Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος

Η γνωστή φράση «Ποτέ ξανά», που είθισται να συσχετίζεται με το Ολοκαύτωμα, δεν πρέπει να νοείται ως ανέξοδο σλόγκαν, αλλά ως μία αταλάντευτη δέσμευση, με αδιαπραγμάτευτα ηθικό περιεχόμενο, που απαιτεί την ευθεία σύγκρουση με τις πάσης φύσεως διακρίσεις, ακόμα και όταν αυτές είναι «άβολες» ή πολιτικά ασύμφορες

Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος

27 Ιανουαρίου 2026, ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος, και η διεθνής κοινότητα, όπως κάθε χρόνο τέτοια ημέρα, τιμά την απελευθέρωση του Άουσβιτς – Μπίρκεναου, καθώς και τη μνήμη των 6.000.000 δολοφονηθέντων Εβραίων από τη Ναζιστική Γερμανία.

Οκτώ δεκαετίες από τότε και το Ολοκαύτωμα παραμένει ένα από τα πιο ερεβώδη και ζοφερά κεφάλαια της σύγχρονης ανθρώπινης ιστορίας, του οποίου, όμως, τα μηνύματα, χάριν της διαχρονικότητας τους, είναι αδύνατον να αφεθούν στη λήθη, είτε να περιοριστούν στην απλή ανάγνωση του παρελθόντος.

Το Άουσβιτς έχει αναχθεί σε παγκόσμιο σύμβολο των θηριωδιών και φρικαλεοτήτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, το Ολοκαύτωμα δεν ξεκίνησε αίφνης, με τις δολοφονίες που συντελέστηκαν μαζικά στους εκεί θαλάμους αερίων. Άρχισε με ευφάνταστα σλόγκαν, δημόσιες ομιλίες, και αργότερα με επίσημους νόμους, που επέτρεψαν τη σταδιακή, δυσμενή μεταχείριση ολόκληρων ομάδων ανθρώπων, επιφέροντας τον κοινωνικό τους αποκλεισμό και τελικά τη φυσική τους εξόντωση.

Συνεπεία τούτων, η κανονικοποίηση του αντισημιτισμού, η απανθρωποποίηση των μειονοτήτων και η εργαλειοποίηση των θεσμών και κρατικών οργάνων που οπλίστηκαν με την ιδεολογία του μίσους και τη συναισθηματική απονέκρωση, για να εξολοθρεύσουν τον εχθρό της «διαφορετικότητας», χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο εύκολα και γρήγορα δύναται, οι όποιες δημοκρατικές αρχές και κανόνες να αποδομηθούν, υπό την άκρατη επιρροή της διαβρώσης μισαλλοδοξίας.

Δυστυχώς, σήμερα στην εποχή των αναρίθμητων δεδομένων και της εμμονικής ποσοτικοποιήσης των πληροφοριών, η μνήμη του Ολοκαυτώματος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μία αφηρημένη απόδοση τιμής σε θύματα, τα οποία συχνά περιορίζονται σε αριθμούς, αντί να αφορά στην αποκατάσταση της ατομικότητας των νεκρών. Κάθε γράφημα και στατιστικό στοιχείο κρύβει παιδιά που δεν πρόλαβαν να ενηλικιωθούν, γονείς που χωρίστηκαν βιαίως από τις οικογένειές τους, δίχως να καταφέρουν να επιστρέψουν ποτέ στα σπίτια τους, γειτονιές που ερήμωσαν εν μία νυκτί και κοινότητες που εξαφανίστηκαν από τον χάρτη. Η εβραϊκή ύπαρξη σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο στιγματίστηκε, δαιμονοποιήθηκε, καταστράφηκε και το ίδιο υπέστησαν όσες και όσοι χαρακτηρίστηκαν ανεπιθύμητες/οι από το Τρίτο Ράιχ, δηλαδή οι Ρομά, τα ΑΜΕΑ, οι ομοφυλόφιλοι και οι πολιτικοί αντιφρονούντες.

