«Αστερόσκονη»: Μια παράσταση που μιλά για τον έρωτα, αντλώντας υλικό από αληθινές ιστορίες αγάπης

Η Χριστίνα Ματθαίου μιλά στο ΒΗΜΑ για την παράσταση «Αστερόσκονη». Πώς συνδυάζεται η ιστορία των παππούδων της, ο πλανήτης Πλούτωνας, οι ερωτικές επιστολές του Σεφέρη και η Ρίτα Σακελλαρίου.

«Αστερόσκονη»: Μια παράσταση που μιλά για τον έρωτα, αντλώντας υλικό από αληθινές ιστορίες αγάπης

Αστερόσκονη ονομάζεται η ύλη που μένει πίσω μετά τη γέννηση και την έκρηξη των αστεριών — τα μικροσκοπικά εκείνα ίχνη που ταξιδεύουν στο σύμπαν, κουβαλώντας μνήμη και φως.

Η δική μας αστερόσκονη, όμως, μοιάζει να γεννιέται από όσα αφήνουν πίσω τους δύο άνθρωποι που ερωτεύτηκαν βαθιά.

Η Χριστίνα Ματθαίου δημιουργεί πέντε ερωτικές ιστορίες, τοποθετημένες σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας. Ιστορίες που υφαίνουν ένα κοινό σύμπαν που μας κάνει να θυμηθούμε ότι ο έρωτας είναι ικανός να κινήσει τον κόσμο (μας).

«Μια απόπειρα να μιλήσουμε για τον έρωτα σήμερα, αντλώντας υλικό από αληθινές ιστορίες αγάπης». Αυτή είναι η Αστερόσκονη της Χριστίνας Ματθαίου η επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Σημείο.

Χριστίνα Ματθαίου

Τι συμβαίνει όταν δυο ψυχές συνδέονται; Τι συμβαίνει όταν το «για πάντα» παύει να είναι μια φράση κλισέ και γίνεται βιωμένη αλήθεια; Η «αστΕΡΩΣκονη» είναι μια παράσταση-υπενθύμιση για όλα εκείνα που μπορεί να προκαλέσει ένας μεγάλος έρωτας.

Ποια είναι η Αστερόσκονη του Σημείου; Θα μας βάλεις στον κόσμο της;

Η «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ» είναι μια εξομολόγηση. Μια απόπειρα να μιλήσουμε για τον έρωτα σήμερα, αντλώντας υλικό από αληθινές ιστορίες αγάπης που εκτυλίχθηκαν σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας.

Έρωτες παιδικοί, πλατωνικοί και αθώοι, αλλά και εμμονικοί, απόλυτοι, απαγορευμένοι ή μονόπλευροι· όλοι συνυπάρχουν στο σύμπαν που επιχειρούμε να δημιουργήσουμε επί σκηνής.

Κάθε ιστορία φέρει έντονα τα ίχνη της εποχής της — αισθητικά, μουσικά και γλωσσικά — αποκαλύπτοντας πόσο διαφορετικά βιωνόταν και εκφραζόταν ο έρωτας μέσα στον χρόνο, αλλά και πόσο βαθιά ανθρώπινος παραμένει.

Αυτό γίνεται αντιληπτό από το κοινό ήδη με μια πρώτη ματιά στον σκηνικό χώρο. Δύο μεγάλα ταμπλό, που θυμίζουν τα κάγκελα από γέφυρες ποταμών στην Ευρώπη —εκεί όπου οι ερωτευμένοι κλειδώνουν συμβολικά τον έρωτά τους— δεσπόζουν στη σκηνή.

Πάνω τους συνυπάρχουν ερωτικές επιστολές, λουκέτα, κάρτες, καρτ ποστάλ, παλιά και σύγχρονα τηλέφωνα· όλα τα μέσα με τα οποία ο έρωτας επικοινωνήθηκε και εκφράστηκε στο πέρασμα των χρόνων.

Ανάμεσά τους, φωτογραφίες πραγματικών ανθρώπων, των οποίων τις ιστορίες αφηγούμαστε, γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν και προσδίδουν μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση στη σκηνική αφήγηση και έναν έντονα φορτισμένο χώρο.

