Πώς ο Ντόναλντ Τραμπ υπονομεύει την αμερικανική ηγεμονία

Με την ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών, και κυρίως της Κίνας, η συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής ηγεμονίας παίζει κεντρικό ρόλο στον δημόσιο χώρο.

Με την ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών, και κυρίως της Κίνας, η συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής ηγεμονίας παίζει κεντρικό ρόλο στον δημόσιο χώρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως βραχυπρόθεσμα οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να έχουν τα πρωτεία όχι μόνο στον στρατιωτικό και στον οικονομικό, αλλά και στον χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Από την άλλη μεριά όμως, το τεράστιο μέγεθος του πληθυσμού και η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας, παρ’ όλες τις παλινδρομήσεις και τις δυσκολίες που η ύστερη ανάπτυξη της δημιουργεί, την καταστούν έναν σοβαρό παίκτη στην παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική αρένα.
Θα υποστηρίξω πως αν ο Τραμπ συνεχίσει να κυβερνά με αυτόν τον υπερπατριωτικό/αμερικανοκεντρικό και συγχρόνως χαώδη τρόπο θα αυξήσει τις πιθανότητες να κατακτήσει ο κινεζικός κολοσσός τον ηγεμονικό ρόλο στα χρόνια που έρχονται. Βέβαια ο αμερικανός πρόεδρος έχει ως κύριο στόχο να κάνει τη χώρα του «πρώτη». Ο τρόπος όμως που προσπαθεί να το πετύχει θα οδηγήσει στο αντίθετο, στο να χάσει η χώρα τα πρωτεία της, στο να γίνει λιγότερο ηγεμονική. Και αυτό για τέσσερις βασικούς λόγους.
Προστατευτισμός
Ο Τραμπ ακολουθεί μια νεοφιλελεύθερη πολιτική στο εσωτερικό της χώρας (μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και των πλουσίων) και συγχρόνως μια προστατευτική πολιτική στο εξωτερικό εμπόριο. Ο προστατευτισμός όμως δεν μειώνει μόνο την παγκόσμια παραγωγή πλούτου, αλλά υποσκάπτει και την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας. Τα αναπόφευκτα αντίμετρα των χωρών που πλήττονται από την άνοδο των αμερικανικών δασμών, όπως η Κίνα και το Μεξικό, κάνουν τα εισαγόμενα προϊόντα πιο ακριβά για εκατομμύρια αμερικανών καταναλωτών. Με αυτόν τον τρόπο οι ΗΠΑ διασώζουν μεν τις λεγόμενες «σκουριασμένες βιομηχανίες», ή πιο γενικά τις μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, αλλά συγχρόνως μειώνουν τη ζήτηση και το επίπεδο ζωής της πλειοψηφίας.
Ενας πολύ πιο οικονομικός τρόπος αντιμετώπισης των τεχνολογικά ξεπερασμένων επιχειρήσεων είναι το κλείσιμό τους, και συγχρόνως η οικονομική και κοινωνική στήριξη των ανέργων μέσω μιας αποτελεσματικής μετεκπαίδευσης, της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων στις περιοχές που μαστίζονται από υψηλή ανεργία, καθώς και μέσω μιας γενναιόδωρης κοινωνικής βοήθειας. Οι υψηλοί δασμοί βοηθούν μόνο τις οικονομίες της ύστερης ανάπτυξης που, στα αρχικά στάδια της εκβιομηχάνισης, οι επιχειρήσεις χρειάζονται προστατευτικά τείχη μέχρι να «ενηλικιωθούν». Ο Τραμπ μπορεί με τους δασμούς να προστατεύσει μια μικρή μειοψηφία εργαζομένων, αλλά βλάπτει την ανάπτυξη και άρα την πλειοψηφία του πληθυσμού.
Ενάντια στη διεύρυνση των διεθνών αγορών
Η εναντίωση του αμερικανού προέδρου σε διεθνείς συμφωνίες για τη διεύρυνση του παγκόσμιου εμπορίου, όπως αυτή της διατλαντικής συμφωνίας (TTP), θα έχει επίσης αρνητικά αποτελέσματα σε όλη την αμερικανική οικονομία. Η συμφωνία θα οδηγήσει βέβαια σε χαμένους και κερδισμένους. Αλλά ο τρόπος προστασίας των πρώτων δεν είναι η διατήρηση αντιοικονομικών, μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Οπως ήδη ανέφερα, η οικονομικά πιο αποτελεσματική και κοινωνικά πιο δίκαιη λύση είναι η δημιουργία νέων συνθηκών που θα βοηθήσουν τον εκσυγχρονισμό των μη ανταγωνιστικών μονάδων ή την επανένταξη των ανέργων.
Εδώ πρέπει επίσης να αναφερθούμε στην προσπάθεια του αμερικανού προέδρου να επαναφέρει στις ΗΠΑ αμερικανικές πολυεθνικές που λειτουργούν και έχουν την κύρια βάση τους εκτός ΗΠΑ. Σε έναν βαθμό, μπορεί να πετύχει ο Τραμπ την επιστροφή μερικών από τις παραπάνω επιχειρήσεις. Αλλά οι πιο πολλές τείνουν να μην έχουν πατρίδα. Εχουν διεισδύσει στις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη σε τέτοιον βαθμό που επιστροφή τους σημαίνει μερική έστω «αποπαγκοσμιοποίηση». Ενάντια στον ανερχόμενο λαϊκισμό της Δεξιάς και της Αριστεράς, η επιστροφή στην αυτονομία του κράτους έθνους δεν είναι μόνο οπισθοδρομική αλλά και αδύνατη. Τουλάχιστον σε αυτό το θέμα, το ρολόι της Ιστορίας δεν γυρνάει πίσω.
Η αποδυνάμωση των βασικών συμμαχιών
Η μερική αποστασιοποίηση του Τραμπ από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ έχει ήδη οδηγήσει, μεταξύ άλλων, τη Γερμανία και τη Γαλλία να αντιληφθούν πως δεν μπορούν πια να βασίζονται στην αμερικανική στήριξη, ούτε στον στρατιωτικό ούτε στον διπλωματικό τομέα. Βέβαια, αυτό είναι σίγουρα θετικό για την ΕΕ. Θα τη βοηθήσει να αποφύγει την πιθανή κατάρρευση προχωρώντας πολύ πιο γρήγορα στην πολιτική και κοινωνική ενοποίηση. Από την άλλη μεριά, ο χαοτικός και συγχρόνως ad hoc, αυθαίρετος τρόπος αντιμετώπισης των ευρωπαίων συμμάχων μειώνει τη δύναμη και σταθερότητα της αμερικανικής ηγεμονίας.
Οι Ευρωπαίοι θα αναγκαστούν να συνάψουν νέες συμμαχίες στην Ασία και αλλού, πράγμα που αμβλύνει σημαντικά το κύρος και τη δύναμη της αμερικανικής επικράτειας. Ο αμερικανός πρόεδρος έχει αρχίσει να αποδομεί την παγκόσμια τάξη που οι ΗΠΑ, πριν αλλά και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, είχαν σταδιακά οικοδομήσει. Ενα οικοδόμημα που εν μέρει βασίστηκε στη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου συμμαχιών μέσω οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, καθώς και μέσω ιδεολογικής επιρροής. Κατά τον Τραμπ όμως, οι τεράστιοι πόροι που διατέθηκαν για τη δημιουργία συμμαχιών και άρα για τη συγκρότηση της αμερικανικής ηγεμονίας ήταν «πεταμένα χρήματα». Οι πόροι, σε ό,τι αφορά τη βοήθεια στους συμμάχους, θα πρέπει εφεξής να κατευθύνονται στο εσωτερικό της χώρας για τον εκσυγχρονισμό βασικών υποδομών, για την παραπέρα ανάπτυξη της οικονομίας και για την αναβάθμιση του στρατιωτικού τομέα.
Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ο αμερικανός πρόεδρος είναι πως η στρατηγική του υποσκάπτει τα θεμέλια της αμερικανικής ηγεμονίας. Ο απομονωτισμός δεν κάνει την πατρίδα του «πρώτη», μπορεί μάλιστα σε μερικά χρόνια να την κάνει «δεύτερη» σε σύγκριση με την Κίνα. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο αν λάβουμε υπόψη τον κινεζικό αντιαπομονωτισμό που βασίζεται στην ιδέα της «soft power» (ήπια δύναμη). Μια δύναμη που θα βασίζεται κυρίως, αλλά όχι μόνο, στην αναβίωση του «δρόμου του μεταξιού», που έχει ήδη αρχίσει να συνδέει την Κίνα με τη Δύση μέσω μαζικών επενδύσεων σε έναν μεγάλο αριθμό χωρών που βρίσκονται στον ενδιάμεσο χώρο. Ετσι, οι ΗΠΑ αναδιπλώνονται, ενώ η Κίνα ανοίγεται στον κόσμο. Αυτού του είδους ο απομονωτισμός κάνει λιγότερο ισχυρές τις ΗΠΑ και περισσότερο την Κίνα. Αμβλύνει την ηγεμονική θέση της πρώτης και αυξάνει τις πιθανότητες μελλοντικής ηγεμονίας της δεύτερης.

