Ένα βαθύ, επίμονο μουγκρητό τρυπά τον σκληρό μουσαμά και γεμίζει την άδεια σκηνή του τσίρκου, προδίδοντας μια διαδρομή που η κατάληξή της χάνεται πέρα από όσα μπορεί να δει το μάτι. Το ζεστό γουργούρισμα των γεννητριών ακούγεται καθαρά πίσω από τις κερκίδες, πίσω από την αυλαία, πίσω από την μπλε τέντα του Circo National de Cuba.
Σέρνει τη φαντασία σου σε μια φελινική στράτα, σε οδηγεί προς μια περιοχή αθέατη και απλώνεται πάνω από μικροσκοπικά καμαρίνια φτιαγμένα από νοβοπάν, τροχόσπιτα στολισμένα με λαμπιόνια, φορτηγά και κάθε λογής κατασκευές: από μεταλλικές περιστρεφόμενες ρόδες μέχρι τον σιδερένιο «γύρο του θανάτου» και από στοιβαγμένα κόκκινα καθίσματα μέχρι ξύλινες παλέτες και λάστιχα γυμναστικής.
Μύθοι και πραγματικότητα της ζωής στο τσίρκο
Είναι η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Εκεί οι κάθε ειδικότητας εργαζόμενοι σ’ ένα τσίρκο κοιμούνται, πλένονται, βάφονται, ξεβάφονται, κάνουν έρωτα, βλέπουν σειρές, γράφουν, ζωγραφίζουν, σιδερώνουν, τσακώνονται, μιλούν με βιντεοκλήσεις σε συγγενείς και φίλους που βρίσκονται στην άλλη πλευρά της γης, παραγγέλνουν ντελίβερι, ερωτεύονται, μαγειρεύουν, τρώνε, βαριούνται, κλαίνε, πονάνε, γελάνε· με μια λέξη: ζουν.

Φωτό: Νίκος Κόκκας
«Υπάρχει ένας μύθος σχετικά με τη ζωή μας, ένας μύθος που, όπως συμβαίνει συνήθως, γεννήθηκε μέσα από πολλές παρεξηγήσεις», μου λέει ο Μάρκος, ένας από τους πιο έμπειρους ακροβάτες του συγκεκριμένου τσίρκου, με καταγωγή από τη Βενεζουέλα. «Η αλήθεια όμως είναι ότι η δική μας ζωή», συνεχίζει, «δεν διαφέρει πολύ από μια “κανονική” ζωή -μας επηρεάζουν και μας απασχολούν τα ίδια πράγματα. Η μόνη διαφορά είναι ότι εμείς σήμερα βρισκόμαστε εδώ και αύριο σε μια άλλη πόλη».

«Έχεις πάντα το ίδιο κρεβάτι, όπως κάθε άνθρωπος, απλώς αυτό το κρεβάτι σήμερα είναι εδώ και αύριο κάπου άλλου», λέει ο Μάρκος για να δείξει ότι η ζωή των καλλιτεχνών του τσίρκου δεν είναι τόσο διαφορετική όσο νομίζουμε. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Από την πλευρά της, η Λορένα νιώθει πολύ έντονα την απόσταση από τους δικούς της. Είναι από την Κούβα και τον τελευταίο 1,5 χρόνο ζει μακριά από τη χώρα της, κάνοντας περιοδείες στην Ευρώπη. «Αρχικά ήμουν στη Γαλλία, τώρα έχω έρθει στην Ελλάδα και μετά ποιος ξέρει πού θα βρεθώ. Στην αρχή ήταν δύσκολη αυτή η ζωή, δεν είχα μείνει ποτέ ξανά σε τροχόσπιτα, όμως πλέον το έχω συνηθίσει. Βέβαια, μου λείπουν οι δικοί μου, όμως τους βοηθάω με τα χρήματα που βγάζω».
