Μαρκ Μαζάουερ: «Ο ακραίος εθνικισμός είναι μια φαντασίωση»

Ο Μαξ Μόρντχελ (1874-1952) ήταν ένας άνθρωπος που προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο. Είχε γεννηθεί στα τέλη του 19ου αιώνα στο Γκρόντνο της σημερινής Λευκορωσίας, μια πόλη στην τότε λεγόμενη «Ζώνη Εγκατάστασης», εκείνη την εκτεταμένη λωρίδα της Δυτικής Ρωσίας όπου οι Εβραίοι της τσαρικής αυτοκρατορίας είχαν περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά κατόπιν διατάγματος.

Ο Μαξ Μόρντχελ (1874-1952) ήταν ένας άνθρωπος που προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο. Είχε γεννηθεί στα τέλη του 19ου αιώνα στο Γκρόντνο της σημερινής Λευκορωσίας, μια πόλη στην τότε λεγόμενη «Ζώνη Εγκατάστασης», εκείνη την εκτεταμένη λωρίδα της Δυτικής Ρωσίας όπου οι Εβραίοι της τσαρικής αυτοκρατορίας είχαν περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά κατόπιν διατάγματος. Υπήρξε ηγετικό στέλεχος του ρωσοεβραϊκού σοσιαλιστικού κόμματος Μπουντ, του μεγαλύτερου και καλύτερα οργανωμένου εργατικού κινήματος της ρωσικής αυτοκρατορίας που είχε ως στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών. Εζησε την Επανάσταση του ’17, αλλά ως μπουντιστής βρέθηκε απέναντι από τους μπολσεβίκους και βίωσε ότι οι νικητές ενίοτε –ή more often than not, όπως λένε και στην Αγγλία που έγινε τελικά η νέα πατρίδα του στη διάρκεια του Μεσοπολέμου –συνθλίβουν τους πρώην συνοδοιπόρους από τη στιγμή που δεν συντάσσονται πλήρως με την ιδεολογία τους.
Ο Μαρκ Μαζάουερ είναι ο εγγονός του Μαξ Μόρντχελ. Να λοιπόν γιατί τον γοήτευαν πάντα οι χαμένοι της Ιστορίας. «Καμία νίκη δεν διαρκεί εσαεί –σημασία έχει το πώς διαχειρίζεσαι την ήττα» σημειώνει στο «Οσα δεν είπες» (εκδόσεις Αγρα) ο πολύ γνώριμος σε εμάς τους Ελληνες καθηγητής Ιστορίας του αμερικανικού Πανεπιστημίου Κολούμπια με ειδίκευση στη σύγχρονη Ελλάδα και στην Ευρώπη. Πρόκειται για το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο ξεκινάει από την ιστορία του Μαξ, προτού αρχίσει να κατεβαίνει, κλαδί το κλαδί, το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας και σταθεί στην ιστορία του Μπιλ Μαζάουερ (1925-2009). Γιατί αντίθετα με τις αρχικές ενδείξεις, καθώς διαβάζεις τις σελίδες του, αυτό είναι ένα βιβλίο για τον πατέρα του Μαρκ Μαζάουερ. Εναν άνδρα που μεγάλωσε δίχως να ξέρει πολλά απ’ όσα αποκαλύπτει ο γιος του για την πολυτάραχη ιστορία της οικογένειας, πέρα από το ότι οι ηττημένοι είχαν σχεδόν πάντα τον πρώτο λόγο. Ο Μαζάουερ ήθελε να μάθει πώς διαμόρφωσε την προσωπικότητά του η Ιστορία που μαινόταν δίπλα του.
