάκι και την κουκίδα έπειτα σαν τονικά σύμβολα, στα κείμενα που δημοσιεύσαν στις σελίδες τους και εξοικείωσαν τους Έλληνες με τη νέα γραφή της γλώσσας μας».
Το δημοσίευμα συνοψίζει συνδέοντας τη σκέψη του Σολωμού με τη μακρά πορεία που οδήγησε τελικά στην καθιέρωση του μονοτονικού, τονίζοντας ότι:
«Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός μας έδειξε το δρόμο». Έναν δρόμο που, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, επέτρεψε ώστε «να αναπνεύσει η νέα γενιά».