Εκφασισμός και ύβρις

περίοδος Trump με τη βοήθεια των κοινωνικών δικτύων και του εκφασισμού παραδοσιακών ΜΜΕ σηματοδότησε την επανεμφάνιση όλων των βαθιά ανορθολογικών και αντιδημοκρατικών στοιχείων που υποδόρια απειλούσαν εξαρχής την αμερικανική δημοκρατία. Γράφει ο Δημήτρης Χαραλάμπης.

Μετά τις εκλογές του 2016 ο αριθμός των εκλεκτόρων – και όχι η λαϊκή πλειοψηφία – ανέδειξε στη θέση του προέδρου των ΗΠΑ έναν ψυχοπαθή απατεώνα. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια καταστροφικής θητείας και ένα φασιστικό κρεσέντο στο τέλος της για να αναγνωριστεί και στο επίπεδο πλέον του δημόσιου λόγου ότι ο πρόεδρος δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα, ότι η συμπεριφορά του είναι παθολογική και επικίνδυνη και ότι οι οπαδοί της υπεροχής της λευκής φυλής, που αποτελούν τον πυρήνα των πιστών του, δεν είναι παρά η αμερικανική εκδοχή του φασισμού. Η περίοδος Trump με τη βοήθεια των κοινωνικών δικτύων και του εκφασισμού παραδοσιακών ΜΜΕ σηματοδότησε την επανεμφάνιση όλων των βαθιά ανορθολογικών και αντιδημοκρατικών στοιχείων που υποδόρια απειλούσαν εξαρχής την αμερικανική δημοκρατία. Είτε αναφερόμαστε στην Κου-Κλουξ-Κλαν, είτε στον μακαρθισμό, είτε στον Goldwater του 1964 και στη συντηρητική επανάσταση του Ginrich το 1994, είτε στο μένος των tea-parties εναντίον του Obama, πρόκειται για την έξαρση ενός βαθύτατα αντιδημοκρατικού ανορθολογισμού, ο οποίος οδήγησε στην επίθεση στο Καπιτώλιο.

Οι εξευτελιστικές για την αμερικανική δημοκρατία εικόνες της κατάληψης του Καπιτωλίου από έναν γκροτέσκο φασιστικό όχλο ολοκλήρωσαν μια προεδρία της οποίας η ιστορική αποτύπωση μέχρι την 6η Ιανουαρίου ήταν το ψεύδος και οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί της απόλυτης ανικανότητας διαχείρισης της πανδημικής κρίσης.

Ομως μπορεί η εικόνα του εξευτελισμού της αμερικανικής δημοκρατίας να υπήρξε η πιο χαρμόσυνη είδηση των τελευταίων ετών για το Πεκίνο και τη Μόσχα, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος προχωρά πέρα από τον παροξυσμό της σύλησης του ιερού αυτού χώρου της δημοκρατίας, όπως ορθά αποκαλείται το Καπιτώλιο, από τον παρανοϊκό όχλο του Make America Great Again και των QAnon που πιστεύουν ότι ο κόσμος κυριαρχείται από παιδεραστές που πίνουν αίμα παιδιών (προσαρμογή της γνωστής παράκρουσης των «πρωτοκόλλων των σοφών της Σιών»).

Ο πραγματικός κίνδυνος για τη δημοκρατία βρίσκεται στους 139 αντιπροσώπους και στους 12 γερουσιαστές που μετά την έξωση του όχλου από το Καπιτώλιο γύρισαν στον ιερό αυτόν χώρο και ψήφισαν εναντίον της αποδοχής του αποτελέσματος της προεδρικής εκλογής. Ψήφισαν υπέρ της παράνοιας της άρνησης της πραγματικότητας, υπέρ της κατάφωρης κατάργησης του ορθού λόγου που αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας και για αυτό το θεμέλιο της ιερότητας αυτού του χώρου. Δεν φόρεσαν περικεφαλαίες με κέρατα βούβαλου, ούτε ανέμιζαν τις σημαίες της δουλοκτησίας. Εκαναν όμως ακριβώς το ίδιο όπως οι παραληρηματικοί καταληψίες. Κηλίδωσαν την ιερότητα του χώρου. Αυτή τη φορά όχι ως ζηλωτές της εναλλακτικής πραγματικότητας, αλλά εν ονόματι του απόλυτου πολιτικού οπορτουνισμού. Απλώς η αισθητική της εικόνας διαφοροποιήθηκε.