Η μη αποδοχή της συμφωνίας για το κλίμα
Ο Τραμπ βλέπει τον κόσμο σαν μια αρένα όπου η κάθε χώρα πρέπει να ακολουθεί αποκλειστικά τα δικά της συμφέροντα, αγνοώντας αυτά των άλλων –κυρίως των αδυνάμων. Αυτού του είδους η σκληρή real politik δεν λειτουργεί πια αποτελεσματικά σε έναν κόσμο ραγδαία αλληλοσυνδεόμενο. Στο τωρινό παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο υπάρχουν κοινά για όλους προβλήματα, άρα και κοινά συμφέροντα. Η κλιματική αλλαγή είναι ένα από αυτά. Η Κίνα και οι ΗΠΑ είναι πρωταγωνιστές στη μόλυνση του περιβάλλοντος. Η πρώτη δέχθηκε την πρόσφατη συμφωνία στο Παρίσι για το κλίμα, η δεύτερη την απέρριψε, υποστηρίζοντας στενά αμερικανικά συμφέροντα. Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται ο Τραμπ είναι πως η ισχύς μιας ηγεμονεύουσας χώρας δεν βασίζεται μόνο στη στρατηγική και οικονομική δύναμη αλλά και στη συμβολική, σε αυτό που ο Bourdieu ονόμασε συμβολικό κεφάλαιο. Οταν αυτό εξαφανίζεται, η ιδεολογική βάση του ηγεμόνα παύει να έχει γερές ρίζες.
Συμπερασματικά, ο Τραμπ όχι μόνο λόγω του στυλ αλλά και της ουσίας της διακυβέρνησής του υποσκάπτει την αμερικανική ηγεμονία. Ο προστατευτισμός, ο απομονωτισμός, η υπονόμευση βασικών συμμαχιών και η αγνόηση πλανητικών οικολογικών κινδύνων αποδυναμώνουν την αμερικανική ηγεμονία.
Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην LSE.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.