Ρόλοι, σώματα και κοινότητα
Οι γεννήτριες είναι το πρώτο σημάδι ότι το τσίρκο αναπνέει· πρώτα ακούγονται αυτές και οτιδήποτε άλλο έπεται. Χωρίς αυτό το βαθύ μουγκρητό τίποτα δεν μπορεί να ξεκινήσει. Ο ήχος τους συντροφεύει σταθερά τις εργασίες για την προετοιμασία της παράστασης. Μια ομάδα 4-5 ανδρών στρώνουν με επιμέλεια ένα προστατευτικό μαλακό υλικό πάνω από την επιφάνεια της σκηνής και στη συνέχεια το καθαρίζουν από άκρη σ’ άκρη.
Με την πρώτη ματιά, καταλαβαίνεις ποιος θα είναι ο ρόλος του καθενός από αυτούς σε λίγες ώρες. Θεόρατα κορμιά, ημίγυμνοι γίγαντες βγαλμένοι από όλες τις στερεοτυπικές εικόνες του τσίρκου, δίπλα σε σμιλευμένους πιτσιρικάδες με ελάχιστο ποσοστό λίπους. Οι πρώτοι θα βρίσκονται στις σκιές, φροντίζοντας για το στήσιμο των βαριών κατασκευών και ρυθμίζοντας διαρκώς ιμάντες ασφαλείας. Οι δεύτεροι θα λάμψουν πάνω στις διάπλατες από θαυμασμό κόρες των θεατών την ώρα που θα εκτελούν τα ακροβατικά τους.

Ο καταμερισμός των ρόλων και των καθηκόντων είναι ξεκάθαρος σε ένα τσίρκο. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Ο καταμερισμός δεν είναι ισομερής: οι καλλιτέχνες, ειδικά οι ακροβάτες, κάνουν λίγες και ελαφριές εργασίες. «Πρέπει να είμαστε ξεκούραστοι και ήρεμοι πριν την παράσταση, αυτός είναι και ο λόγος που κοιμόμαστε αρκετά», εξηγεί ο Λίο, ένας ακροβάτης από την Κούβα. Η ανάγκη για επαρκή ανάπαυση είναι και ο λόγος που οι διπλές παραστάσεις δεν είναι διαδοχικές, αλλά πραγματοποιούνται μία το πρωί και μία το απόγευμα.
«Το τσίρκο δεν είναι δουλειά, είναι ζωή»
Όμως, οι ρόλοι στο τσίρκο δεν είναι μόνο όσοι φαίνονται. «Το τσίρκο δεν είναι δουλεία, είναι ζωή», εξηγεί ο Τόμας, ένας νεαρός Ιταλός γύρω στα 25 που είναι πέμπτης γενιάς καλλιτέχνης τσίρκου. Οι κουβέντες του συμπυκνώνουν μια αίσθηση συνέχειας από τις πολλές και διαφορετικές εποχές του τσίρκου. Μιλά για αυτό με το σεβασμό που έχουν οι άνθρωποι όταν γνωρίζουν καλά από πού προέρχονται.
Την ώρα της παράστασης κάνει ζογκλερικά και νούμερα ισορροπίας. Στο διάλειμμα όμως θα τον δεις με άλλα ρούχα, σε διαφορετικό πόστο, να φτιάχνει μαλλί της γριάς. «Αν κάποιος δεν είναι διατεθειμένος να βοηθήσει συνολικά, τότε δεν μπορεί να γίνει μέρος του τσίρκου. Εδώ ο καθένας προσφέρει σε ό,τι είναι καλός».
Ο Τόμας, για παράδειγμα, κάθε φορά που έρχεται η ώρα για το μοντάζ και το ντεμοντάζ, δηλαδή για το στήσιμο και το ξεστήσιμο της τέντας, είναι υπεύθυνος για τα φώτα. «Από τα φώτα της σκηνής ή εκείνα πίσω στα τροχόσπιτα μέχρι τα φώτα στο ταμείο, όλα περνάνε από τα χέρια μου, είναι δική μου δουλειά και ευθύνη».