Το σύμπαν πώς συνδέεται στον κόσμο των πέντε ερωτικών ιστοριών;

Το «σύμπαν» είναι ακριβώς αυτό που συνδέει τις ιστορίες. Αφετηρία μου είναι η σκέψη ότι είμαστε όλοι φτιαγμένοι από αστρόσκονη — όχι με την έννοια κάποιας μαγικής σκόνης, αλλά από το ίδιο υλικό που αποτελούνται τα άστρα και οι πλανήτες.

Και αν το σκεφτεί κανείς, όλοι οι ερωτευμένοι που έχουν υπάρξει σε αυτή τη γη έχουν, κάποια στιγμή, κοιτάξει τα ίδια άστρα. Με αυτή τη σκέψη προσπάθησα, μέσα από τις αφηγήσεις για τα άστρα και το σύμπαν, να δημιουργήσω γέφυρες που ενώνουν τις ερωτικές ιστορίες που παρουσιάζουμε.

Κάθε αστρικό φαινόμενο συνδέεται άμεσα με την πλοκή της ιστορίας που προηγείται ή ακολουθεί — τόσο νοηματικά όσο και καθαρά κειμενικά, αφού οι τελευταίες λέξεις της αφήγησης γίνονται οι πρώτες της ιστορίας που ακούμε αμέσως μετά.

Για παράδειγμα πριν την ιστορία που τοποθετείται στο 1930, γίνεται μια αφήγηση για τον πλανήτη Πλούτωνα, που καταλήγει «αυτό που μας αφήνει να δούμε (ο Πλούτωνας) είναι ένας γιγάντιος άσπρος όγκος από πάγο και χιόνι».

Η επόμενη λοιπόν ιστορία που αντλεί το υλικό της από τις ερωτικές επιστολές του Γιώργου Σεφέρη, αρχίζει με έναν άντρα «εξόριστο» στην Κορυτσά να γράφει ένα γράμμα που ξεκινάει λέγοντας «έχει χιονίσει, όλα είναι άσπρα τριγύρω και παγωμένα». Όλο αυτό δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον χωροχρονικό παιχνίδι.

Η ιστορία του Γιώργου και της Μέμης είναι η ιστορία του παππού και της γιαγιάς σου; Πώς ζωγραφίστηκε στα παιδικά μάτια σου η δική τους αγάπη;

Οι παππούδες μου ήταν οι πιο αγαπημένοι μου άνθρωποι στον κόσμο. Αν και με στενοχωρεί που τους έχασα σε μικρή ηλικία -έφυγαν και οι δύο με διαφορά λίγων μηνών, όταν ήμουν 18- κατάφεραν να με επηρεάσουν και να με καθορίσουν σε πάρα πολλά επίπεδα. Είναι, αρχικά, ο λόγος που αγαπώ τόσο πολύ να ακούω ιστορίες και να αντλώ υλικό από την παράδοση.

Η βεράντα μας στην Κεφαλονιά ήταν, για τρεις μήνες κάθε καλοκαίρι, τόπος συνάντησης όλου του χωριού. Εκεί άκουγες τις πιο όμορφες ιστορίες και πάντα τουλάχιστον πέντε διαφορετικές εκδοχές της καθεμιάς, ανάλογα με τον αφηγητή.

Όταν ήμουν μικρή, ίσως να μην καταλάβαινα τον έρωτα που υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Έβλεπες όμως την απεριόριστη αγάπη.

Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι υπήρχε και έρωτας· τον αναγνώρισα στις μικρές λεπτομέρειες. Τσακώνονταν σαν έφηβοι και τα έβρισκαν κάθε βράδυ πριν κοιμηθούν.

«Ποτέ να μην ξαπλώνετε τσακωμένοι», έλεγε η γιαγιά μου. Θυμάμαι τον παππού μου να περιγράφει πώς γνωρίστηκαν —κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο— και τη γιαγιά μου να κοκκινίζει.

Και δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της όταν έφυγε ο παππούς. Στεκόταν βράχος για όλους μας, για να μην μας στεναχωρήσει. Μέχρι τη στιγμή που έπρεπε να πει το οριστικό αντίο.