«Δεν είμαστε αυτόνομες μονάδες που τυχαίνει να βρεθούμε για μια στιγμή στη Γη, είμαστε το προϊόν πολλών γενεών που προηγήθηκαν» είπε στο BHΜΑgazino λίγες ημέρες προτού βρεθεί στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου του σε μια ασφυκτικά γεμάτη, όπως αποδείχθηκε, Στοά του Βιβλίου. «Το ξέρουμε αυτό, αλλά δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει για εμάς, οπότε προσπαθούμε να το μάθουμε. Εγώ ήθελα να διερευνήσω πώς οι μεγάλες δυνάμεις της Ιστορίας του 20ού αιώνα συναντήθηκαν για να δώσουν σχήμα στη μορφή του πατέρα μου. Δεν θα μπορούσα να το καταφέρω αυτό για κανέναν άλλον, εκτός και αν τους ήξερα προσωπικά όπως γνώριζα εκείνον. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον όσο και θεμελιώδες ερώτημα. Δεν άπτεται της δικαιοδοσίας των ιστορικών, οι οποίοι συνήθως μελετούν τις αλλαγές και προσπαθούν να εξηγήσουν την ανάδυση κάποιου κοινωνικού φαινομένου. Αυτό το ερώτημα το απαντούν συνήθως οι συγγραφείς. Αυτή τη φορά όμως προσπάθησα να απαντήσω εγώ». Κάπως έτσι λοιπόν κάθισε και έγραψε ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα.

Ο ιστορικός που γράφει σαν μυθιστοριογράφος

Η πρώτη του ύλη ήταν οι μικρές ιστορίες συγγενών εξ αίματος αλλά και εξ αγχιστείας ή απλώς ανθρώπων που συνδέθηκαν με τα μέλη της οικογένειας. Ο Χέρμαν Σουμπ, ένας θείος οικονομολόγος που επιστρατεύθηκε για να οργανώσει την επιτροπή κρατικού σχεδιασμού της κομμουνιστικής οικονομίας και έγινε τελικά ένα από τα θύματα των σταλινικών διώξεων. Ο Νικολάι Κρυλένκο, ένας λαϊκός κομισάριος δικαιοσύνης στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας στο Κρεμλίνο και αργότερα γενικός εισαγγελέας της ΕΣΣΔ, ο οποίος είχε τελικά την ίδια μοίρα με τα θύματά του. Ιστορίες δραματικές, ιστορίες τραγικές, ορισμένες από τις οποίες μοιράστηκε με τον Μαρκ Μαζάουερ ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο Μπιλ Μαζάουερ έδειχνε πάντα μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία της οικογένειας, «έχτιζε γενεαλογικά δέντρα» και κρατούσε γράμματα, φωτογραφίες, αλλά κυρίως τις αναμνήσεις του ανέπαφες από το πολύχρωμο μωσαϊκό των συγγενών του σε Ρωσία, Γαλλία και Αγγλία, όπου είχαν διασκορπιστεί οι οικογένειες των γονιών του, Μαξ και Φρούμα.
Τις ελλείψεις των οικογενειακών αρχείων και τα κενά των αφηγήσεων που είχε φροντίσει να μαγνητοφωνήσει, ο Μαρκ Μαζάουερ τα συμπλήρωσε και χάρη στο Internet. «Μεγάλο μέρος της έρευνας έγινε μέσα από τον υπολογιστή, ιδίως το κομμάτι που αφορούσε την Αγγλία, γιατί είναι μια χώρα που βρίσκεται στην αιχμή της πρωτοπορίας όσον αφορά την ψηφιοποίηση δημόσιων αρχείων. Ιδίως αν προέρχεσαι από το Λονδίνο, όπως εγώ, μπορείς να βρεις ψηφιοποιημένους όλους τους τηλεφωνικούς καταλόγους της πόλης στη διάρκεια του 20ού αιώνα, τα ονόματα του εκλογικού σώματος με τη διεύθυνσή τους, όλες τις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως, θανάτου και τους γάμους. Για έναν ιστορικό όλη αυτή η πληροφορία είναι ένας κρυμμένος θησαυρός, γιατί μπορείς να εστιάσεις σε έναν συγκεκριμένο δρόμο και να καταγράψεις ποιος έζησε εκεί, ποιος μετακόμισε και τι τους συνέβη μέσα σε μια περίοδο που φτάνει και τα πενήντα χρόνια. Δεν είχα κάνει κάτι αντίστοιχο και ήταν συναρπαστικό».