Το αόρατο «κέντρο ελέγχου» της παράστασης
Οι προετοιμασίες στη σκηνή και οι τεχνικές δοκιμές συνεχίζονται κανονικά και εκτελούνται με την ακρίβεια και την επαναληπτικότητα μιας καλοδουλεμένης χορογραφίας. Το μπουθ που βρίσκεται απέναντι από την σκηνή είναι το «κέντρο ελέγχου» -αν οι καλλιτέχνες βάζουν την καρδιά, εκεί σε αυτή την μικρή ξύλινη κατασκευή βρίσκεται το μυαλό κάθε παράστασης. Φώτα, ήχος, τροχαλίες -τα πάντα ελέγχονται από εκεί. Δίχως νόημα από εκεί τίποτα δεν ξεκινά -ένα άτυπο δίχτυ ασφαλείας σε μια δουλειά που πρέπει να γίνεται με ελάχιστη προστασία.

Οι ακροβάτες παρουσιάζουν τα νούμερά τους ώστε να μοιάζουν ότι εκτελούνται πολύ εύκολα. Στην πραγματικότητα, απαιτούνται ώρες προβών όχι μόνο για την εκτέλεση αλλά και για αυτόν τον τρόπο παρουσίασης. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Όσοι εργαζόμενοι τελειώνουν με όσα έχουν να κάνουν είτε αποσύρονται στα τροχόσπιτά τους είτε αράζουν για λίγο στις κερκίδες χαζολογώντας. Αν τους παίρνει ο χρόνος, θα πεταχτούν μέχρι απέναντι στα ΜακΝτόναλτνς στη λεωφόρου Αλίμου και θα επιστρέψουν με μια σακούλα με καθόλου υγιεινές λιχουδιές για ένα πρόχειρο γεύμα πριν την παράσταση.
Η μυρωδιά της λακ και του junk food
Κάποτε στα τσίρκο μύριζε ροκανίδι, ζωοτροφή και το χνώτο των άγριων ζώων που κακοποιούνταν ή ακόμα και βασανίζονταν σε τέτοιους χώρους μέχρι ευτυχώς να απαγορευτεί η συμμετοχή τους σε αυτά τα θεάματα. Τώρα μυρίζει από τη λαδίλα του τζανκ φουντ. Σε λίγη ώρα η τόσο χαρακτηριστική οσμή θα έχει διαλυθεί στην ατμόσφαιρα και τελικά θα ηττηθεί σαρωτικά από μια άλλη οσμή, εξίσου γνώριμη μα περισσότερο έντονη: τη λακ που έρχεται ορμητικά από τα καμαρίνια ανδρών και γυναικών.

Οι γυναίκες του θιάσου ξεκινούν τις ετοιμασίες τους νωρίτερα από όλους. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
«Η δική μας προετοιμασία ξεκινά αρκετά νωρίς, περίπου δύο ώρες πριν την παράσταση», εξηγεί η Λορένα. «Πέρα από τα νούμερα στη διάρκεια της παράστασης, οι γυναίκες στο τσίρκο αναλαμβάνουν και την ταξιθεσία. Πρέπει λοιπόν να είμαστε έτοιμες όταν θα φτάσουν οι πρώτοι θεατές».

Η μυρωδιά της λακ είναι πολύ έντονη, σημάδι ότι οι προετοιμασίες των καλλιτεχνών βρίσκονται στην κορύφωσή τους. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Οι πρώτες νότες του «Che la Luna» που ξεπηδάνε τώρα από τα ηχεία, σκορπίζουν με την σειρά τους τον ήχο των γεννητριών. Ακολουθώντας τον τόνο της φωνής του Λούι Πρίμα, αποχωρούν και οι λίγοι εργαζόμενοι που είχαν ξεμείνει στα καθίσματα των κερκίδων.
