Σαν σήμερα, στις 7 Φεβρουαρίου 1812, γεννήθηκε ο Κάρολος Ντίκενς. Ένας συγγραφέας που, δύο αιώνες αργότερα, καταφέρνει να παραμένει επίκαιρος. Οι αφηγήσεις του, βασισμένες στις κοινωνικές αντιθέσεις και οι ήρωές του – παιδιά φτωχικών οικογενειών, άνθρωποι της εργασίας, περιθωριοποιημένες μορφές της βικτωριανής κοινωνίας – παραμένουν οικείοι, γιατί οι συνθήκες που τους γέννησαν δεν έχουν πάψει να υπάρχουν.
Η ζωή του ίδιου, γεμάτη αντιφάσεις, επιτυχίες και βαθιές προσωπικές ρωγμές, υπήρξε εξίσου δραματική με τις ιστορίες που έγραψε.
Το περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 29ης Δεκεμβρίου 1983 αφιέρωσε στον Ντίκενς ένα εκτενές δημοσίευμα, με τίτλο «Ο παραμυθάς με τα δέκα παιδιά» και υπογραφή της Ρένας Θεολογίδου.
«Αν ο Κάρολος Ντίκενς είχε γίνει οδοντίατρος και όχι συγγραφέας, τα Χριστούγεννα θα ήταν πολύ φτωχότερα σε μύθους και ατμόσφαιρα».
Με αυτή τη φράση ξεκινούσε το δημοσίευμα της Ρένας Θεολογίδου, αποτυπώνοντας με ακρίβεια το βάρος που άσκησε ο Ντίκενς όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στη συλλογική μνήμη της παιδικής ηλικίας ολόκληρων γενεών.
Οι κοινωνικές αντιθέσεις ως προσωπικό βίωμα
Για όσους μεγάλωσαν διαβάζοντας ή βλέποντας τις ιστορίες του, τα Χριστούγεννα είχαν γεύση αγγλική: πουτίγκα, βαριά ασημένια κηροπήγια, τζάκια στολισμένα με γκι. Κι όμως, αυτές οι εικόνες ευδαιμονίας ήταν πάντα η εξαίρεση. Το κυρίως σώμα του έργου του Ντίκενς ήταν γεμάτο φτώχεια, ορφανοτροφεία, παιδική εργασία και κοινωνική αδικία. Όπως σημείωνε το δημοσίευμα:
»Τέτοιες σκηνές ευδαιμονισμού ήταν πάντα, μια μικρή παρένθεση στο έργο του Ντίκενς, που σχεδόν είναι γεμάτο από περιγραφές της φτώχειας και της αθλιότητας. Τις βρίσκαμε, μόνο στο χάππυ εντ του “Όλιβερ Τουίστ” […]
»Και είναι αλήθεια, ότι στην πρώτη ανάγνωση ξεφυλλίζαμε βιαστικά τις σελίδες των σκοτεινών ορφανοτροφείων με τα συσσίτια του χυλού, για να ξεχαστούμε ώρες ολόκληρες σ’ εκείνες τις άλλες, τις λιγοστές εικόνες με το καπιταλιστικό χριστουγεννιάτικο ντεκόρ, αδιαφορώντας για τα κοινωνικά προβλήματα της βικτωριανής εποχής που έθιγε με τόσο πάθος ο συγγραφέας στο υπόλοιπο έργο.
Στην πραγματικότητα, η ταξική σύγκρουση στα έργα του δεν οφείλεται μόνο στη φαντασία και την παρατηρητικότητα του:
»Τα μικρά παιδιά που πεινούν και υποφέρουν στα μυθιστορήματα του, δε γεννήθηκαν από την πέννα ενός ανθρώπου, που απλώς είχε ακούσει να μιλούν κάποιοι γι’ αυτά, αλλά από τις ίδιες του τις αναμνήσεις, αφού κι εκείνος δούλευε από δώδεκα χρονώ, αφού κι εκείνος είχε πέσει πολλά βράδια στο κρεβάτι νηστικός.
»Από την άλλη μεριά, πάλι, τα φερσίματα των ανθρώπων της ηγεσίας της αγγλικής κοινωνίας δεν είναι μόνο υποθέσεις, γιατί ο Ντίκενς δεν είναι από τους συγγραφείς που έγραψαν σ’ ένα φτωχικό δωμάτιο με το φως ενός σπαρματσέτου για να γίνουν διάσημοι μετά θάνατον. Από την πρώτη στιγμή έγινε γνωστός, πλούσιος και καλόδεχτος στα καλύτερα αγγλικά σαλόνια».
Η οικονομική κατάρρευση
Γεννημένος στο Πόρτσμουθ το 1812, σε μια πολυμελή οικογένεια με επτά αδέλφια, βρέθηκε από πολύ νωρίς αντιμέτωπος με την οικονομική κατάρρευση. Στα δώδεκά του χρόνια δούλευε ήδη σε εργοστάσιο για έξι σελίνια την εβδομάδα. Λίγο αργότερα, ο πατέρας του, Τζον Ντίκενς φυλακίστηκε για χρέη και η οικογένεια μετακόμισε στη φυλακή. Όλοι εκτός από τον ίδιο, που είχε ένα πρόχειρο κατάλυμα.