Παράλληλα, η ιστορική έρευνα που διεξήγαγε για το άγνωστο στο ευρύ κοινό «Μπουντ» φέρνει στο φως ζητήματα που εμμέσως αφορούν τη σημερινή κρίση της Αριστεράς. «Ο Μαξ εκπροσωπεί όλα τα ηττημένα οράματα της Αριστεράς πριν από την Επανάσταση του ’17. Οι περισσότεροι έχουμε ξεχάσει ότι υπήρξαν κάποτε και ότι πρόσφεραν μια εναλλακτική θεώρηση στο επιτυχημένο μοντέλο που επικράτησε» θα σχολιάσει.
Το βιβλίο θυμίζει κατ’ αρχάς τους «Ξεριζωμένους» του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, κυρίως χάρη στον τρόπο με τον οποίο παρεμβάλλονται οι φωτογραφίες των συγγενών του Μαζάουερ και φορτίζουν την πλοκή της εις βάθος διερευνημένης ιστορίας τους. «Ναι, είχα το πρότυπο ορισμένων συγγραφέων που θαυμάζω πολύ, όπως ο Zέμπαλντ. Δεν είναι ιστορικοί, αλλά είναι πολύ καλοί στο να δημιουργούν μια ατμόσφαιρα και να σε παρασύρουν στον κόσμο τους. Οπως ο Τζέιμς Σόλτερ, ο οποίος έχει γράψει βιβλία αλλά και αυτοβιογραφικά κείμενα και η πρόζα του είναι εξαιρετική, μυστηριώδης, ευφυέστατη. Πρότυπο υπήρξε για εμένα και το βιβλίο «Mother Country», στο οποίο ο δημοσιογράφος του εντύπου «The London Review of Books», Τζέρεμι Χάρντινγκ, κατέγραφε την αναζήτηση για τη βιολογική του μητέρα. Ενα άλλο είναι το «Ντόρα Μπρούντερ» του Πατρίκ Μοντιανό, ένα βιβλίο βασισμένο στην έρευνα του συγγραφέα προκειμένου να βρει ετεροχρονισμένα τα ίχνη μιας γυναίκας που αγνοούνταν στη διάρκεια της Κατοχής».
Επιρροές που εμπεριέχουν στον πυρήνα τους την αγωνιώδη αναζήτηση για το «πώς καταλήξαμε να γίνουμε αυτοί που είμαστε» θα πει ο Μαζάουερ. «Οπως αντιλαμβανόμαστε, για όλους μας τον μεγαλύτερο ρόλο σε αυτή τη διαμόρφωση τον έχουν παίξει η οικογένειά μας και το μέρος όπου μεγαλώσαμε. Ολοι μας, ή τέλος πάντων οι περισσότεροι από εμάς, έχουμε την έγνοια να αποσαφηνίσουμε τις συνθήκες, να ανατρέξουμε στους κρίκους της γενεαλογικής μας αλυσίδας. Είναι απολύτως φυσιολογικό».