Τα εξωτερικά φώτα καθώς και εκείνα στη μαρκίζα του ταμείου είναι η τελευταία δουλειά που πρέπει να γίνει πριν σηκωθεί η κουρτίνα της εισόδου. Στην κορυφή της τέντας δεσπόζει το όνομα της οικογένειας των παραγωγών. Η επιγραφή Bonaccini σκορπίζει τη λάμψη της πάνω από τη λεωφόρο και μοιάζει σαν να διαθλάται μέσα στο κρύο του Γενάρη που κάνει την ατμόσφαιρα πεντακάθαρη, κρυστάλλινη, σχεδόν διάφανη.
Έχεις την αίσθηση ότι οι προβολείς του Circo Nacional de Cuba είναι τόσο δυνατοί που η απόχρωσή τους σβήνει πολύ μακριά στην πλαγιά του Υμηττού. Ένα λαμπερό σινιάλο στον αέρα, ένα φωτεινό κάλεσμα με αντιστροφή του αποστολέα και του αποδέκτη. Αυτή τη φορά, δεν αναζητούνται οι φιγούρες μιας λεγεώνας υπερηρώων, αλλά ένας μετακινούμενος ανώνυμος λόχος καλλιτεχνών που δηλώνουν κάθε βράδυ έτοιμοι για το ίδιο μεγάλο κόλπο: να κάνουν παιδιά και ενήλικες να γελάσουν, να θαυμάσουν και να τρομάξουν χωρίς να τους πουν ούτε μία λέξη, με μοναδική «υπερδύναμη» τη σωματικότητα και την εκφραστικότητά τους.
Ένα σπίτι που μετακινείται
Η κοινότητα ενός τσίρκου βρίσκεται πάντα σε ένα καθεστώς μετάβασης, σε μια συνθήκη διαρκούς μετακίνησης. «Δεν είναι κάτι δύσκολο», λέει ο Μάρκος και περιγράφοντας ένα παράδοξο της νομαδικής ζωής του τσίρκου: «έχεις πάντα το ίδιο κρεβάτι, όπως κάθε άνθρωπος, απλώς αυτό το κρεβάτι σήμερα είναι εδώ και αύριο κάπου άλλου».
Μπορεί οι ζωές τους να σαρώνονται ξανά και ξανά από έναν καταρράκτη προσωρινότητας που κάτω από τον παφλασμό του σβήνει κάθε απόηχος μιας «τακτοποιημένης καθημερινότητας», όμως αυτό δεν τους αποτρέπει από το να βουτούν σε αυτά τα θολά νερά αναζητώντας τα βότσαλα μιας σταθερότητας.
Είναι μια αναζήτηση που υπερβαίνει την αναγκαία επαναληπτικότητα μιας ρουτίνας. Η καθημερινή ζωή στο τσίρκο περιλαμβάνει πολλή ξεκούραση εκτός παράστασης και σταθερές ώρες ύπνου. Η σωματική και πνευματική καταπόνηση πρέπει να είναι μικρή, διότι στη διάρκεια της παράστασης πρέπει όλοι -και ειδικά οι ακροβάτες- να είναι ξεκούραστοι και συγκεντρωμένοι. Υπερβαίνει, επίσης, την τελετουργική φύση της δουλειάς: κάθε μέρα, την ίδια ώρα, παρουσιάζουν το ίδιο νούμερο.
«Οι άνθρωποι του παραδοσιακού τσίρκου ζούμε σε μια φούσκα», παραδέχεται η Εστεφανία, παρόλα αυτά προσπαθεί συνειδητά να κάνει ό,τι μπορεί ώστε το βλέμμα της «να σηκώνεται πολύ ψηλότερα από το ύψος της τέντας», όπως λέει.
Στον ελεύθερο χρόνο της ζωγραφίζει, γράφει, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να γνωρίζει καλύτερα την πόλη στην οποία κάθε φορά βρίσκεται -όταν ήταν για παραστάσεις στην Ξάνθη επισκέφθηκε το μουσείο σκιών και ακόμα θυμάται αυτή την εμπειρία.