Η εμπειρία αυτή τον σημάδεψε βαθιά και, όπως αναφέρεται στο άρθρο, μίλησε γι’ αυτήν μόνο πολλά χρόνια αργότερα, στον στενό του φίλο Τζον Φόρστερ.
»Ο μικρός Τσαρλς παρά τα βάσανα του κατάφερε να συνεχίσει το σχολείο. Στα δεκαπέντε του άρχισε να δουλεύει στο γραφείο μιας αντιπροσωπείας και συνέχισε να διαβάζει μόνος του.
»Πριν κλείσει τα 17 έδειξε, ότι είχε κλίση στο γράψιμο και άρχισε να φλερτάρει με τη δημοσιογραφία και με την κόρη ενός τραπεζίτη… Το ειδύλλιο με τη Μαρία Μπήντνελ κράτησε τέσσερα χρόνια», αλλά η λήξη του σηματοδότησε την αφετηρία της καριέρας του.
»Προσλήφθηκε στην εφημερίδα “Πρωινά Χρονικά” και στο “Μηνιαίο Περιοδικό” υπογράφοντας με το όνομα “Μποζ” και δημοσιεύοντας σκίτσα της αγγλικής ζωής που εκείνη την εποχή εκδόθηκαν και σε βιβλίο κάνοντας τον πλατιά γνωστό.

Εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης Sketches by Boz («Σκίτσα του Μποζ»), με εικονογράφηση του Βρετανού καλλιτέχνη George Cruikshank. Ιστορίες του Charles Dickens, δημοσιευμένες με το ψευδώνυμο «Boz».
Καριέρα και οικογένεια σε παράλληλη τροχιά
Στα είκοσι τρία του, γνώρισε την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη γνωστού δημοσιογράφου. Ο γάμος τους του πρόσφερε κοινωνική αποδοχή και οικογενειακή σταθερότητα. Τουλάχιστον στην αρχή.

Κάθριν Χόγκαρθ Ντίκενς, του Σάμιουελ Λόρενς (1838)
»Στα 25 του χρόνια ο Ντίκενς ήταν, ήδη διάσημος και πολλοί τον θεωρούσαν μία από τις σημαντικότερες φιλολογικές προσωπικότητες της εποχής. Τη χρονιά που γεννήθηκε ο γιος του δημοσίευσε “Τα χαρτιά του Πικουίκ” και τον “Ολιβερ Τουίστ”, ενώ ήδη, είχε αρχίσει να γράφει τον “Νίκολας Νίκλεμπυ”.
»Οικογένεια, δουλειά, καριέρα ήταν το τρίπτυχο που κάλυπτε όλα τα άλλα ενδιαφέροντα του Ντίκενς. Τα παιδιά άρχισαν να έρχονται με την ίδια ταχύτητα που έβγαιναν και τα βιβλία του. Μετά τον Τσάρλυ, ήρθε η Μάμμυ, μετά τη Μάμμυ, η Καίητ και μετά την Καίητ, ο Γουώλτερ.
Ο θάνατος που τον σημάδεψε
Η οικογενειακή ευτυχία, ωστόσο, σκιάστηκε νωρίς. Το 1837 η νεαρή Μαίρη Χόγκαρθ, αδελφή της Κάθριν, πέθανε αιφνίδια στην αγκαλιά του. Ο Ντίκενς κατέρρευσε ψυχικά, αδυνατώντας για μέρες να γράψει:
»Μερικοί βιογράφοι του θεωρούν υπερβολικό το δεσμό του Ντίκενς με την κουνιάδα του και πιθανολογούν, ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Εκείνο, όμως, που υποστηρίζουν άλλοι και φαίνεται αρκετά αληθοφανές είναι ότι η Μαίρη το πιο αγαπημένο του πρόσωπο, τότε, μετά τη γυναίκα του, τόσο νέα, τόσο όμορφη, με τέτοια όρεξη για ζωή, χάθηκε ξαφνικά και αυτό τον συγκλόνισε».
Ωστόσο, η απώλεια αυτή υπήρξε κομβική, όχι μόνο για τη ζωή του, αλλά και για την πιο ώριμη φάση του έργου του.

Πορτρέτο του Κάρολου Ντίκενς από τον Ντάνιελ Μακλίζ, 1839
Ακολούθησαν ταξίδια θριάμβου. Στη Σκωτία και, το 1842, στην Αμερική, όπου η υποδοχή ήταν πρωτοφανής. Στη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη τα πλήθη παραληρούσαν: «τέτοιο πράγμα δεν είχε ξαναγίνει τον 19ο αιώνα για συγγραφέα στον Νέο Κόσμο», σημείωνε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ».