Εξίσου φυσιολογικό και αναμενόμενο είναι ότι το ενδιαφέρον συνήθως είναι όψιμο. Τέτοιου είδους βιβλία συνήθως γράφονται όταν οι γονείς γερνούν ή έχουν πεθάνει και οι συγγραφείς έχουν μικρά παιδιά στα οποία θέλουν να συστήσουν τους συγγενείς τους. «Ναι, δεν με ενδιέφερε να μάθω περισσότερα όταν ήμουν νέος. Ποιος στο καλό ενδιαφερόταν για τη διαφορά ανάμεσα στο Γκρόντνο, στη Βίλνα και στο Σμολένσκ; Ολες οι πόλεις ήταν εκεί κάπου στον χάρτη. Ηξερα πού, αλλά δεν μου φαινόταν και τόσο σημαντικό να το διερευνήσω περισσότερο» παραδέχεται ο Μαζάουερ.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μπορείς να διαχειριστείς αυτή τη γνώση από πολιτική σκοπιά σε μια εποχή που το «ανήκειν» γίνεται οχυρό για κάθε είδους εθνικιστικές τάσεις. «Ναι, πίσω από την αναζήτηση ελλοχεύει το ρίσκο ότι μπορεί να εξιδανικεύσεις την ιδέα πως ανήκεις σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Αλλο είναι να βρεις από πού προέρχεσαι και άλλο το τι κάνεις με αυτή τη γνώση. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνεις κάτι. Προσωπικά, αισθάνομαι ιδιαίτερα συνδεδεμένος με το βόρειο Λονδίνο, αλλά δεν είμαι ένας λονδρέζος εθνικιστής, γιατί αυτό θα ήταν κάτι εντελώς παράλογο. Αν όλοι οι εθνικιστές έψαχναν καλά την οικογενειακή τους ιστορία, πολλοί από αυτούς θα ανακάλυπταν πολλές άβολες αλήθειες. Οπως ότι ίσως δεν έχουν καταγωγή από το μέρος για το οποίο έχουν αναπτύξει αυτά τα ακραία συναισθήματα ή ότι, για παράδειγμα, μέλη της οικογένειάς τους είχαν έρθει στη χώρα ως πρόσφυγες. Ο ακραίος εθνικισμός είναι μια φαντασίωση και το καλύτερο αντίδοτο σε αυτόν θα ήταν να πεις σε όσους τον ενστερνίζονται: «Πηγαίνετε να ψάξετε την ιστορία της οικογένειάς σας και να είστε ειλικρινείς με ό,τι θα ανακαλύψετε, γιατί σίγουρα θα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τη φαντασίωση, που είναι πολύ βαρετή και προβλέψιμη»».

Η σηµασία της σιωπής

Αυτό που ανακάλυψε ο ίδιος ο Μαζάουερ ήταν ότι ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα του, καρπός της σχέσης του Μαξ και της ρωσίδας επαναστάτριας Σοφίας Κρυλένκο, αδελφής του προαναφερθέντος αδίστακτου εισαγγελέα του Στάλιν, Νικολάι, είχε τεράστια δυσκολία να αποδεχθεί ότι ο πατέρας του ήταν Εβραίος. Αυτός, σύμφωνα με τον Μαζάουερ, ήταν ο λόγος που οδήγησε τον ετεροθαλή θείο να βρει καταφύγιο στην Καθολική Εκκλησία και στον φαντασιακό κόσμο των θεωριών συνωμοσίας και του νεοφασισμού. Η ετεροθαλής αδελφή του πατέρα του, από τον πρώτο γάμο της γιαγιάς του Μαζάουερ, ακολούθησε μια πιο ρομαντική προσέγγιση. Εξιδανίκευσε την τσαρική περίοδο και έγινε συγγραφέας μιας σειράς λογοτεχνικών ιστοριών με πάθη και έρωτες εντός της αυτοκρατορικής αυλής. Ο πατέρας του Μαζάουερ, ο οποίος εργαζόταν στην εταιρεία Lever Brothers και ήταν μέλος του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας, έζησε «μια αρκετά ευτυχισμένη ζωή», χωρίς εξάρσεις και ακρότητες, με τη γυναίκα του και τους τέσσερις γιους τους.
Ο δικός του ο πατέρας, Μαξ, αυτός που είχε υπάρξει «ένας γνήσιος επαναστάτης», αντιμετώπιζε ισότιμα τα παιδιά, τουλάχιστον ως προς τη σιωπή που επεφύλασσε σε όλους ανεξαιρέτως. Γιατί δεν μιλούσε σε κανέναν, ούτε καν στην ίδια του τη γυναίκα, για όσα είχε ζήσει στη Ρωσία, για τον ρόλο του στην οργάνωση του κόμματος Μπουντ ή για τα αδέλφια του που έχασε στο γκέτο της Βίλνας στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην πολιορκία του Λένινγκραντ. Ηταν ένας σιωπηλός άνθρωπος που ήθελε να απελευθερώσει τα παιδιά του από το βάρος της Ιστορίας.