Ο Trump δεν είναι πολιτικό πρόσωπο. Είναι ένας ψυχοπαθής του οποίου ο ναρκισσισμός, η απόλυτη αδυναμία ενσυναίσθησης και η παθογενής ανωριμότητα μπόρεσαν να υπάρξουν στο πλαίσιο της απάτης και της διαφθοράς που χαρακτηρίζουν την κλεπτοκρατική λογική των κύκλων της πλουτοκρατίας στην οποία ανήκει και όπου η φοροδιαφυγή και η εξαπάτηση θεωρούνται το κορυφαίο λάφυρο της επιτυχίας: Η καθοριστική διαφοροποίηση του winner από τον loser. Μια στάση ζωής που κορυφώθηκε μέσα από την εμπειρία που είχε ως παρουσιαστής ενός reality show κοινωνικού δαρβινισμού που τον έκανε τελικά πασίγνωστο σε μια βαθύτατα πολωμένη κοινωνία.

Αν μπορούσε να σκεφτεί πολιτικά ο Trump, θα καταλάβαινε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών τον καθιστούσε μακροπρόθεσμα απόλυτο κυρίαρχο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Πέτυχε παρ’ όλη την πανδημία το καλύτερο αποτέλεσμα που είχε πάρει ποτέ Ρεπουμπλικανός υποψήφιος. Μπορεί ο Biden να πήρε 7 εκατ. περισσότερες ψήφους, αλλά το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν η απόδειξη ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να οδηγήσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 και στις προεδρικές του 2024. Ομως αυτό θα σήμαινε πολιτική και στρατηγική σκέψη. O Trump δεν είναι όμως παρά μια ανώριμη προσωπικότητα που εκτός από τον εαυτό του δεν αναγνωρίζει τίποτα άλλο. Η παραληρηματική άρνηση του εκλογικού αποτελέσματος, ήδη μήνες πριν από τις εκλογές, είναι η πεισματική άρνηση της πραγματικότητας. Οι 60 αποτυχημένες δικαστικές προσπάθειες για την ακύρωση του εκλογικού αποτελέσματος είναι ο πανικός μπροστά στον φόβο ότι τελικά ο ίδιος είναι loser. Η τραγική υποβάθμιση της πανδημίας δεν ήταν παρά η άρνηση της πραγματικότητας και η παρανοϊκή άρνηση του εκλογικού αποτελέσματος, η τελική πτώση στη δίνη του χάους της εναλλακτικής πραγματικότητας.

Την πολιτική του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος την εκφράζει ο απόλυτα κυνικός οπορτουνισμός του μέχρι τώρα προέδρου της πλειοψηφίας στη Γερουσία Mits McConnell και του πιθανότατα επόμενου υποψήφιου προέδρου των Ρεπουμπλικανών Ted Cruze. Ο McConnell είχε υποστηρίξει αρχικά την υποψηφιότητα Trump όταν αυτός αποδέχτηκε όλους τους υποψηφίους για το Ανώτατο Δικαστήριο που είχε προτείνει ο McConnell, ειδικά όμως τώρα, μετά την απώλεια της Τζόρτζια και γι’ αυτό της πλειοψηφίας στη Γερουσία, λόγω της εμμονής του Trump στα περί νοθείας, ο Trump είναι άχρηστος. Ο Trump, του οποίου το δημαγωγικό μένος υπήρξε το μέσο για την λαϊκιστική ένταξη της μεσαίας τάξης των λευκών και των χαμένων της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής επανάστασης στην πολιτική της οικονομικής ολιγαρχίας, δεν έχει πλέον πολιτική αξία. Αλλωστε οι πιθανές ποινικές και αστικές δικαστικές περιπέτειες που τον περιμένουν, όπως και η πιθανή αποπομπή του, τον καθιστούν καμένο χαρτί. Η ψυχοπαθολογική συμπεριφορά του έφτασε την 6η Ιανουαρίου στα όριά της. Ο όχλος στο Καπιτώλιο σήμανε την απειλή του ανεξέλεγκτου.

Το ζητούμενο είναι μια στρατηγική διατήρησης της επιρροής στα μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα. Οι Ρεπουμπλικανοί είχαν να χάσουν συγχρόνως την προεδρία, τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων από το 1892. Οι τραμπιστές είναι απαραίτητοι, αλλά προφανώς δεν αρκούν πλέον. Ο λαϊκιστικός ανορθολογισμός ως συστημικός ορθολογισμός της εκλογίκευσης και αναπαραγωγής της ανισότητας που εδώ και περίπου σαράντα χρόνια απειλεί τη δημοκρατία χρειάζεται μια νέα πολιτική διαχείριση αν θέλει να κερδίσει και πάλι το παιχνίδι. Ο Trump έφτασε στα όριά του. Ο McConnell και ο Cruz θα επιχειρήσουν τη νέα στρατηγική διαχείρισης του ανορθολογισμού. Ας ευχηθούμε ότι θα αποτύχουν.

 

Ο κ. Δημήτρης Χαραλάμπης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.