«Αυτό που μου έχει μάθει το τσίρκο είναι ότι πρώτα απ’ όλα πρέπει να φροντίζεις τον εαυτό σου, όχι μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά. Αν δεν είσαι καλά, κινδυνεύεις -είναι τόσο απλό. Κινδυνεύεις να τραυματιστείς, κινδυνεύεις να μην μπορείς να διαχειριστείς σωστά την υποχρεωτική συνύπαρξη με ανθρώπους που δεν επέλεξες».

Η Εστεφανία φροντίζει καθημερίνά ώστε το βλέμμα της να σηκώνεται πολύ ψηλότερα από το ύψος της τέντας. Και γι’ αυτό γράφει και ζωγραφίζει στον ελεύθερο χρόνο της.
Από τη στιγμή που στη σκηνή δεν επιτρέπεται το δίχτυ ασφαλείας, ο θίασος του τσίρκου προσπαθεί να υφάνει αλλού τη συμβολική εκδοχή του: μέσα στα τροχόσπιτα. Αυτός είναι ο τόπος που χώρα όλες τους τις βεβαιότητες, παρά το μικρό του μέγεθος. Τα πάντα εκεί είναι φτιαγμένα για να μεταφέρονται και να μαζεύονται εύκολα και γρήγορα.
Παρόλα αυτά, διάσπαρτες λεπτομέρειες, από διακοσμητικά μέχρι μαγνητάκια, ζωγραφιές, φωτογραφίες και λούτρινα κουκλάκια, είναι τα μικρά μανιφέστα ότι εδώ κάποιος ζει -δεν διέρχεται απλώς. Δεν είναι όμως όλα λεπτομέρειες. Ας πούμε τα κατοικίδια -σχεδόν σε κάθε τροχόσπιτο φιλοξενείται τουλάχιστον ένας σκύλος και μια γάτα- αυτοί οι πιστοί συνοδοιπόροι είναι κάτι περισσότερο από λεπτομέρεια.
Ο κλόουν και το «σκάνδαλο» της βαρύτητας
«Μοιάζει με παράδοση των νομάδων να έχουν κατοικίδια ζώα. Παλιότερα στα τσίρκα τα χρησιμοποιούσαν για ασφάλεια, τώρα τα έχουμε για συντροφιά», λέει ο Φλοριάν, ένας καλλιτέχνης από τη Ρουμανία.
Τα διπλά κρεβάτια, επίσης, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από επιλογή που έγινε αυστηρά και μόνο με κριτήρια λειτουργικότητας, είναι κάτι πολύ περισσότερο από την καλύτερη απόλαυση του σεξ. Προφανώς, το σεξ δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα τσίρκο, όταν όμως ο προσωπικός χώρος είναι τόσο μικρός, τότε -τι να γίνει- θα προσαρμοστείς και θα στριμωχτείς. Το διπλό κρεβάτι μαρτυρά μια συγκεκριμένη επιθυμία που μάλλον έχει ήδη γίνει πραγματικότητα, τη συμβίωση. Αν ήταν νούμερο στην παράσταση θα μπορούσε να είχε τίτλο: «Σε θέλω τόσο που δεν με νοιάζει αν είμαστε στο πιο μικρό μέρος του κόσμου. Κάθε μέρα και για μήνες».
Ο Φλοριάν είναι ο μοναδικός Βαλκάνιος σε ένα τσίρκο με Ιταλούς, Κουβανούς και Βενεζουελάνους. Μας δείχνει τις μετατροπές που έχει κάνει με τα χέρια του στο τροχόσπιτο του. Αυτή που τον απασχολεί τώρα είναι να πώς θα δημιουργήσει επιπλέον χώρο προκειμένου να χωρέσει το λίκνο για το μωρό που περιμένει με τη σύζυγό του.