«Ο παππούς άφησε χώρο να δημιουργήσουν τη δική τους σχέση με το παρελθόν και το μέλλον, αντί να τους επιβάλει κάποιου είδους υποχρεωτική θλίψη απέναντι σε αυτά» σημειώνει στο βιβλίο του ο Μαζάουερ. Εξάλλου, μια άλλη θεματική που διατρέχει το βιβλίο, χωρίς να πρωταγωνιστεί σε αυτό, αφορά τη σημασία της σιωπής. «Θα ήταν πολύ ωραίο να καθιερώναμε μια μέρα σιωπής, στη διάρκεια της οποίας κανένας δεν θα μιλούσε για το πόσο άσχημα περνάει» θα πει γελώντας ο Μαζάουερ.
«Είμαστε εμμονικοί με το τραύμα και τις δυστυχισμένες ζωές, όμως οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι ενδιαφέρονταν για την ευδαιμονία και τη θεωρούσαν ύψιστο αγαθό» θα αστειευθεί ο βρετανός ιστορικός. Πολλά έχουν αλλάξει όμως από τότε αλλά και από πιο πρόσφατα. «Σήμερα έχουμε τη τάση να πιστεύουμε ότι η σιωπή καταπιέζει τον άνθρωπο, και αυτό είναι αλήθεια στις περισσότερες περιπτώσεις. Ενα τραύμα που δεν συζητιέται όντως προκαλεί προβλήματα. Νομίζω όμως ότι το ψυχαναλυτικό μοντέλο έχει αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στον πολιτισμό μας και χρειάζεται να μιλήσουμε περισσότερο για την υπερβολική αυτοπεποίθησή του. Είναι σαν να σου λέει κάποιος: «Ελα σε μένα και μίλα μου και εγώ θα αποδεσμεύσω την οικογένειά σου από το βάρος και θα της επιτρέψω να λειτουργεί ομαλά». Ορισμένες φορές υπάρχουν βάρη δυσβάσταχτα, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Για παράδειγμα, εάν κάποιος είναι επαναστάτης και πιστεύει σε μια ιδεολογία η οποία τελικά δεν επικρατεί, το πιο λογικό πράγμα είναι απλώς να αποδεχθεί αυτή την «ήττα» και να προχωρήσει. Μπορεί να είναι πολύ επώδυνο για εκείνον να το συζητήσει και δεν πρόκειται να κερδίσει και τίποτα με το να το πράξει, ή τουλάχιστον αυτή μπορεί να είναι η άποψή του. Γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις η σιωπή δεν είναι κάτι το μεμπτό, ιδίως όταν έχεις μικρά παιδιά. Υπό μία έννοια είναι ένδειξη σεβασμού προς αυτά, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο τούς επιτρέπεις να βρουν τον δρόμο τους».

Γιατί η Ελλάδα

Κάπως έτσι φτάνουμε στον ίδιο τον Μαρκ Μαζάουερ. Ο εγγονός ενός επαναστάτη και ο γιος ενός ικανοποιημένου από τη ζωή του ανθρώπου γεννήθηκε το 1958 και μεγάλωσε στο Λονδίνο τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 χωρίς να έχει δείγματα ότι το οικογενειακό παρελθόν καθορίζεται από το Ολοκαύτωμα αλλά και δίχως να γνωρίζει πώς η Ιστορία της πάλαι ποτέ ρωσικής αυτοκρατορίας συνέθλιψε τους συγγενείς του. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος αποφάσισε να γίνει ιστορικός. «Δεν έχω μια καλή εξήγηση για αυτή την επιλογή μου, γι’ αυτό και θα πω κάτι μπανάλ. Στο Γκόλντερς Γκριν του Λονδίνου, όπου μεγάλωσα, ένα βαρετό, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, προάστιο που ξεπετάχτηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, υπήρχαν μόνο μικρά θραύσματα της Ιστορίας. Νομίζω ότι η απουσία της με ώθησε να αφουγκράζομαι τα σημάδια της επιβίωσής της και τελικά να αντιληφθώ τις ευκαιρίες που σου προσφέρει να σκεφθείς για τον εαυτό σου σε ένα βάθος χρόνου. Εάν είχα μεγαλώσει σε ένα όμορφο μέρος με πολλή ιστορία τριγύρω μου, ίσως να μην είχα αισθανθεί το ίδιο».