Η οικογενειακή φθορά
Την ίδια στιγμή, όμως, ο γάμος του διαλυόταν. Σε αυτό το σημείο, το δημοσίευμα υιοθετώντας τις αντιλήψεις της εποχής του, αποδίδει τη φθορά του γάμου κυρίως μέσα από την εικόνα της συζύγου του συγγραφέα.
»Η Καίητ είχε μεταμορφωθεί σε μια ανιαρή σύζυγο, που όσο λιγόστευαν τα ενδιαφέροντα της, αύξαναν τα κιλά της. Ο Τσαρλς τη συναντούσε, πια, μόνο στην κρεβατοκάμαρα και αφοσιωνόταν στους φίλους του, που ήταν έξυπνοι και ενημερωμένοι, ικανοί να καλύψουν τα ενδιαφέροντά του.
»Ανάμεσά τους, ο συγγραφέας και νομομαθής Τζων Φόστερ, ο ζωγράφος Ντάνιελ Μάκλης, ο τραγωδός Ουίλιαμ Τσαρλς Μακρέντυ. Η Καίητ δεν μπορούσε να καταλάβει που είχε κάνει το λάθος, έψαχνε να βρει τα αίτια της αποτυχίας της συζυγικής της ζωής, δεν τάβρισκε και ένιωθε δυστυχισμένη.
Ο παλιός έρωτας που τον «απογοήτευσε»
»Αυτή την εποχή της συναισθηματικής απομόνωσης του Ντίκενς ξαναφάνηκε στη ζωή του η παλιά ρομαντική αγάπη της πρώτης του νεότητας, η Μαρία Μπήντνερ. Μετά από 20 χρόνια είχε και εκείνη παντρευτεί ήταν μητέρα δύο κοριτσιών και την έλεγαν πια, Μαρία Γουίντερ.
»Όταν ο Ντίκενς έλαβε ξαφνικά ένα γράμμα της, ξαναθυμήθηκε το παλιό ρομάντσο. Όσο κι αν εκείνη του έγραφε ότι είναι “γριά, άσχημη και χοντρή”, ο Ντίκενς αρνιόταν να το πιστέψει. Γύριζε με πολύ ρομαντισμό στα περασμένα και σταματούσε στο 1830, όταν πρωτοείδε τη Μαρία της νιότης του.
Επέμενε να την ξανασυναντήσει. Και όταν την είδε κατάλαβε πόσο λάθος έκανε να επιμένει. Η Μαρία έμοιαζε πολύ με τη γυναίκα του. Έτσι διαλύθηκε και η τελευταία σκιά από την παλιά μαγεία…
»Μετά από το θλιβερό αυτό διάλειμμα, ο Ντίκενς επέστρεψε στην οικογενειακή του μονοτονία, που εμπιστευόταν μόνο στο Φόρστερ (σ.σ. συνάδελφο και φίλο του). Σε κάποιο γράμμα του του γράφει:
“Η φτωχή η Καίητ κι εγώ, δεν είμαστε φτιαγμένοι, ο ένας για τον άλλο. Δεν είναι μόνο που με κάνει εκείνη δυστυχισμένο, το ίδιο την κάνω δυστυχισμένη κι εγώ και το ξέρω. Μόνο ένας θεός ξέρει πόσο πιο ευτυχισμένη θα είχε γίνει κοντά σ’ έναν άλλο άντρα…”».
Το διαζύγιο και το «πικρό» τέλος
Η οριστική ρήξη ήρθε το 1858, με αφορμή ένα βραχιόλι που προοριζόταν για την Έλεν Τέρναν, μια δεκαοκτάχρονη ηθοποιό. Η σχέση τους ήταν κοινωνικό σκάνδαλο για την εποχή.

Η ηθοποιός Έλεν Τέρναν (σε φωτογραφία του 1858) τράβηξε την προσοχή του Ντίκενς αφότου την είδε στη σκηνή το 1857
Το διαζύγιο εκδόθηκε ύστερα από 22 χρόνια γάμου, προκαλώντας σκάνδαλο και δημόσια συμπάθεια προς την κυρία Ντίκενς.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ντίκενς έγραψε μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του, όπως «Ιστορία δύο πόλεων» και «Μεγάλες Προσδοκίες». Παράλληλα, έβλεπε πολύ συχνά την Ελεν Τέρναν και βοηθούσε οικονομικά την οικογένειά της:
»Οι ρομαντικές ώρες που περνούσε κοντά στην Ελεν ήταν, βέβαια, μία παρηγοριά για τον ευαίσθητο μεσήλικα, πια, συγγραφέα, αλλά κι αυτή ήταν μία ακόμα ανολοκλήρωτη σχέση, από τις πολλές της ζωής του».
Λίγο πριν τον θάνατό του, έγραφε με πικρία:
“Γιατί πάντα είχα δίπλα μου κατώτερα πνεύματα; Γιατί δε βρήκα την ευτυχία, γιατί ποτέ δε βρήκα ένα σύντροφο;”, μια φράση που, όπως και ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για τις γυναίκες της ζωής του, σήμερα θα διαβαζόταν πολύ πιο αυστηρά απ’ ό,τι στην εποχή της.