Όλες αυτές οι πατέντες από τη μία συμπυκνώνουν τον πρακτικό χαρακτήρα της σκέψης του και από την άλλη είναι μια υπενθύμιση της προηγούμενης ζωής του. Ήταν οικοδόμος και ξεκίνησε να ασχολείται ερασιτεχνικά με τα ζογκλερικά. «Όταν είδα ότι δεν μπορούσα να ζήσω από την πρωινή δουλειά μου, αποφάσισα να εργαστώ στο τσίρκο». Η εμπειρία του δεν πηγαίνει χαμένη, καθώς πέρα από τα νούμερα στη διάρκεια της παράστασης, αναλαμβάνει και πολλά από τα μαστορέματα που πολύ συχνά απαιτούνται.

Ο Φλοριάν μέσα στο τροχόσπιτό του, το οποίο είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στις δικές του ανάγκες και σε εκείνες της εγκύου γυναίκας του. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Στο πρώτο μέρος της παράστασης, ο Φλοριάν κάνει ένα γνωστό νούμερο με μαχαίρια. Η παρτενέρ του βρίσκεται μπροστά από μια ξύλινη επιφάνεια και εκείνος σημαδεύει αριστερά και δεξιά της με σκοπό να μην την πετύχει. Το νούμερο κρατά περίπου πέντε λεπτά και έχει διαφορετικά επίπεδα δυσκολίας. Στην κορύφωσή του, ο Φλοριάν δένει τα μάτια του και πετά τα μαχαίρια χωρίς να βλέπει. «Πώς σε εμπιστεύεται η παρτενέρ σου», τον ρωτώ. «Ξέρεις, δεν έχει πολλές επιλογές. Είναι η γυναίκα μου», λέει χαμογελώντας. Παρόλα αυτά, δύο φορές την έχει τραυματίσει -«όχι σοβαρά, ευτυχώς».
Καθώς τα διηγείται όλα αυτά ετοιμάζεται για το νούμερο του δεύτερου μέρους και ντύνεται κλόουν. Στην παράδοση του τσίρκου υπάρχουν διαφορετικά είδη κλόουν, ο πιο γνωστός είναι ο Αύγουστος: αυτός ο ατζαμής τύπος με την κόκκινη μύτη, τα φαρδιά (ή πολύ στενά ρούχα) ρούχα και το θλιμμένο βλέμμα. Η τέλεια ενσάρκωση της τέχνης της αποτυχίας. Οι κλόουν μαζί με τους ακροβάτες είναι διαχρονικά οι πυλώνες μια παράστασης, όπως όμως εξηγεί ο Φλοριάν, ο ρόλος τους είναι πολύτιμος για έναν ακόμα λόγο. «Προσφέρουν στους ακροβάτες τον απαραίτητο χρόνο προκειμένου να ξεκουραστούν πριν συνεχίσουν με το επόμενο νούμερό τους».

Φωτό: Νίκος Κόκκας
Ακολουθούμε τον Φλοριάν από το τροχόσπιτο μέχρι το παρασκήνιο. Περίπου πέντε λεπτά πριν βγει, κάθεται σε μια γωνία και γεμίζει με νερό ένα τεράστιο πολύχρωμο νεροπίστολο. Όταν πια είναι έτοιμος στέκεται πίσω από την αυλαία και περιμένει το κατάλληλο σήμα. Δεν θα εμφανιστεί κατευθείαν στη σκηνή, αλλά θα ορμήσει στον διάδρομο που χωρίζει τις κερκίδες από τις πρώτες θέσεις. Μέσα σε μια στιγμή, σηκώνει γρήγορα την κουρτίνα και ορμά με ταχύτητα ενός καρτούν που το σώμα του δεν μπορεί να ακολουθήσει την ταχύτητα της σκέψης του.