Εκεί είδα ξαφνικά ένα μικρό κορίτσι να αποχαιρετά τον μεγάλο του έρωτα. Όταν γυρίσαμε από την κηδεία, μου είπε πως θα φύγει κι εκείνη.

«Όταν αγαπάς έναν άνθρωπο τόσο πολύ», μου είπε, «γίνεστε σαν τα λουλούδια. Δύο λουλούδια που μεγαλώνουν στην ίδια γλάστρα. Κι αν ξεριζώσεις το ένα, μετά από λίγο μαραίνεται και το άλλο».

Και πράγματι, έφυγε λίγο αργότερα. Για εμένα αυτοί οι δυο άνθρωποι, με όλες τις δυσκολίες που πέρασαν, ήταν πρότυπο ζωής, και σίγουρα ένας λόγος για να πιστέψω στον έρωτα και στο για πάντα.

Μέσα από τις ιστορίες που είναι τοποθετημένες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αναδεικνύεις και τις αντιλήψεις της εκάστοτε εποχής γύρω από τον έρωτα, τις σχέσεις και το μαζί;

Σαφώς. Και αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί και το ενδιαφέρον, το ότι κάθε εποχή μιλά για τον έρωτα με τελείως διαφορετικό τρόπο, αλλά όλοι αυτοί οι τρόποι καταλήγουν τελικά να έχουν κάτι πολύ κοινό.

Εσκεμμένα έχω επιλέξει εποχές και ιστορίες που παρουσιάζουν μεγάλες γλωσσικές διαφορές. Η πρώτη ιστορία, που αντλεί το υλικό της από το δημοτικό τραγούδι «Ο Γιάννος και η Μαριγώ», είναι γραμμένη σε έμμετρο λόγο.

Εκεί οι ερωτευμένοι μιλούν μέσα από στοιχεία της φύσης για να περιγράψουν όσα νιώθουν, γιατί αυτά είναι τα βασικά ερεθίσματα της εποχής. Το ρίγος που διαπερνά το σώμα τους όταν συναντιούνται παρομοιάζεται με το τρεμόπαιγμα των αστεριών κάτω από το φεγγάρι.

Αντίθετα, η επόμενη ιστορία, που τοποθετείται στη δεκαετία του ’30, έχει πολύ περισσότερο πάθος και «σάρκα» στις περιγραφές. Ο αισθησιασμός είναι έντονος, κάτι που, ενδιαφέροντα, απουσιάζει από την ιστορία του ’50, παρότι είναι μεταγενέστερη.

Αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να διαπιστώσει εύκολα και μέσα από τα ερωτικά τραγούδια κάθε εποχής, τα οποία μεταφέρουν ξεκάθαρα το κλίμα και τις αντιλήψεις τους.

Στην ιστορία της δεκαετίας του ’80, δεν μπορούσα να μην αναφερθώ στον ιό του AIDS. Ο «ιός του έρωτα», όπως ονομάστηκε τότε, καθόρισε μια ολόκληρη εποχή και στιγμάτισε τους ομοφυλόφιλους για πολλά χρόνια.

Τα ’80s ήταν μια περίοδος τεράστιας ελευθερίας αλλά και ακραίου σκοταδισμού ταυτόχρονα. Και εδώ ο έρωτας εκφράζεται με εντελώς αντιφατικούς τρόπους: από τη μία τον τραγουδάς με Queen και από την άλλη με Ρίτα Σακελλαρίου.

Αυτή η αντίφαση των ’80s —που, κακά τα ψέματα, είναι από τις πιο κιτς εποχές της ανθρωπότητας— μου έδωσε μεγάλη σκηνοθετική ελευθερία.

Όταν αποφάσισα να μην της πάω κόντρα, αλλά να δεχτώ ότι μέσα στην ίδια ιστορία μπορούν να συνυπάρξουν και τα μπουζούκια και τα ευρωπαϊκού τύπου gay bar της Αθήνας.

Ποιο είναι το εμπόδιο που έβρισκες συνεχώς απέναντί σου γράφοντας την Αστερόσκονη;

Δεν ήταν ακριβώς εμπόδιο. Νομίζω πως στην πραγματικότητα ήταν περισσότερο ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στους ανθρώπους των οποίων αφηγούμαστε τις ιστορίες — η ανάγκη να ειπωθούν σωστά.