Οι ιστορίες όλων αυτών τόσο διαφορετικές, ξεχωριστές και ιδιαίτερες, αλλά συνάμα και τόσο θλιβερά όμοιες, συγκλίνουν ως προς την τραγική κατάληξη τους, αποτελώντας μέρος του ιστορικού αρχείου, που θα πρέπει να διασωθεί, ιδιαίτερα τώρα που οι επιζώντες, κάθε χρόνο λιγοστεύουν και οι ατόφιες από πρώτο χέρι μαρτυρίες γίνονται σπανιότερες. Αυτή όμως, η αναπόφευκτη έλλειψη δημιουργεί και πρόσθετες ευθύνες σε ιστορικούς, δημοσιογράφους, εκπαιδευτικούς, ανθρώπους της διανόησης και απλούς πολίτες για την προστασία της ιστορικής αλήθειας.

Και μολονότι η ψηφιοποίηση της εποχής μας συνιστά πολύτιμο σύμμαχο σε αυτή την προσπάθεια, παράλληλα αυτή η ίδια η ψηφιοποίηση τείνει να εξελιχθεί σε εργαλείο χειραγώγησης τροφοδοτούμενο από θεωρίες συνωμοσίας και «εναλλακτικές» ερμηνείες του Ολοκαυτώματος, καλλιεργώντας την απόλυτη άρνηση, μέσω της σταδιακής παραποίησης αναμφισβήτητων γεγονότων.

Μέσα σε αυτό το τεχνηέντως διαβρωτικό πλαίσιο, η Ημέρα Μνήμης εξελίσσεται σε ανάχωμα απέναντι στην παραπληροφόρηση, αφενός υποστηρίζοντας τη σημασία της επιστήμης της Ιστορίας, που βασίζεται σε ακλόνητες πηγές και τεκμήρια, αφετέρου λειτουργεί ως αδιάκοπη υπενθύμιση των συνεπειών της ιστορικής «αμνησίας», με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι δυτικές κοινωνίες του 21ου αιώνα, εμφανιζόμενες τόσο τρωτές και ανυπεράσπιστες μπροστά στην επανάληψη εγκλημάτων του παρελθόντος.

Την ίδια στιγμή, όμως, η σημασία της μνήμης του Ολοκαυτώματος είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, εξαιτίας της υφιστάμενης πραγματικότητας: η τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, οι αλλεπάλληλες αιματηρές επιθέσεις σε συναγωγές, με πιο πρόσφατη αυτή στο Μάντσεστερ, κατά την εβραϊκή εορτή του Γιομ Κιπούρ (2/10/2025), η σύληση εβραϊκών νεκροταφείων, όπως συνέβη πριν μια εβδομάδα στη Βαρκελώνη, καταμαρτυρούν μια απότομη έξαρση του αντισημιτισμού, με ταυτόχρονη διάδοση μίας απροκάλυπτης ρητορικής μίσους στον δημόσιο διάλογο. Όλα αυτά δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, προειδοποιητικά σημάδια, που η ιστορία έχει ήδη δείξει ότι είναι εξόχως επικίνδυνα.

Για τον λόγο αυτό, η γνωστή φράση «Ποτέ ξανά», που είθισται να συσχετίζεται με το Ολοκαύτωμα, δεν πρέπει να νοείται ως ανέξοδο σλόγκαν, αλλά ως μία αταλάντευτη δέσμευση, με αδιαπραγμάτευτα ηθικό περιεχόμενο, που απαιτεί την ευθεία σύγκρουση με τις πάσης φύσεως διακρίσεις, ακόμα και όταν αυτές είναι «άβολες» ή πολιτικά ασύμφορες. Οποιαδήποτε άλλη στάση, συμπεριλαμβανομένης της σιωπής ή και της αδιαφορίας, συνιστά παθητική αποδοχή που γιγαντώνει τους εν δυνάμει δράστες και συνθλίβει κάθε προοπτική προστασίας των μελλοντικών τους θυμάτων.

*Διοικητής της Υπηρεσίας Ασύλου και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version