Ο Φλοριάν δεν πιστεύει ότι οι κλόουν είναι λυπημένοι στην ζωή τους εκτός τσίρκου. Τουλάχιστον ο ίδιος απολαμβάνει που κάνει αυτή τη δουλειά. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Θα ορκιζόμουν ότι για ένα-δύο δευτερόλεπτα μέχρι να ακουστεί ένα μακρόσυρτο παιδικό «Αααα!» από τους πρώτους θεατές που βράχηκαν, το κλοουνίστικο χαμόγελο του Φλοριάν δεν είχε ακολουθήσει το υπόλοιπο σώμα, είχε μείνει μετέωρο στο αέρα μέχρι που έσβησε αργά κάτω από το μωβ χρώμα του μπλακ λάιτ που είναι το μοναδικό φως στο χώρο πίσω ακριβώς από την αυλαία.
Η συγκίνηση των θεατών και η ψευδαίσθηση του κινδύνου
Ο θίασος του Circo Nacional de Cuba κινείται στα παρασκήνια με άνεση και σιγουριά. Οι γυναίκες του θιάσου έχουν δυστυχώς υποστηρικτικό ή δευτερεύοντα ρόλο σε όλα τα νούμερα, παρά το γεγονός ότι δεν υπολείπονται σε γνώσεις ή ικανότητες. Ωστόσο δεν παραπονιούνται. Σιωπηρά έχουν αποδεχθεί την κατανομή των ρόλων, παρά το γεγονός ότι στην ιστορία των τσίρκο δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που ξεχώρισαν και πρωταγωνιστήσαν, όπως μας πληροφορεί στο σχετικό βιβλίο της («Female Aerialists in the 1920s and Early 1930s», εκδ. Routledge) η συγγραφέας Κέιτ Χολμς, που μελετά από την σκοπιά των πολιτισμικών την ιστορία του τσίρκο και την κοινότητα των ακροβατών.
Στα καμαρίνια οι λάμπες φθορίου σκληραίνουν τα πάντα με το φως τους. Ακόμα και τα σώματα των ακροβατών χάνουν προσωρινά τη χάρη τους καθώς ο όγκος των μυών υπερτονίζεται σε σχέση με την πλαστικότητα του κορμιού. Στα καμαρίνια όλα είναι «δουλειά που πρέπει να γίνει και απόψε». Δεν ακούνε μουσική, δεν συζητούν. Μέχρι να κάνουν λίγες διατάσεις ή ένα γρήγορο ζέσταμα, το πρόσωπο τους βυθίζεται ολόκληρο στην οθόνη του smartphone -όπως συμβαίνει δηλαδή με κάθε 20άρη που έχει διάλειμμα στο χώρο εργασίας.

Η εικόνα των 20χρόνων να είναι βυθισμένοι στην οθόνη του smartphone είναι κοινή, είτε βρίσκεσαι στο τσίρκο είτε οπουδήποτε αλλού. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Το μπλακ λάιτ όμως δημιουργεί μια τελείως διαφορετική, αν και ντεμοντέ, αίσθηση. Τα ρούχα των καλλιτεχνών λάμπουν ακόμα πιο έντονα, γελούν μεταξύ τους και τα δόντια τους φαίνονται κατάλευκα μέσα στο σκοτάδι. Στο βλέμμα τους αντανακλάται η σιγουριά και η αυτοπεποίθηση κάποιου που έχει επαναλάβει τις ίδιες κινήσεις ξανά και ξανά.
Μπροστά τους είναι η αυλαία και μόλις την περάσουν δεν υπάρχουν τροχόσπιτα και περιοδείες, δεν υπάρχουν τα διακοσμητικά, τα κατοικίδια και η μυρωδιά του διπλού κρεβατιού. Υπάρχει μόνο η υποχρέωση να ηλεκτρίσουν το κοινό με την σκανδαλιστική τους αιώρηση πολλά μέτρα πάνω από το έδαφος ή με την αντίστοιχα σκανδαλιστική ισορροπία τους.