Η έρευνα που προηγήθηκε κράτησε περίπου έξι μήνες, όμως το έργο, ως κείμενο, γράφτηκε μέσα σε δεκαπέντε περίπου ημέρες. Όταν ξεκίνησα να γράφω, όλα βγήκαν εντελώς αβίαστα, χωρίς καμία λογοκρισία ή σκέψη για το πώς θα σκηνοθετηθούν.

Αυτό ήρθε αργότερα. Και ίσως εκεί να εμφανίστηκε το μοναδικό πραγματικό εμπόδιο — από εμένα προς εμένα.

Τη στιγμή δηλαδή που έπρεπε να μεταφέρω στη σκηνή κάτι που είχα γράψει η ίδια. Όταν δουλεύεις πάνω σε κείμενο άλλου συγγραφέα, αφαιρείς πολύ πιο εύκολα κομμάτια.

Όταν όμως τα έχεις γράψει εσύ, όλα σου φαίνονται εξίσου απαραίτητα. Ευτυχώς, μέσα στις πρόβες, αυτές οι αποφάσεις καταλήγουν να παίρνονται κάπως φυσικά.

«Ο χρόνος δεν υπάρχει στην αστΕΡΩΣκονη. Υποτάσσεται κι αυτός», έχει πει η Λίνα Λαζαρή. Θα μας εξηγήσεις τον τρόπο που σκηνοθετικά διαχειρίστηκες τον χρόνο;

Νομίζω πως από τα πιο ενδιαφέροντα σχόλια που άκουσα πέρυσι για την παράσταση ήταν ότι οι ηθοποιοί μοιάζουν σαν να έχουν καβαλήσει ένα κύμα ή ένα τρενάκι λούνα παρκ και να περνούν σχεδόν σαν νερό από τη μία εποχή και ιστορία στην άλλη. Εκεί είναι που, όπως είπε και η Λίνα, υποτάσσεται ο χρόνος.

Από τη μία, στο πώς μπορούν να συνυπάρχουν όλες αυτές οι διαφορετικές εποχές μέσα στο ίδιο έργο· και από την άλλη, στο πώς οι ηθοποιοί κινούνται με ευκολία ανάμεσά τους.

Το γεγονός ότι κάθε εποχή φέρει έντονα τα στοιχεία της —κυρίως γλωσσικά, μουσικά και ενδυματολογικά— ενώ σκηνογραφικά ο χώρος παραμένει σταθερός, είναι κι αυτό που δημιουργεί ενδιαφέρον.

Είναι σαν οι χαρακτήρες να βρίσκουν μια μικρή χαραμάδα και να ξεπηδούν από τις φωτογραφίες τους που κοσμούν τον σκηνικό χώρο και να ζωντανεύουν πάνω στη σκηνή.

Παράλληλα, το κομμάτι των αφηγήσεων για το σύμπαν και τη σχετικότητα του χρόνου και των αποστάσεων προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο ρευστής χωροχρονικότητας μέσα στην παράσταση.

Υπάρχει άραγε το «για πάντα» στον έρωτα;

Το έχω δει σίγουρα — όπως σας είπα — στους παππούδες μου. Θυμάμαι ότι λίγο πριν φύγει ο παππούς μου, είχαμε μαζευτεί όλοι στο σπίτι, παιδιά, εγγόνια, αδέλφια.

Κάποια στιγμή η γιαγιά μου του ζήτησε να μας κοιτάξει και να πει ποιον αγαπάει περισσότερο απ’ όλους. Κι εκείνος απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη «την ομιλούσα».

Οπότε ναι, θα πω ότι υπάρχει. Το αν το έχω νιώσει εγώ… νομίζω πως όχι. Και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που χαίρομαι που έγραψα την «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ» και την παρουσίασα πρώτη φορά ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε.

Γιατί τότε πίστευα πως ήμουν στο «για πάντα». Από όλη αυτή την τρέλα και την ορμή του έρωτα που ένιωθα, βγήκε κάτι πολύ όμορφο — ή έστω κάτι αληθινό. Και αυτό, νομίζω, το αναγνωρίζει το κοινό, είτε του αρέσει η παράσταση είτε όχι.