Υστερα δε από την ανάγνωση του «Οσα δεν είπες» προκαλεί εντύπωση πως όταν αποφάσισε να αποκτήσει ειδίκευση στον τομέα του με το διδακτορικό του, εκείνος επέλεξε να εντρυφήσει στην ιστορία μιας χώρας με την οποία δεν είχε καμία σχέση. Η διατριβή του αφορούσε την αδυναμία αποπληρωμής του ελληνικού χρέους το 1932 και τις συνέπειές της. Εξάλλου, το βιβλίο με το οποίο προκάλεσε αίσθηση ήταν το «Στην Ελλάδα του Χίτλερ: Η εμπειρία της Κατοχής 1941-1944» προτού κυκλοφορήσει το διαβατήριο για τη διεθνή αναγνώριση, με τίτλο «Σκοτεινή Ηπειρος: Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας» και η πολύκροτη «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων».
«Κανένας δεν με πιστεύει όταν λέω πως οι παραλίες είναι πολύ καλύτερες στην Ελλάδα απ’ ό,τι στη Βαλτική θάλασσα» θα εξηγήσει μισοαστεία αλλά περισσότερο μισοσοβαρά. «Γιατί να ειδικευθείς στην ιστορία της Βορειοανατολικής Ευρώπης όταν μπορείς να ειδικευθείς στην ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης; Αυτή ήταν η άποψή μου όταν ήμουν νέος και μένω πιστός σε αυτήν. Ηταν μια επιλογή που είχε να κάνει με την οξεία αντίθεση ανάμεσα στο μέρος όπου μεγάλωσα και σε όλα όσα ανακάλυψα στην Ελλάδα. Νομίζω ότι τη βρήκα γοητευτική όχι μόνο γιατί ήταν τόσο όμορφη αλλά πρωτίστως γιατί ήταν τόσο διαφορετική. Αυτή η αντίθεση ήταν πολύ σημαντική για μένα. Επειτα, όταν κάνεις μια επιλογή, ζεις με αυτήν, δεν αλλάζεις κατεύθυνση. Οπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ήταν μια επιλογή για την οποία δεν μετανιώνω καθόλου».
Από τη Νέα Υόρκη όπου κατοικεί τα τελευταία χρόνια παρακολουθεί να εκτυλίσσεται το σίριαλ του Brexit, «η πιο ανόητη και καταστροφική απόφαση που έχουν πάρει οι Βρετανοί εδώ και πολύ καιρό», αρθρογραφεί σε εφημερίδες και ερωτάται συχνά πυκνά να σχολιάσει την ελληνική πολιτική επικαιρότητα. Οπως για παράδειγμα το περίφημο «Μακεδονικό». «Δεν μου αρέσει να επεμβαίνω σε εσωτερικές υποθέσεις τέτοιου είδους και δεν έχω παρακολουθήσει από κοντά τι έχει συμφωνηθεί. Απλώς διαβάζω εφημερίδες και αυτό δεν αρκεί. Θα έπρεπε να επιτευχθεί μια συμφωνία το συντομότερο και αισθάνομαι ότι δεν υπάρχει στρατιωτική απειλή για την Ελλάδα από τον Βορρά».
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 1 Ιουλίου 2018.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.