Ο χώρος πίσω ακριβώς από την αυλαία είναι το όριο ανάμεσα στην καθημερινότητα των καλλιτεχών και του ρόλου που πρέπει να υπηρετήσουν στο πλαίσιο μιας παράστασης. Αυτοσυγκέντρωση, μερικά ενθαρρυντικά βλέμματα και βγαίνουν. | Φωτό: Νίκος Κόκκας
Ο πυρήνας, άλλωστε, των ακροβατικών, η βασική τους ιδέα συνιστά μια πρόκληση, ένα σκάνδαλο: το ανθρώπινο σώμα τίθεται απέναντι στα φυσικό μέτρο της βαρύτητας και προσπαθεί να την ξεπεράσει, να την κάνει να φανεί ανήμπορη. Άνθρωπος εναντίον φύσης, ένας με έναν.
Παρόλα αυτά, η σκηνή του τσίρκου είναι πρώτα απ’ όλα ένας χώρος θεάματος. Τα νούμερα που εκτελούν οι ακροβάτες είναι δύσκολα και επικίνδυνα, αλλά αυτό θα αρκούσε μόνο σε γυμναστικές επιδείξεις -χρυσό μετάλλιο κάτω από μια πολύχρωμη τέντα δεν κέρδισε κάνεις.
Όταν σταματάς να φοβάσαι
Κάθε ακροβάτης πρέπει να δείχνει ότι εκτελεί με άνεση του νούμερο του ενώ ταυτόχρονα, και παρά την άνεση του, να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός κινδύνου, ότι ανά πάσα στιγμή κάτι μπορεί να πάει στραβά. Κανείς καλλιτέχνης και καμία καλλιτέχνιδα δεν γεννήθηκε με αυτή την άνεση -είναι το αποτέλεσμα πολλών ετών προπόνησης. Σε αντίθεση με τους αθλητές, οι ακροβάτες δεν δικαιούνται να μοιραστούν αυτή τη γνώση. Ενώ οι αθλητές επαινούνται για τον κόπο που καταβάλλουν μέχρι να φτάσουν σε έναν αγώνα, οι ακροβάτες σχεδόν απαγορεύεται να εκθέσουν την καθημερινότητά τους. Οι θεατές προτιμούν να τους φαντάζονται σαν να έχουν μια υπερδύναμη, ένα έμφυτο χαρακτηριστικό που μόνο οι άνθρωποι του τσίρκου διαθέτουν.
«Τη μέρα που σταματάς να φοβάσαι, τότε παύεις να είσαι καλλιτέχνης τσίρκου» εξηγεί ο Μάρκος, ενώ ο Τόμας αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη λέξη: «Δεν είναι φόβος, αλλά περισσότερο σεβασμός. Να σέβεσαι τη φύση αλλά και το ίδιο σου το σώμα που αν το ακούσεις θα αντιληφθείς ποια είναι τα όρια του».

Φωτό: Νίκος Κόκκας
Η Χολμς υπογράμμιζε σε μελέτη της το 2021 ότι η συγκίνηση του κοινού προκαλείται επειδή τη στιγμή που ένας ακροβάτης εκτελεί το νούμερό του συνυπάρχει η ικανότητα της εκτέλεσης με τον έως ένα βαθμό κατασκευασμένο κίνδυνο που αυτό περιέχει. Όλοι θέλουν να νιώσουν ότι ένας ακροβάτης συνομιλεί με τον κίνδυνο, κανείς όμως δεν επιθυμεί να δει έναν ακροβάτη να πέφτει ή να τραυματίζεται. Στα μάτια του κοινού, το σενάριο αυτό θα πρέπει να είναι ανοιχτό κι ας γνωρίζει ότι δεν θα επαληθευτεί ποτέ.
Ο Μάρκος βγαίνει στη σκηνή μαζί με άλλους 5-6 ακροβάτες για ένα ομαδικό νούμερο. Περπατάνε σταθερά και από τα παρασκήνια βλέπω μόνο τις πλάτες τους. Ο προβολέας τούς λούζει και ένα φωτοστέφανο σχηματίζεται πάνω από το κεφάλι τους. Είναι αυτοί, ο κύκλος στο κέντρο τσίρκου και τα μάτια των θεατών – τα τρία συστατικά ενός τέλειου σκανδάλου.