Μετά το υποβλητικό σκηνοθετικό σου ντεμπούτο στη «Βάιζα», ένιωσες ότι η επιτυχία μπορεί δημιουργικά να σε «φρενάρει» αντί να σε απελευθερώσει ακόμα περισσότερο;

Η «Βάιζα» ήταν η πρώτη μου σκηνοθεσία και θα έχει πάντα μια πολύ ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Η επιτυχία της ήταν απρόσμενη και ακόμη συναντώ κόσμο ή λαμβάνω μηνύματα που με ρωτούν αν πρόκειται να ανέβει ξανά.

Είναι ένα έργο στο οποίο επιστρέφω συχνά και κάθε φορά που το παρουσιάζω, νιώθω πως του δίνω κάτι διαφορετικό. Δεν ένιωσα ότι με φρέναρε· αντιθέτως, με απελευθέρωσε σε πολλά επίπεδα. Είναι ευλογία να πετυχαίνει κάτι που έχεις δημιουργήσει με τόση αγάπη και κόπο.

Η «Βάιζα» είναι ένα καθαρό δείγμα της μίας πλευράς μου — της πιο ποιητικής, αυτής που συνδέεται με την παράδοση και την τελετουργία, στοιχεία που με συνεπαίρνουν και με εμπνέουν όσο τίποτα άλλο.

Η «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ», από την άλλη, πλησιάζει περισσότερο το άλλο μου κομμάτι· το πιο άμεσο, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ίσως και πιο γήινο — με την έννοια του πιο γειωμένου — και τελικά το πιο κωμικό.

Νομίζω πως, στην πραγματικότητα η ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ, λειτουργεί ως η γέφυρα που ενώνει αυτές τις δύο διαφορετικές ποιότητές μου, ειδικά από τη στιγμή που το επόμενο έργο που γράφω είναι καθαρή κωμωδία.

Πολύ συνειδητά επέλεξα το έργο που θα παρουσίαζα μετά τη «Βάιζα» να μην έχει σχεδόν καθόλου κοινά στοιχεία μαζί της. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται και μια πιθανή σύγκριση, η οποία συνήθως αδικεί το έργο που ακολουθεί.

Υπάρχει χώρος στο θέατρο για τους νέους δημιουργούς;

Υπάρχει, αλλά θέλει πολλή πίστη και πολλή δουλειά. Υπάρχει ένας χώρος που δεν σου τον δίνει ούτε το μεγάλο όνομα που πρωταγωνιστεί, ούτε η μεγάλη παραγωγή, ούτε το μεγάλο θέατρο.

Είναι ο χώρος που δημιουργούν ομάδες νέων ανθρώπων, οι οποίοι —λόγω των συνθηκών— αναγκάζονται και τελικά καταφέρνουν να γίνουν πιο δημιουργικοί. Κυρίως, όμως, υπάρχει ο χώρος που σου δίνει ο κόσμος που επιλέγει συνειδητά να παρακολουθεί τη δουλειά νέων καλλιτεχνών.

Και αυτή είναι, πιστεύω, η μεγαλύτερη δύναμή μας. Παρατηρώ με χαρά ότι τα τελευταία χρόνια το κοινό στρέφεται όλο και περισσότερο σε παραστάσεις νέων ομάδων και δημιουργών, ενώ παράλληλα αναπτύσσεται μια ευγενής άμιλλα και μια ουσιαστική συνεργασία ανάμεσα στους νέους σκηνοθέτες.

Και κάπως έτσι, από αυτόν τον μικρό χώρο που έχεις διεκδικήσει και κατακτήσει με μήνες απλήρωτης δουλειάς και προετοιμασίας —συχνά με προσωπικό κόστος και εκμετάλλευση του ίδιου σου του έργου— έρχεται τελικά και ο μεγαλύτερος χώρος.

Έρχονται οι μεγαλύτερες παραγωγές και, το σημαντικότερο, οι έντιμες συνθήκες εργασίας που σέβονται τον καλλιτέχνη και τη δουλειά του και σου επιτρέπουν να ελπίζεις.

Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ» από το InTickets.

Θέατρο Σημείο, Χαρ. Τρικούπη 4, πίσω από το Πάντειο, Καλλιθέα

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version